Posts

Showing posts from May, 2025

«Ελίζα και Ματίας...»

Image
Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν σε μια μικρή πόλη που ήταν πλημμυρισμένη λουλούδια και πολλά, στενά και φειδωτά δρομάκια. Εκεί ζούσε η Ελίζα, που δεν ήταν σαν τ' άλλα κορίτσια. Αντί να περπατάει κάτω στη γη σαν όλους μας, περπατούσε πάνω σε σκοινιά! Ναι, καλά διαβάσατε! Έδενε σκοινιά ψηλά στα κτίρια και περπατούσε σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.     Όλοι την ήξεραν. Όποτε έκανε κόλπα στην πλατεία, μαζεύονταν κόσμος. Άλλοι γελούσαν κι άλλοι την θαύμαζαν. Ήταν σα μικρή σταρ της πόλης. Κάπου εκεί ήταν κι ο Ματίας. Ένα παιδί ήσυχο, λίγο «περίεργο» στα μάτια των άλλων. Αντί να παίζει μπάλα ή να κάνει φασαρία, καθόταν σπίτι και ζωγράφιζε. Το δωμάτιό του ήταν λες και είχε σκάσει βόμβα από μπογιές και χαρτιά.    Μια μέρα που πήγε στην πλατεία, την είδε. Αντίκρισε την Ελίζα να περπατάει στο σκοινί, μ' ένα κόκκινο κουστούμι που έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο. Έμεινε άναυδος! Πρώτη φορά ένιωθε ότι ήθελε να αποτυπώσει κάτι τόσο αληθινό. Από τότε, κάθε απόγευμα, πήγαινε κρυφά μ' ένα ...

«Μοναχική ιστορία...»

Image
  Η μοναξιά μπορεί να γίνει δύναμη ή αδυναμία καθενός μας, οπότε κάθε μοναχική ιστορία έχει καλά κρυμμένο το δικό της μυστικό. Η δική μας διαδραματίζεται σ' ένα πανέμορφο, παραδοσιακό χωριό στην Κίνα, κοντά στην επαρχία Χουνάν. Εκεί ζει μόνος ο Τσενγκλί, έχοντας χάσει την οικογένειά του, κατά τη διάρκεια του δεύτερου σινοϊαπωνικού πολέμου, το 1937.      Ο Ήρωας μας βίωσε, όπως κι άλλα παιδιά, τις τραγικές συνέπειες ενός καταστροφικού πολέμου. Του κλέψανε τα χρόνια της παιδικής ανεμελιάς κι αθωότητας. Ήταν περίπου οχτώ χρονών, όταν σκοτώθηκαν οι γονείς του κι αναγκάστηκε -πριν μαζέψει τα συντρίμμια της ζωής του- να εργαστεί σκληρά, για να επιβιώσει. Χρειάστηκε ν' αλλάξει πολλές δουλειές. Βίωσε τραγικά το πρόσωπο της ορφάνιας, της εκμετάλλευσης, μέχρις ότου εξασφαλίσει λίγο ρύζι, καμιά γλυκοπατάτα ή κανά μήλο, ώστε να μην πεθάνει από πείνα. Όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο τον πλήγωνε η κακία των ανθρώπων, η σκληρότητα κι η αδικία. Όσο περισσότερο γνώριζε τους ανθρώπους, ...

«Στο επανιδείν...»

Image
Με λένε Ζανέτ. Ζω στο Παρίσι κι αύριο πιάνω βραδινή δουλειά ως σεκιούριτι στο γνωστό Μουσείο, τον «Λούβρο». Το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει πολλές διαρρήξεις στη γύρω περιοχή και χρειάζονται πρόσθετη εσωτερική ασφάλεια. Δε θέλω, πράγματι, να δουλέψω στη θέση αυτή. Φοβάμαι πολύ. Τον ίσκιο μου τον ίδιο φοβάμαι, αλλά πρέπει! Πρέπει, μια κι η μητέρα απεβίωσε πριν έξι μήνες. Κι ο πατέρας (ο Θεός να τον κάνει...) είναι εξαφανισμένος όλη μου τη ζωή, σχεδόν απ' τη γέννα. Εγώ, λοιπόν, πρέπει να κάνω κάτι για τα δίδυμα. Είναι τα ετεροθαλή μου αδέρφια, 8 χρονών! Μου ζήτησε η μητέρα να τα προσέχω και να τ' αγαπώ. Ζούμε σ' ένα μικρό διαμέρισμα. Μας το άφησε, για να 'χουμε ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μας. Προσπαθώ να βρω και δουλειά που να μας παρέχει αρκετά χρήματα. Ελπίζω κάποτε να φύγουμε απ' αυτή τη βρωμοπεριοχή! Θέλω κάτι αξιοπρεπές κι εύκολο. Ούτε Λύκειο δεν έχω τελειώσει, έτσι κι αλλιώς. Δε βρήκα κάτι σοβαρό, μέχρι που είδα την Αγγελία για σεκιούριτι εδώ, τα βράδ...

