Posts

«Με αφορμή3 τη γιορτή των

Image
  1) «Το θαύμα τον Χριστουγέννων»  Ήταν παραμονή Χριστουγέννων κι ετοιμαζόμουν να βγω με κάποιους φίλους μου. Η ώρα είχε πάει 11.30', όταν μπήκε στο δωμάτιο η μητέρα μου κι άρχισε να μου λέει πως έχει μαγειρέψει για τους δυο μας και με παρακαλεί να μείνω, για να φάμε μαζί. Εγώ νευρίασα κι άρχισα να της φωνάζω πως δεν μπορούμε πια να κάνουμε όλες τις γιορτές μαζί. Εκείνη έβαλε τα κλάματα, τονίζοντας ότι από τότε που χάσαμε τον μπαμπά, δεν κάθομαι καθόλου μαζί της. Εκεί νευρίασα πάρα πολύ! Μα, πώς μπορούσε να επικαλείται τον μπαμπά σ' αυτό το θέμα;    Την έσπρωξα κι έφυγα από το σπίτι. Πήρα το αμάξι, βγήκα με τους φίλους, ήπιαμε τα ποτά μας, περάσαμε πολύ ωραία. Όταν γύρισα ξημερώματα -περίπου στις 5 το πρωί- τη βρήκα να κοιμάται αγκαλιά με μια εικόνα του μπαμπά και της Παναγίας. Δεν μπορώ άλλο! Με νευριάζει που χρησιμοποιεί τον μπαμπά ως δικαιολογία, για να καθόμαστε μαζί. Ούτε να τη βλέπω δε θέλω!     Οι  επόμενες μέρες είναι πολύ περίεργες. ...

«Με αφορμή2 τη γιορτή των

Image
1) «Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα» Μια φορά κι έναν καιρό, την παραμονή των Χριστουγέννων ζούσε στη φωτισμένη Φλωρεντία ένα φτωχό παιδί. Πούλαγε χαρτομάντιλα στους περαστικούς με την ελπίδα να βγάλει κάποια χρήματα, για να 'χουν φαγητό τη μέρα των Χριστουγέννων αυτός κι η οικογένειά του. Ο πατέρας του έτρεχε όλη τη μέρα στα χωράφια, για να βγάζει ένα μεροκάματο, να καλύπτει ίσα ίσα το ενοίκιο του μισογκρεμισμένου σπιτιού τους. Η μητέρα -με τον μικρό του αδερφό που ήταν μόλις δυο ετών- πούλαγαν σπίρτα και μικρά αναθήματα στους περαστικούς. Ξαφνικά, καθώς κοίταζε το ποτάμι της χιονισμένης Φλωρεντίας, κάθισε πλάι του ένα πουλί. Του είπε πως φέτος θα ζήσει τα πιο όμορφα Χριστούγεννα της ζωής του. Γυρίζοντας σπίτι, σκεφτόταν όσα του είπε το πουλί. Και φτάνοντας έξω απ' τα ερείπια, βρήκε ένα καλάθι γεμάτο φαγητό. Είχε και χρήματα που θα κάλυπταν τα έξοδα της οικογένειας, για μισό χρόνο τουλάχιστον. Το μικρό αγόρι χάρηκε τόσο που -επιτέλους- θα γιόρταζε σαν άνθρωπος τα Χριστούγεννα με τη...

«Με αφορμή1 τη γιορτή των Χριστουγέννων...»

