«Αρχή παραμυθιού, καληνύχτα σας!»

Στο κάρβουνο, μετά τη φλόγα, έρχεται η τήξη. 
Έτσι κι εγώ φωτιά, καπνό, φλόγα τίκτω.
Στέκω ένα βήμα απ' τον γκρεμό, τον θωρώ κι ανατέμνω την πληγή.
Πάγωμα νιώθω. Τόσο κρύος, μα κι ελκτικός συνάμα. 
Καλοκαίρι μου, τερμάτισες, χειμώνα διανύω προς ώρας. 
Δύο οι πρόκες στα μάτια και μαύρες οι σκέψεις, 
οι ιδέες, τα όνειρα από το κάστρο της ψυχής. 
Τα όνειρα παλάτια πια γκρεμισμένα. 
Ούτε αστερισμοί κι οράματα 
ανιχνεύονται από την παγωνιά του κάστρου. 

Είχα δύο χρόνια ν' αναπνεύσω. 
Η θλίψη έγκλειστο με κρατούσε. 
Το  πολύτιμο να φυλάω, 
το χρυσό να διαφεντεύω. 
Οι πνεύμονες μου γίνανε βράγχια σε διαστολή, 
 σημάδια βαρύτατα με αφήνανε ημιτελή. 
Δεν τα μισώ, γιατί αν έγκλειστος δεν ήμουνα, 
η στιγμή που θα κατάφερνα 
να δραπετεύσω, δε θα ερχότανε ποτέ. 

Σκλήρυνε η καρδιά, απαρνούμενη τη ζήση. 
Και ετούτη - με τη σειρά της- θλιβερά μου αρνήθηκε την πίστη πως Εκείνον διέκρινα στην κορυφή του όρους. Στο στήθος πέτρα έγινα 
-σαν τη Γοργώ ν' αντίκρισα- 
κι είναι βαρύ το βάδισμα, 
σαν άχθος 300 τόνων. 18 του Απρίλη, 
προτού ο λόγος γεννηθεί 
την πόρτα μου χτύπησε ο θάνατος. 
Διαβόλου γόνος πρόβαλε και 
-με κλειστό τον άλυσο- 
πρώτη εγώ του άνοιξα, να εισέλθει. 
Κι είχε πολλά τα πρόσωπα, 
το καθένα άλλα ονόματα να δίνει.
Αρχή παραμυθιού, καληνύχτα σας!

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»