«Ίσως βρεθείς στην Αερολιθιά...»

Image
  Ζούσαν, μια φορά και έναν άλλον καιρό, δυο κύριοι σ' ένα φανταστικό χωριό, με το όνομα Αερολιθιά. Το παραμυθοχωριό μας βρίσκεται σκαρφαλωμένο ψηλά στις βουνοκορφές, όπου τα σύννεφα περνούν τόσο χαμηλά που μπορείς να τ' αγγίξεις. Η ζωή εκεί κυλάει αργά και ήρεμα, σαν παλιό παραμύθι. Τα σπίτια είναι πέτρινα με κεραμίδια κόκκινα και καμινάδες που καπνίζουν χειμώνα-καλοκαίρι. Οι κάτοικοι είναι λίγοι, αλλά αγαπημένοι μεταξύ τους. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει μια παλιά πλατεία, μ' έναν γεροπλάτανο, όπου μοιάζει να 'χει σταματήσει ο χρόνος.     Εκεί, κάθε απογευμα, την ίδια ώρα, μαζεύονται δύο ηλικιωμένοι κύριοι, ο κυρ Μηνάς κι ο κυρ Παντελής. Φίλοι από παιδιά έχουν περάσει μαζί καιρούς καλούς και καιρούς δύσκολους. Τώρα, στα γεράματα, έχουν βρει μια ιερή συνήθεια που δεν την αλλάζουν με τίποτα και για κανέναν λόγο: το καθημερινό παιχνίδι με τα χαρτιά στη σκιά της πλατύφυλλης βελανιδιάς, παραδίπλα απ'τον γεροπλάτανο. Το τραπεζάκι τους είναι ξύλινο, πολυκαιρισμένο, γεμάτ...

«Απλά και Φιλάνθρωπα...»

Image
Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, που στις μακρινές πεδιάδες του Φεγγαρόφωτος ζούσε ένα αγοράκι, ο Έλιοτ. Είχε γεννηθεί με ένα ξεχωριστό χάρισμα. Μπορούσε κι άκουγε τα μυστικά των  άστρων. Κάθε βράδυ τ' άστρα του μιλούσαν για χαμένες πόλεις, κρυμμένους θυσαυρούς και ξεχασμένες επαρχίες.      Ο Έλιοτ για καιρό ζούσε ευτυχισμένος στο χωριό του, ώσπου μια μέρα τ' άστρα θύμωσαν. Ο ουρανος σκοτείνιασε και μια παγωμένη σιωπή τύλιξε τον ουρανό και τον κόσμο ολάκερο. Οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν τ' όνειρά τους και μαζί την ελπίδα τους. Μη αντέχοντας τη σιωπή, ο Έλιοτ αποφάσισε να ταξιδέψει μόνος ως το βουνό των Ανέμων. Εκεί οι παλιοί μύθοι λέγανε πως κατοικεί η Κλέφτρα των Φωνών ή αλλιώς η βασίλισσα της Σιωπής. Μια αρχαία οντότητα που μπορούσε να κλέβει το Φως και τους Ήχους των όντων.    Στο ταξίδι αυτό συνάντησε μια παράξενη νεράϊδα, τη Μόϊρα, που είχε την ικανότητα να βλέπει ό,τι δε μπορούσαν να δουν οι άνθρωποι. Εξηγώντας της το πρόβλημα του κόσμου, ζήτησε την πολύ...

«Ατενίζοντας το άγνωστο...»