Image
1) «Αγάπη, Ειρήνη και Χαρά» Μία νύχτα -στα παλιά τα χρόνια στην περιοχή της Ναζαρέτ- σε μια παγωμένη φάτνη σ' έναν στάβλο γεμάτο αγνά ζωάκια σταμάτησε η Παναγία μας να φέρει Αγάπη, Ειρήνη και Χαρά στον κόσμο μας, φέρνοντας στη ζωή τον Ιησού Χριστό. Ένα βράδυ γεμάτο πόνο, κούραση και κραυγές -ψάχνοντας για βοήθεια μες στα χιόνια και στο κρύο- βρέθηκε αντιμέτωπη μ' έναν βοσκό που, αμέσως, πρόσφερε βοήθεια στη νεαρή κοπέλα. Έτσι, λοιπόν, έτρεξε γρήγορα να ετοιμάσει τη φάτνη, για τη γέννα του μικρού μας Ιησού. Αφού μάζεψε τα ζώα στους φράχτες, ετοίμασε ένα μέρος, για να μπορέσει να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Μαρία, ετοίμασε τα πιο μαλακά άχυρα που μπορούσε να βρει γύρω της. Έπειτα βρήκε κάτι παλιές, ξεχασμένες κουβέρτες στην αποθήκη του στάβλου. Αφού τελείωσε, έβαλε τη Μαρία να ξαπλώσει και βγήκε έξω, αφήνοντας την μόνη με τον Ιωσήφ. Εκείνο το βράδυ πάνω στον ουρανό έλαμψε ένα τεράστιο αστέρι που καθοδήγησε τρεις μυστήριους Μάγους προς την περιοχή του στάβλου. Περίπου δύο τρεις...

«Αν τα Χριστούγεννα ήταν...»

Image
  Αν τα Χριστούγεννα...  ήταν χρώμα  θα ήταν κόκκινο και θα ήταν τα δώρα κάτω απ' το δέντρο. Αν ήταν ήχος  θα 'ταν καμπάνες και θα θύμιζε το γιορτινό κλίμα. Αν ήταν γεύση, θα 'ταν σίγουρα  μελομακάρονα που τρώμε όλη μέρα.  Αν ήταν μυρωδιά  θα ήταν κανέλα από μελομακάρονα. ***** Αν ήταν χρώμα θα ήταν σκήπτρο πράσινο  και θα μου θύμιζε τον Κριτζ  των παιδικών μου χρόνων. Αν ήταν ήχος θα 'ταν καμπάνες  και θα με ξύπναγαν κάθε πρωί. Αν ήταν γεύση θα 'ταν μελομακάρονα και θα 'τρωγα κάθε μέρα πολλά. Αν ήταν μυρωδιά θα ήταν κανέλα και θα μου θύμιζε τη φάτνη του Χριστού. [Αγάπη-Χαρά-Οικογένεια-Διακοπές- Ευτυχία-Στολίδια-Καλοπέραση- Άγιος Βασίλης-Φαγητό- Ξενύχτι] ***** Χριστούγεννα... αν ήταν χρώμα θα 'ταν κόκκινο στολίδι  και θα το κρεμούσα στο δέντρο. Αν ήταν ήχος θα 'ταν βιολί και θα ακουγόταν ρυθμικά. Αν ήταν γεύση θα 'ταν γλυκά μελομακάρονα και θα τρώγαμε συνεχώς. Αν ήταν μυρωδιά θα 'ταν κανέλα και θα μας θύμιζε μπισκότα. ***** Αν ήταν ...

«Εμπνέομαι από το "1984"»

Image
Υποθέστε ότι είστε ένας/μία νέος/ νέα που ζει στον κόσμο του «1984». Αφηγηθείτε το εφιαλτικό χρονικό μιας ημέρας στο ημερολόγιο σας! 1 . Φρίκη του σήμερα... Αγαπημένη μου φίλη, Άλλη μια μέρα που δεν έχει αλλάξει τίποτα. Άλλη μια μέρα που το σκοτάδι είναι πιο δυνατό απ' το φως. Δεν ξέρω πλέον πότε θα ξαναδώ τον ήλιο με τα μάτια της καρδιάς. Είσαι η μόνη που μου 'χει απομείνει. Είσαι αυτή που μου δίνει Ελπίδα. Όλα εδώ μέσα είναι τόσο σκοτεινά! Οι άνθρωποι έχουν μίσος στην ψυχή. Μου είναι αδύνατο να σηκωθώ πια απ' το κρεβάτι. Μας αναγκάζουν να σηκωθούμε! Είναι τόσο δύσκολο να ξαναζήσω, όπως ζούσα κάποτε.      Σήμερα μ' έβαλαν να καθαρίσω την κουζίνα τους . Ήταν βρώμικη. Τόσο βρώμικη! Ποτέ δεν κατάλαβα πως μπορούν και τρώνε αυτό το φαγητό που μόνο έντομα δεν έχει πάνω του. Τα πιάτα ήταν πολλά. Ευτυχώς! Γιατί δεν ήθελα να κλειστώ πάλι στα σκοτάδια. Όταν πλένεις πιάτα,  απ' την αίθουσα καθαριότητας τουλάχιστον βλέπεις λίγο φως. Λαμπυρίζει και φωτίζει τα σκοτάδια μας... ...

