Posts

Showing posts from March, 2024

«Σκέψου το!»

Image
Από παλιά, τότε που ήμασταν μαζί, σε σκέφτομαι. Συνέχεια. Δεν μπορώ να σε βγάλω απ' το μυαλό. Για να σε βρω, περπάτησα χιλιόμετρα. Αμέτρητα. Μόνο και μόνο, για να είμαι κοντά σου. Κάθε φορά που μ' έβλεπες, μ' απέφευγες, Συνέχεια. Δεν καταλάβαινα τον λόγο. Ένα μονοπάτι οδηγεί σε μια λευκή πόρτα. Πίσω της ίσως κρύβεται ο παράδεισος. Για ζευγάρια σαν και μας. Και θα είμαστε ευτυχισμένοι, θα δεις. Εμείς κι ο κόσμος γύρω απ' το παλάτι μας. Βασίλισσα θα είσαι! Δε θα σου λείψει τίποτα. Αν θες συντροφιά, μπορούμε να κάνουμε παιδάκια. Να είμαστε ευτυχισμένοι όλοι μας. Θα έρθει, όμως, μια στιγμή που...δε θα ζούμε, άλλωστε, για πάντα. Η ζωή είναι μικρή, πολύ μικρή.Ένα τίποτα είμαστε. Ζούμε, για να πεθάνουμε. Ή ζούμε για να περάσουμε ευχάριστα. Κι όπως αγαπάμε, έτσι και πεθαίνουμε. Τόσα χρόνια δεν ήσουν ευτυχισμένη. Ζούσες στη μιζέρια. Μαζί μου θα ζήσεις ευχάριστα. Δε θα σου λείπει τίποτα. Θα έχεις  έναν άντρα που θα σε κάνει ευτυχισμένη, όχι λυπημένη! Πριν πάρεις την απόφαση, θέλω...

«Καλή αντάμωση, γλυκιά μου γιαγιά!»

Image
Ήταν μια μέρα όπως οι υπόλοιπες. Απλή, ήρεμη, σχεδόν τετριμμένη. Γυρνούσα απ' το σχολείο. Στον δρόμο κοιτούσα τον ουρανό, τα σύννεφα που σμίγαν μ' έναν τρόπο μαγικό. Πρώτη φορά αντίκριζα τέτοια πανδαισία χρωμάτων. Ήταν κατάλευκα, με διάχυτες -κατά περιοχές- πινελιές γκρίζου, πορτοκαλί ή ροδαλού, ενώ σχημάτιζαν κάθε λογής φιγούρες της στιγμής. Τις παρομοίαζα με πρόσωπα αγαπημένα που κάποτε υπήρχαν πλάι μου. Πέρασε η ώρα. Έφτασα σπίτι. Άφησα τη σχολική τσάντα και κλείστηκα στο δωμάτιο. Παρέα με τον πάντα πιστό, αγαπημένο φίλο, τον Σπίθα. Ένα απίθανο κεραμιδί κοκκεράκι, με βλέμμα ανυπέρβλητης λατρείας για μένα. Μου κρατούσαν συντροφιά, αυτός και τ' ακουστικά μου. Είχα αφεθεί τόσο πολύ στη μουσική που ούτε κατάλαβα ότι σουρούπωσε. Σηκώθηκα, λοιπόν, απ' το κρεβάτι και βγήκα έξω. Περπατούσα στον δρόμο για ώρες, μόνη μες στο σκοτάδι. Είχε πια βγει το φεγγάρι κι ο δρόμος με οδήγησε σ' ένα μέρος που μόνο έχω ήξερα. Το αγαπούσα ιδιαίτερα! Ήταν ένα ποταμάκι, που κυλούσε ήρεμα,...

«Αγάπησε με!»