Image
«Η μοναξιά μπορεί να γίνει δύναμη!» Το είχε ακούσει κάποτε από έναν του δάσκαλο. Τότε του είχε φανεί κουβέντα παρηγοριάς γι' ανθρώπους που δεν είχαν κανέναν. Πού δεν τους είχε απομείνει κανείς, ούτε οι δικοί τους.  Ο κύριος Γιώργος ζούσε μόνος του σ' ένα παλιό σπίτι στην άκρη του χωριού, ένα σπίτι που κάποτε έσφιζε από ζωή και πλημμύριζε από φωνές. Η γυναίκα του είχε φύγει απ' τη ζωή, πριν δέκα χρόνια. Τα παιδιά είχαν τραβήξει, κι αυτά, τον δρόμο τους. Είχε μείνει με τη σόμπα, τον σκύλο και κάτι φωτογραφίες κιτρινισμένες απ' τον καιρό. Αποτύπωναν ζωηρά, παιδικά χαμόγελα κι όμορφες αγκαλιές.     Στην αρχή τον πονούσε η σιωπή. Ύστερα σιγά σιγά την έμαθε. Γνωρίστηκε μαζί της κι έγιναν φίλοι αχώριστοι. Κι έτσι την αξιοποίησε στο έπακρο. Άρχισε σιγά σιγά να σκαλίζει το παλιό αμπέλι. Κάθε πρωί σηκωνόταν με τον ίδιο σκοπό. Επίσης, ξανάβαλε «μπρος» το παλιό τετράδιο της τέχνης του. Άρχισε να ξαναγράφει. Σκέψεις, ιστορίες, λέξεις που δεν είχε πει ή δεν είχε γράψει σε κανέναν. Τη...

«Η ζωγραφική έχει μαγεία!»

Image
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ζωγράφος που έφτιαχνε πίνακες και τους πουλούσε στον δρόμο, για να βγάζει μεροκάματο. Στο πέρασμα των χρόνων, είχε χάσει την αγάπη για την τέχνη του και τη χαρά της δημιουργίας. Όλοι πίστευαν πως ήταν λίγο τρελός ή διαφορετικά ιδιοφυία. Ζωγράφιζε περίεργα σχήματα κι απόκοσμες μορφές που κανείς δεν αντιλαμβάνονταν ή τις φοβόταν κιόλας.     Μια νύχτα, όλα άλλαξαν. Ο Θέμης ανέβηκε στη σοφίτα του σπιτιού κι είδε παλιά πινέλα και μπογιές. Του τα είχε αφήσει ο παππούς, για να πραγματοποιήσει τ' όνειρό του, να γίνει μεγάλος ζωγράφος. Όταν έπιασε το πινέλο, του ήρθαν αναμνήσεις που ζωγράφιζε με το παππού. Θυμήθηκε ότι αυτές οι στιγμές τον έκανα να θέλει να γίνει ζωγράφος. Αμέσως, έψαξε παραπάνω και βρήκε παλιές ζωγραφίες που φτιάχτηκαν με τον παππού. Ήταν αστείες κι ανεκτίμητες γι' αυτόν! Όταν τις έφτιαχναν, ταξίδευε μες τους, ζώντας την κάθε στιγμή. Οι ζωγραφιες απεικόνιζαν μια γυναίκα μ' ένα τεράστιο καπέλο να παίζει φλάουτο κι έχει μαζί της ένα ...

«Νέοι δρόμοι ζωής...»

