«Ίσως βρεθείς στην Αερολιθιά...»
Ζούσαν, μια φορά και έναν άλλον καιρό, δυο κύριοι σ' ένα φανταστικό χωριό, με το όνομα Αερολιθιά. Το παραμυθοχωριό μας βρίσκεται σκαρφαλωμένο ψηλά στις βουνοκορφές, όπου τα σύννεφα περνούν τόσο χαμηλά που μπορείς να τ' αγγίξεις. Η ζωή εκεί κυλάει αργά και ήρεμα, σαν παλιό παραμύθι. Τα σπίτια είναι πέτρινα με κεραμίδια κόκκινα και καμινάδες που καπνίζουν χειμώνα-καλοκαίρι. Οι κάτοικοι είναι λίγοι, αλλά αγαπημένοι μεταξύ τους. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει μια παλιά πλατεία, μ' έναν γεροπλάτανο, όπου μοιάζει να 'χει σταματήσει ο χρόνος.
Εκεί, κάθε απογευμα, την ίδια ώρα, μαζεύονται δύο ηλικιωμένοι κύριοι, ο κυρ Μηνάς κι ο κυρ Παντελής. Φίλοι από παιδιά έχουν περάσει μαζί καιρούς καλούς και καιρούς δύσκολους. Τώρα, στα γεράματα, έχουν βρει μια ιερή συνήθεια που δεν την αλλάζουν με τίποτα και για κανέναν λόγο: το καθημερινό παιχνίδι με τα χαρτιά στη σκιά της πλατύφυλλης βελανιδιάς, παραδίπλα απ'τον γεροπλάτανο. Το τραπεζάκι τους είναι ξύλινο, πολυκαιρισμένο, γεμάτο σημάδια φθοράς απ' τις χιλιάδες παρτίδες που έχουν παιχτεί πάνω του και τα χαρτιά κιτρινισμένα απ' τη χρήση. Ο κυρ Μηνάς είναι ήσυχος κι υπομονετικός. Ο κυρ Παντελής, αντίθετα, είναι γελαστός, πειραχτήρι, με μάτια που λάμπουν από ζωή, ακόμη. Ο κόσμος τους χαιρετάει καθημερινά σαν να είναι οι φύλακες της ισορροπίας του χωριού. Μια φορά που είχαν αρρωστήσει και οι δύο και δεν εμφανίστηκαν στην πλατεία, το χωριό βυθίστηκε σε θλίψη. Απ' την ανησυχία τους μερικοί πίστεψαν πως, αν δεν παίξουν χαρτιά οι δυο τους, ο ήλιος θα ξεχάσει να ανατείλει την επομένη. Έτσι, όταν γύρισαν γεροί και δυνατοί, έγιναν δεκτοί με χειροκροτήματα και κεράσματα.
Εκεί, κάθε απογευμα, την ίδια ώρα, μαζεύονται δύο ηλικιωμένοι κύριοι, ο κυρ Μηνάς κι ο κυρ Παντελής. Φίλοι από παιδιά έχουν περάσει μαζί καιρούς καλούς και καιρούς δύσκολους. Τώρα, στα γεράματα, έχουν βρει μια ιερή συνήθεια που δεν την αλλάζουν με τίποτα και για κανέναν λόγο: το καθημερινό παιχνίδι με τα χαρτιά στη σκιά της πλατύφυλλης βελανιδιάς, παραδίπλα απ'τον γεροπλάτανο. Το τραπεζάκι τους είναι ξύλινο, πολυκαιρισμένο, γεμάτο σημάδια φθοράς απ' τις χιλιάδες παρτίδες που έχουν παιχτεί πάνω του και τα χαρτιά κιτρινισμένα απ' τη χρήση. Ο κυρ Μηνάς είναι ήσυχος κι υπομονετικός. Ο κυρ Παντελής, αντίθετα, είναι γελαστός, πειραχτήρι, με μάτια που λάμπουν από ζωή, ακόμη. Ο κόσμος τους χαιρετάει καθημερινά σαν να είναι οι φύλακες της ισορροπίας του χωριού. Μια φορά που είχαν αρρωστήσει και οι δύο και δεν εμφανίστηκαν στην πλατεία, το χωριό βυθίστηκε σε θλίψη. Απ' την ανησυχία τους μερικοί πίστεψαν πως, αν δεν παίξουν χαρτιά οι δυο τους, ο ήλιος θα ξεχάσει να ανατείλει την επομένη. Έτσι, όταν γύρισαν γεροί και δυνατοί, έγιναν δεκτοί με χειροκροτήματα και κεράσματα.
Η μαγεία της Αερολιθιάς είναι τέτοια που κανείς δε γερνάει πραγματικά, αρκεί να διατηρεί μέσα του την παιδικότητά του. Και οι δυο φίλοι με το παιχνίδι τους διατηρούν τη σπίθα ζωντανή. Μερικές φορές λένε οι ντόπιοι πως τα φύλλα χορεύουν μόνα τους στο τραπέζι ή πως οι σκιές των κάκτων συνεχίζουν το παιχνίδι ακόμα και μετά το ηλιοβασίλεμα. Την Αερολιθιά δεν τη βρίσκεις σε χάρτες. Πρέπει να την ονειρευτείς, για να μπορείς να την επισκεφτείς. Κι αν είσαι τυχερός θα καταφέρεις να δεις και τους δυο φίλους να γελούν, να παίζουν χαρτιά, να θυμούνται και να ζουν, ξανά και ξανά, κάθε στιγμή σα να 'ναι η πρώτη τους φορά. Γιατί τελικά το σημαντικότερο δεν είναι ποιος κερδίζει, αλλά πως το παιχνίδι εξακολουθεί να συνεχίζεται. Ονειρέψου, λοιπόν, κι ίσως βρεθείς κι εσύ στην Αερολιθιά... (Πραφ.Στέφ.)

Comments
Post a Comment