Image
Θυμάμαι ακόμη τη μορφή της. Με μια σχετική ασάφεια, λίγο θολά. Προβάλλει, όμως, σχεδόν μυθική. Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Νομίζω, ήμουν μόλις επτά χρόνων. Ως τα τώρα μου έχουν μείνει τα τελευταία της λόγια. Σα δίσκος που κόλλησε στο πικ-απ, καθώς τελειώνει η μελωδία κι ακούγεται ξανά και ξανά. Τα ίδια λόγια, μ' όμοια χροιά στη φωνή. Ήταν πανέμορφη! Δε θυμάμαι ακριβώς τη φυσιογνωμία της. Είχε φροντίσει να πάμε μια βόλτα την προηγούμενη, για πικ-νικ στο κοντινό λιβάδι. Προτού φύγει για πάντα. Μάλλον δεν είχαμε συγγενείς. Πάντως εγώ δε θυμάμαι τίποτα για κείνους. Μόνο αυτή κι εγώ, εγώ κι αυτή. Κανείς  άλλος. Χρόνια τώρα μεγαλώνω σε μια άλλη οικογένεια. Όσο κι αν προσπαθώ να τη νιώσω οικεία ή δική μου, δεν μπορώ. Είναι το μυστικό που κρατώ σα φυλαχτό μέσα μου. Δεν έχω αφήσει κανένα ν' αγγίξει το επτασφράγιστο κουτί. Να το προσπελάσει. Η οικογένεια, με την οποία ζω, με φροντίζει πολύ. Με αγαπάνε  λες κι είμαι δικό τους παιδί. Δε μου λείπει τίποτα. Έχω ό,τι ζητήσω. Εκτός από εκείνη...

«Ο έτερος εγώ...»

Image
Υποθέτω ότι είναι σημαντικό να έχουμε όλοι κοντά μας ένα δικό μας άνθρωπο. Κάποιον που να είναι πάντα δίπλα μας, να τον νιώθουμε και να μας νιώθει. Ήταν βράδυ. Αργά. Γυρνούσαμε από νυχτερινό κλαμπ της περιοχής. Ήμασταν κι οι δύο πολύ μεθυσμένοι. Οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Άκουσε μια κόρνα στα αριστερά και, στρίβοντας απότομα, έχασε τον έλεγχο. Πέσαμε από τη γέφυρα. Αποτέλεσμα; Ένας από τους δυο μας έχασε την πολύτιμη ζωή του. Ναι, εγώ ήμουν αυτός! Άκουγα γύρω μου φωνές. Ουρλιαχτά! Βάδιζα της αναπόδραστης φυγής. Εκείνος νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση. Ήξερα, όμως, πως θα σωθεί! Μόλις συνήλθε η πρώτη κίνηση ήταν να ρωτήσει. Ήθελε να μάθει για μένα. Είδε τη μητέρα του να κλαίει. Κατάλαβε πως είχα φύγει. Άρχισε να ουρλιάζει. Έριχνε το φταίξιμο για ό,τι έγινε πάνω του. Ήθελε να δει το πτώμα μου. Δεν τον άφησαν. Ήξεραν πως θ' αποζητούσε να έρθει  δίπλα μου κι ο ίδιος. Σιγά σιγά βελτιωνόταν, καλυτέρευε. Βρισκόταν πια σε σταθερή κατάσταση και ήξερε το πικρό του χρέος. Έπρεπε να ετοιμάσ...

«Στο επανιδείν!»

Image
« Εισ έρχεστε στον προσωπικό σας χώρο λήθης ή μνήμης. Διαμορφώστε ως ήρωες (πρωτοπρόσωπος αφηγητής) ή παρατηρητές (παντογνώστης αφηγητής) μυθοπλαστική αφήγηση σε συγκεκριμένο χωροχρόνο με τουλάχιστον δύο δρώντα πρόσωπα (300-400 λέξεις).» Θυμάμαι σαν χθες τη μέρα που μας πήρε η κυβέρνηση, σε ειδικές σκηνές μακριά από τις πόλεις. Εξαιτίας των μολυσμένων. Αξέχαστος θα μου μείνει ο ήχος των σειρηνών. Στην αρχή -για λίγο- νομίζαμε ότι ξέσπασε πόλεμος. Τελικά ήταν ακόμη χειρότερο. Ο ιός Flint-040, λένε, πως ξέφυγε απ' ένα εργαστήριο της Γερμανίας. Τα βιολογικά όπλα επίσημα έχουν καταργηθεί. Έχουν επίσης απαγορευτεί δια νόμου, εδώ και δεκαετίες. Μια μυστική οργάνωση, όμως, τον απελευθέρωσε για λόγους εκδίκησης. Ακούγονται ελικόπτερα. Παντού πανικός, μολυσμένοι παντού. Πήρα την  κόρη μου αγκαλιά κι έτρεξα προς το κτήριο Κάνσισφιλντ. Στην ταράτσα υπήρχε ελικόπτερο διαφυγής. Φτάνοντας στη σκάλα, ένας άνθρωπος -πρόσφατα μολυσμένος- έτρεξε κατά πάνω μου, ενώ μου φώναζε: «Πονάνε τα κόκαλα μου,...