Image
Η μοναξιά μπορεί να γίνει η δύναμη ή η αδυναμία του καθενός από εμάς, οπότε ιδού! Σ’ ένα μικρό χωριό με πέτρινα σπίτια και παλιά, πετρόχτιστα γεφύρια, ο Παύλος περνούσε τις μέρες του σιωπηλός. Το ποτάμι δεν έτρεχε, κυλούσε αργά, λες και δεν ήθελε σχεδόν να φύγει. Οι υδάτινοι κύκλοι που σχηματίζονταν στην επιφάνεια του νερού ήταν οι μόνοι που τον συνόδευαν. Όλοι του οι φίλοι είχαν φύγει. Το χωριό γέμιζε όλο και περισσότερη ησυχία.    Μια μέρα, ενώ ξεσκέπαζε παλιά πράγματα στην αποθήκη, τα μάτια του έπεσαν πάνω σ' ένα σημειωματάριο. Ήταν του πατέρα του. Μέσα του έγραφε κάτι θαμπό. Το διάβασε με δισταγμό: «Το μυστικό του ποταμού κρύβεται κάτω απ' την παλιά γέφυρα. Όποιος τ' ανακαλύψει, θα καταλάβει την αξία της μνήμης!» Ο Παύλος έμεινε άφωνος. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσε το μήνυμα να του τραβά την  περιέργεια, να του χαρίζει μια πρωτόγνωρη ελπίδα.     Λίγο αργότερα, γνώρισε τη Μαρία και τον μικρό της γιο, τον Γιωργάκη. Είχαν έρθει να ζήσουν στο χωριό....

«Το παράξενο χωριό...»

Image
Σε μια απομονωμένη άκρη της νότιας Κίνας, κάπου ανάμεσα στην ομίχλη, υπήρχε ένα χωριό που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Ονομαζόταν Λάνσον. Τo πιο ξεχωριστό του χαρακτηριστικό ήταν τα μπλε του δέντρα. Οι κάτοικοι πίστευαν πως οι ρίζες τους αντλούσαν το χρώμα τους από έναν μετεωρίτη που έπεσε στο χωριό αιώνες πριν. Το φύλλα τους έλαμπαν στο φως του ήλιου και τη νύχτα έμοιαζαν να φωσφορίζουν σαν αστέρια. Το χωριό χωριζόταν στα δύο από ένα ποτάμι. Πάνω του υψωνόταν μια παλιά, ξύλινη γέφυρα, με σκαλισμένες μορφές δράκων και φτερωτών λιονταριών. Οι ντόπιοι την αποκαλούσαν«Σύνδεση των Σιωπών». Έλεγαν πως όποιος τη διέσχιζε με καθαρή καρδιά, μπορούσε να βρει απαντήσεις στις ερωτήσεις που φοβόταν να κάνει. Εκεί ζούσε μια νεαρή γυναίκα που ονομαζόταν Λι Χουά. Είχε χάσει τους γονείς της σε μια κατολίσθηση, χρόνια πριν. Είχε μάθει να ζει μόνη, να μιλά στα δέντρα και να βρίσκει παρηγοριά στον ήχο του νερού, κάτω απ' τη γέφυρα. Οι συγχωριανοί της την εβλεπαν με καλοσύνη, αλλά απ' απόσταση. Η Λ...

«Να είσαι πάντα καλά, Λάρα...»

Image
Η μοναξιά ίσως γίνει η δύναμη ή η αδυναμία καθενός μας, οπότε έχει μεγάλη σημασία πως θα τη χρησιμοποιήσεις! Η κοπέλα μας κάθεται μόνη, μπροστά στο τζάκι του σπιτιού της, μέσα στο ζεστό σαλόνι, μια νύχτα του χειμώνα. Κρατάει σφιχτά στο χέρι, σα τρυφερή αγκαλιά, ένα φλυτζάνι καυτό τσάι. Κοιτάζει σταθερά και μονότονα τις φλόγες που χορεύουν στη θράκα. Μοιάζουν χαρωπά, ξένοιαστα παιδιά στην αυλή των παππούδων τους. Αφορμή αναπόλησης οι αναμνήσεις απ' το δικό της παρελθόν.  «Λάρα... Λάρα, ώρα να φεύγουμε!» Θυμήθηκε τις μέρες που ήταν κοριτσάκι, που πήγαινε με τους γονείς της σε πεδιάδες γεμάτες χιόνι κι έπαιζαν χιονοπόλεμο. Όμορφες στιγμές αυτές κι οι εποχές φάνταζαν τόσο εύκολες! Δυστυχώς, τίποτε δε διαρκεί αιώνια. Η μητέρα πέθανε, όταν η Λάρα ήταν ακόμη μικρή κι ο πατέρας, ένα χρόνο μετά, ξαναπαντρεύτηκε. Στη διάρκεια του διαστήματος εκείνου μοναξιάς και πένθους για τους δυο τους, δεν την έκανε ποτέ να νιώσει μόνη. Κι αυτό φάνταζε το καλύτερο που μπορούσε να κάνει, για να νιώθει αγαπ...