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»

Image
  «Εισέρχεστε στον προσωπικό σας χώρο λήθης ή μνήμης. Διαμορφώστε ως ήρωες (πρωτοπρόσωπος αφηγητής) ή παρατηρητές (παντογνώστης αφηγητής) μυθοπλαστική αφήγηση σε συγκεκριμένο χωροχρόνο με τουλάχιστον δύο δρώντα πρόσωπα (300-400 λέξεις).» Ήταν όμορφα. Γαλήνια. Ο  ουρανός γινόταν μωβ, ροζ, κίτρινος. Η δύση. Αυτή η δύση που σε κάνει να ξεχνάς. Ξεχνάς τη θλίψη, στεναχώριες, λύπες, τον πόνο. Θυμάσαι μοναχά τα όνειρα. Εκείνα που ταξιδεύουν μες στο μυαλό. Τη μουσική της θάλασσας που τρυφερά σπρώχνει τη δροσερή αμμουδιά. Το κύμα που οργισμένο αφρίζει πλάι στις χρωματιστές πέτρες. Γρήγορος που είναι ο χρόνος! Θεραπεύει το μυαλό. Σε κάνει να ξεχνάς. Σε κάνει να θυμάσαι. Να αγαπάς και να μισείς. Να λησμονείς. Να φέρνεις μνήμες στο μυαλό. Ν' ανακαλείς ξέχωρες αναμνήσεις. Παίρνεις μια  ανάσα βαθιά, καθώς τα ουράνια χρώματα φωτίζουν τα πράσινα μάτια και τα σαρκώδη χείλη Η ζεστή άμμος αγκαλιάζει το γαλήνιο σώμα σου, τα μακριά καστανά μαλλιά λαμποκοπούν στο άγγιγμα μιας τελευταίας ηλιαχτ...

«Αρχή παραμυθιού, καληνύχτα σας!»

Image
Στο κάρβουνο, μετά τη φλόγα, έρχεται η τήξη.  Έτσι κι εγώ φωτιά, καπνό, φλόγα τίκτω. Στέκω ένα βήμα απ' τον γκρεμό, τον θωρώ κι ανατέμνω την πληγή. Πάγωμα νιώθω. Τόσο κρύος, μα κι ελκτικός συνάμα.  Καλοκαίρι μου, τερμάτισες, χειμώνα διανύω προς ώρας.  Δύο οι πρόκες στα μάτια και μαύρες οι σκέψεις,  οι ιδέες, τα όνειρα από το κάστρο της ψυχής.  Τα όνειρα παλάτια πια γκρεμισμένα.  Ούτε αστερισμοί κι οράματα  ανιχνεύονται από την παγωνιά του κάστρου.  Είχα δύο χρόνια ν' αναπνεύσω.  Η θλίψη έγκλειστο με κρατούσε.  Το  πολύτιμο να φυλάω,  το χρυσό να διαφεντεύω.  Οι πνεύμονες μου γίνανε βράγχια σε διαστολή,   σημάδια βαρύτατα με αφήνανε ημιτελή.  Δεν τα μισώ, γιατί αν έγκλειστος δεν ήμουνα,  η στιγμή που θα κατάφερνα  να δραπετεύσω, δε θα ερχότανε ποτέ.  Σκλήρυνε η καρδιά, απαρνούμενη τη ζήση.  Και ετούτη - με τη σειρά της- θλιβερά μου αρνήθηκε την πίστη πως Εκείνον διέκρινα στην κορυφή του όρ...