«Ευτέρπη και Μάρκος...»

Image
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια κοπέλα που τη λέγανε Ευτέρπη. Δεν ήταν σαν όλους τους άλλους. Δε μιλούσε σχεδόν καθόλου, δεν είχε παρά ελάχιστους φίλους. Ζούσε μόνη σ' ένα μικρό σπίτι, κοντά στο δάσος. Περνούσε τον χρόνο της παίζοντας αυλό. Ήταν το μόνο που την έκανε χαρούμενη. Ο κόσμος τη θεωρούσε λιγάκι περίεργη. Κανείς, ωστόσο, δεν είχε να πει κάτι κακό γι' εκείνη. Δεν ενοχλούσε κανέναν κι ήταν καλή με όλους. Ήταν απλά στον κόσμο της. Μια μέρα, στο χωριό εμφανίστηκε ένας παράξενος τύπος που τον έλεγαν Μάρκο. Φορούσε χρωματιστά ρούχα, σαν να ήταν κλόουν, και κρατούσε πάντα μαζί του ένα βιολί. Δεν μιλούσε ούτε εκείνος. Έπαιζε μουσική μόνο για τα παιδιά και μετά εξαφανιζόταν. Ήταν κι αυτός περίεργος, αλλά  τον συμπαθούσαν όλοι, γιατί έκανε τα παιδιά να γελούν. Ένα βράδυ, ο Μάρκο άκουσε μουσική που όμοια δεν είχε ξανακούσει. Ήταν ο αυλός της Ευτέρπης. Η μουσική τον τράβηξε σα μαγνήτης. Ακολούθησε τον ήχο, μέχρι που έφτασε στο δάσος. Την είδε να κάθεται σ' έναν κορμό και να ...

«Αγάπη, χωρίς γυρισμό...»

Image
Από μικρός του άρεσε η μουσική. Του άρεσε να συλλέγει δίσκους από κλασικούς καλλιτέχνες και να τους ακούει στο πικάπ. Οι γονείς του είχαν πολλά θέματα διαφωνίας. Κατέληγαν συνήθως σε καβγάδες μεταξύ τους. Οι φωνές κι οι εντάσεις στο σπίτι -λόγω του ασυμβίβαστου, αντίθετου χαρακτήρα τους- δημιούργησαν μια κλειστή, άκρως εσωστρεφή προσωπικότητα. Δε μιλούσε ποτέ για όσα ένιωθε, για όσα τον απασχολούσαν. Δεν έλεγε τι τον έπνιγε. Μόνη διαφυγή η μουσική. Κλεινόταν με τις ώρες στο δωμάτιο κι άκουγε αγαπημένους δίσκους. Δυνατά, σχεδόν εκκωφαντικά. Στόχος να μην έρχεται σε καμιά επικοινωνία με τους γονείς του, τους διχασμένους και προβληματικούς.    Τα χρόνια πέρασαν κι ο μικρός Αλέξανδρος έγινε ένας έξυπνος, γοητευτικός άντρας. Ο κλειστός του χαρακτήρας δεν του επέτρεψε ν' αποκτήσει φίλους, ούτε σύντροφο. Κι οι σχέσεις με την οικογένεια ήταν πλέον καθαρά τυπικές. Παρέμενε, όμως, αναλοίωτη η λατρεία του για τους δίσκους. Καθώς έτρεχε σε δουλειές της επιχείρησής, ένα πρωί μπήκε στο βιβλ...

«Το τελευταίο χαρτί...»

Image
Ο Μάκης κι ο Θύμιος, δύο φίλοι που γνωρίζονται από παιδιά. Ο Μάκης ήσυχος και λογικός, ο Θύμιος παθιασμένος και παρορμητικός. Στην ιστορία μας συμμετέχει κι ο αδερφός του Θύμιου, ο Γιάννης. Βρισκόμαστε σε κάποιο χωριό της  Βορείου Ελλάδος, στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι δύο φίλοι συναντιούνται συχνά σε μια μικρή ταβέρνα, στο κέντρο του χωριού.     Ένα ηλιόλουστο απόγευμα του Αυγούστου, ο Μάκης κι ο Θύμιος κάθονται στο γνώριμο τραπέζι παίζοντας χαρτιά, όπως συνήθιζαν όλα τα απογεύματα. Είναι κι οι δυο χαμογελαστοί, όπως κάθε φορά, χωρίς να ενδιαφέρονται ποιος θα πάρει την παρτίδα. Ωστόσο, λίγο αργότερα έρχεται τρέχοντας ο μεγάλος αδερφός του Θύμιου, ο Γιάννης. Πανικόβλητος, τον ενημερώνει για ένα σοβαρό πρόβλημα. Ο Θύμιος χάνει το χρώμα του, όταν μαθαίνει πως η οικογενειακή φάρμα απειλείται με κατάσχεση, λόγω χρεών.     Σκεφτόμενος πως θα καταστραφεί, γιατί δεν υπάρχει άλλο εισόδημα στην οικογένεια, παίρνει μια αυθόρμητη απόφαση. Προτείνει στον Μάκη να ποντάρουν στο...

«Όταν οι άνθρωποι μονιάζουν...»

Image
Βρισκόμαστε σ' ένα μικρό χωριό της Ιταλίας, ανάμεσα στους καταπράσινους λόφους της Τοσκάνης. Το χωριό Καστελλόνε ήταν γεμάτο παλιά πέτρινα σπίτια με κεραμιδένιες στέγες και μπαλκόνια γεμάτα βασιλικό και γεράνια. Οι κάτοικοι ζούσαν απλά, με αγάπη για τη γη και τον ήλιο. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους κι οι μέρες κυλούσαν ήρεμα. Με πολλή δουλειά στα χωράφια και ξένοιαστα απογεύματα στην πλατεία. Στην καρδιά του χωριού, επιβίωνε ένα μικρό καφέ με τ' όνομα «Il Sole». Ήταν στημένο με στρογγυλά, ξύλινα τραπέζια και μια μυρωδιά από φρεσκοψημένο εσπρέσο, που ζάλιζε κάθε περαστικό. Εκεί περνούσαν τ' απογεύματά τους ο Λουίτζι κι ο Μάριο, δύο φίλοι που 'ταν αχώριστοι. Ο Λουίτζι, ένας αδύνατος άντρας με καπέλο και παλιό μπουφάν, αγρότης στο επάγγελμα. Ο Μάριο, λίγο πιο γεμάτος, με γκρίζα γένια, ήταν πρώην μαραγκός. Κάθε απόγευμα κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, έπαιζαν χαρτιά και συζητούσαν για τα νέα του χωριού. Γενικά, η ζωή κυλούσε όμορφα στο Καστελλόνε. Ώσπου ένα πρωινό, μετά από μέρες...

«Χορός με λουλούδια...»

Image
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα καταπράσινο χωριό υπήρχε ένα πανέμορφο, φωτεινό σπίτι. Διέθετε πολλά δωμάτια, μα ένα τους ξεχώριζε. Ήταν γεμάτο όμορφα χρώματα λουλουδιών με έντονα μεθυστικά αρώματα. Οι τοίχοι του ήταν στολισμένοι με ηλιοτρόπια και μαργαρίτες, ενώ στο παράθυρο καθόταν τακτικά ένα κόκκινο πουλί που τραγουδούσε γλυκιές μελωδίες. Έμοιαζε να τις αφιέρωνε στους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Σ' αυτό το σπίτι, λοιπόν, με το ονειρικό δωμάτιο ζούσαν ο Κώστας κι η Χρύσα. Οι δυο νέοι αγαπιούνταν βαθιά. Τόσο βαθιά, όσο στα παλιά, καλά παραμύθια. Δεν είχαν πολλά χρήματα, μα κάθε γωνιά του σπιτιού τους ανέδυε πλουσιοπάροχα φροντίδα, χρώματα κι αρώματα. Η καρδιά του σπιτιού ήταν η κουζίνα. Το τραπέζι πάντα στρωμένο μ' ένα απλό, κοκκινωπό, καρό τραπεζομάντηλο. Πάνω του μια κανάτα γεμάτη αγριολούλουδα και μια γυάλινη φρουτιέρα με ρόδια και σταφύλια. Καθώς έπεφτε ο ήλιος, κάθε απόγευμα ο Κώστας έβαζε δίσκους στο παλιό πικάπ, έπιανε τη Χρύσα απ' τη μέση και χόρευαν ώρες πολλές...

«Το Παιχνίδι...»

Image
Στο μικρό καφενείο του χωριού, μπροστά στην αργή καύση του τζακιού, ο Ζαν κι ο Πιερ κάθονταν σταθερά, κάθε απόγευμα. Το σκάκι είχε πάρει πια μια κίτρινη απόχρωση απ' το πέρασμα του χρόνου και οι κινήσεις τους γίνονταν αργά, σα ν' ακολουθούσαν κάποια τελετουργία. Χρόνια φιλίας που κρατήθηκε αναλλοίωτη.      Τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα. Ο Ζαν άκουσε απ' τον αρτοποιό του χωριού πως ο Πιερ διέδωσε διάφορα, φήμες κακόβουλες για τον γιο του. Τον πλήγωσαν τα λόγια του, όταν τόνισε πως «ο γιος του δεν κάνει ούτε για να σκάβει το χώμα!» Ήταν σα να του 'ριξε μια μπουνιά στα μούτρα, σα να του 'κανε βολή κάτω απ' τη ζώνη. Δεν μπορούσε να το ξεπεράσει! Το τελευταίο διάστημα, ο φίλος του είχε γίνει σκοτεινός. Το βλέμμα του έμοιαζε  συχνά αυτοκαταστροφικό και οι κινήσεις του γεμάτες φόβο. Κι έπειτα δεν του έβγαιναν το παιχνίδι. Εκείνο τ' απόγευμα, η ένταση μεταξύ τους ήταν σχεδόν αφόρητη.    Έκανε μια κίνηση στο τάβλι, χωρίς να τον κοιτάζει και, με φωνή που έτρεμε, ρώτησε:...

«Δε θα σ' αφήσω ποτέ, Αννούλα μου!»

Image
Θεσσαλονίκη, 1970. Επικρατεί απόλυτη σιγή. Μια εικόνα σιωπηρή, επώδυνη, σχεδόν αβάσταχτη. Αποχωρίζονταν όλοι τους αγαπημένους τους, όσους φεύγουν στην ξενιτιά για ένα καλύτερο μέλλον! «Σ αγαπώ τόσο πολύ! Μα, τούτη τη φορά πρέπει να σ' αποχωριστώ», ψιθύρισε στο αυτί της Άννας ο Δημήτρης, λίγο πριν ανέβει στο τρένο. Πήγαινε μετανάστης στη Γερμανία. Η Άννα δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα, γίνονται ποταμός, την πνίγουνε. Ψυχραιμότερος, ο Δημήτρης, υπόσχεται να γράφει όσο πιο συχνά γίνεται και μόλις τακτοποιηθεί από εργασία και στέγη, «θα... έρθεις και σύ, Αννούλα μου...»     Κατά την επιβίβαση, τους βομβαρδίζουν οι ευχές «καλό ταξίδι, να προσέχεις, θα μου λείψεις, να φροντίζεις τα παιδιά!», ανάμεσα στα δάκρυα συγκίνησης που τους συνεπαίρνουν.    Μήνες πέρασαν κι η Άννα διάβαζε ανελλιπώς τα γράμματα του Δημήτρη. Της έγραφε για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, ότι είχε βρει στέγη κοντά στη βιομηχανική περιοχή της Στουτγκάρδης και δουλειά ως εργάτης στη φάμπρικα της. ...

«Τα 'χαμένα' αδέρφια...»

Image
  Ήταν μια φορά κι έναν άλλον καιρό, το 1950, λίγα χρόνια μετά το τέλος του μεγάλου πολέμου, που σε ένα καταπράσινο χωριό της Αγγλίας, χτισμένο στις παρυφές ενός βουνού, υπήρχαν όμορφα σπίτια με κόκκινα κεραμίδια. Ήταν φτωχικά μεν, αλλά γεμάτα αγάπη. Το χωριό έμοιαζε ν' ανασαίνει. Περπατούσες στους δρόμους κι η καρδιά σου γέμιζε με τις μυρωδιές των βοτάνων και τα χρώματα των λουλουδιών.     Οι δρόμοι ήταν πλακόστρωτοι κι οδηγούσαν όλοι προς την πλατεία. Εκεί υψωνόταν το καμπαναριό, που φαινόταν από κάθε γωνιά του χωριού. Δίπλα του υπήρχε ένα παλιό καφενείο, όπου κάθε μέρα μαζεύονταν οι άντρες του χωριού πριν ή μετά τη δουλειά. Για να μιλήσουν, να λύσουν τις διαφορές τους ή απλώς να ξεχαστούν λίγο απ' τις δυσκολίες της ζωής, παίζοντας χαρτιά.     Εκεί στο καφενείο συναντάμε και τους δυο ήρωες της ιστορίας μας, τον Τσάρλς και τον Γουίλιαμ. Ήταν αχώριστοι φίλοι από παιδιά και πάντα κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο. Ήταν το «στέκι» τους. Εκεί μιλούσαν γ...

«Στη μικρή Μηλιά...»

Image
  Ήταν μια φορά κι έναν άλλον καιρό που οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί κι ακόμη διαφορε τικότερος ήταν ο κόσμος.    Γεννήθηκα το 1920 σ' ένα φτωχικό χωριό της Δράμας, που ονομάζεται Μικρή Μηλιά. Τα χρώματα, οι μυρωδιές κι οι ήχοι του χωριού μου δεν έσβησαν ποτέ απ' τη μνήμη μου. Τα πέτρινα σπίτια -περιγυρισμένα από καταπράσινα δέντρα και λογής, λογής λουλούδια- ξεπροβάλλουν διαρκώς μπροστά μου, ζωντανεύοντας τα ήρεμα κι ευτυχισμένα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας. Στο φτωχό, τίμιο σπιτικό μας ζούσαμε οι γονείς, ο παππούς, η γιαγια κι εγώ. Πόσο πολύ τους έχω νοσταλγήσει όλους! Τι να πρωτοθυμηθώ; Κάθε στιγμή και μια μνήμη στοργής κι άδολης αγάπης.     Θαύμαζα πάντοτε τον πατέρα μου. Ωστόσο, τον εκτίμησα πολύ περισσότερο, όταν είδα πόσο στοργικά φέρθηκε στον παππού μου, τον Πανάγο, στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο παππούς με τον πατέρα, τον κυρ Γιώργη, εργάζονταν σκληρά ολημερίς στα χωράφια. Όταν επέστρεφαν κατάκοποι στο σπίτι, αργά το απόγευμα, η μητέρα, η κυρά...

«Το Τρένο των δύο Κόσμων»

Image
Ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί ψηλά, βάφοντας τον ουρανό μ' αποχρώσεις του πορτοκαλί και του φλογερού κίτρινου. Η ζέστη ανέβαινε απ' τη βάση των σιδηροτροχιών σαν αόρατη φλόγα. Ο σταθμός ολάκερος έμοιαζε με ζωντανό παζάρι. Παιδιά φώναζαν, γυναίκες κρατούσαν στο χέρι κατσαρόλες φαγητού, άντρες σκαρφάλωναν στα σιδερένια σκαλοπάτια του τρένου. Σαν αυτό να ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Ο Αμίρ στεκόταν σφιχτά μπλεγμένος ανάμεσα σε ιδρωμένα κορμιά, φωνές σπαραγμού και ψυχρές βαλίτσες. Το σακίδιό του -το μοναδικό του υπάρχοντο- παρέμενε κρεμασμένο στον ώμο του. Μέσα του έκρυβε ένα ιερό σημειωματάριο -με λέξεις που δεν είχε τολμήσει να μοιραστεί με κανέναν-, μια φωτογραφία της μητέρας του κι ένα σπιρτόκουτο γεμάτο αποξηραμένα φύλλα μέντας. Του τα είχε δώσει η γιαγιά, για να θυμάται το σπίτι. Η αμαξοστοιχία ξεκίνησε μ' ένα δυνατό τράνταγμα. Η αναχώρηση έφερε κύμα σιωπής για λίγα δεύτερα, σα να είχαν συνειδητοποιήσει όλοι -εκείνην ακριβώς τη στιγμή- πως άφηναν πίσω κάποιον, κάτι ή ένα κο...