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

Image
Είναι φορές που σκέφτεσαι: γιατί ζούμε, γιατί σ' αυτήν την εποχή, γιατί σ' αυτήν τη χώρα; Τι υπάρχει μετά θάνατον, τι νιώθουμε για το ανείπωτο, το ανέκφραστο; Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, πώς ο χρόνος και πώς οι εποχές του; Ποιος μας ελέγχει, επιτέλους; Εγώ με την αδελφή μου -που μένουμε στην Ιταλία με τη μητέρα μας, την  Αριάνα, και τον πατέρα μας Αντόνιο- είχαμε αυτές τις απορίες εδώ και καιρό. Μετακομίσαμε πριν λίγα χρόνια, γιατί είχαμε οικονομικά προβλήματα. Ήρθαμε εδώ, γιατί ο μπαμπάς κι η μαμά βρήκαν ένα σπίτι που μας χωράει όλους. Έχει μεγάλη αυλή με κήπο, πολλά φυτά και δέντρα. Τ' απογεύματα μαζευόμαστε όλοι μαζί. Συνήθως φωνάζουμε και τους φίλους μας. Να καθήσουμε μαζί. Λίγους μήνες μετά την άφιξή μας, οι γονείς βρήκαν την πρώτη τους δουλειά. Ο μπαμπάς δουλεύει σ' ένα βουλκανιζατέρ. Δεν έχει παράπονο. Πολλές φορές πριν τη δουλειά περνάει κι απ' τον φούρνο της γειτονιάς, να πάρει την μπουγάτσα του. Τη φτιάχνει η θεία ενός συμμαθητή μου. Η μαμά δουλεύει ως καθ...

«Η Αποστολή...»

Image
Βρισκόμαστε σ' ένα μικρό χωριό της Γαλλίας, γύρω στα 1920. Η Ιωάννα κι ο Μιχάλης είναι δυο νέοι άβγαλτοι κι αθώοι. Τίμιοι, μα κομματάκι αφελείς. Ζούνε στο μικρό τους χωριό, που 'ναι γεμάτο όμορφα λουλούδια και παλιά, πέτρινα σπίτια. Η καθημερινότητά τους μοιάζει απλή, πάνω κάτω πανομοιότυπη. Ώσπου μια μέρα εμφανίζεται ένας παράξενος, κόκκινος Φοίνικας στον τοπικό μεγάλο κήπο. Οι Παλιοί του χωριού λέγανε πως κάθε φορά που εμφανίζεται το πουλί, φέρνει μαζί μεγάλες αλλαγές, άλλοτε κακιές κι άλλοτε καλές. Στην αρχή, όλα έδειχναν καλά, ήρεμα κι ισορροπημένα. Έπειτα, τα λουλούδια άρχισαν να ξεραίνονται, τα φυτά να μαραίνονται κι η παραγωγή να μειώνεται. Οι άνθρωποι του χωριού ταλαιπωρούνταν, χωρίς καμιά εξήγηση. Έχαναν την όρεξη και τη χαρά τους. Ήταν ζωτικής σημασίας το πρόβλημα, άκρως σοβαρό. Όλοι τους έψαχναν τρόπο να λυθεί. Η Ιωάννα, γενναία και γεμάτη φαντασία, αποφάσισε να δράσει. Δεν ήταν μόνη, όμως. Δίπλα της στάθηκε ο Μιχάλης που την αγαπούσε κρυφά κι ήθελε να βοηθήσει.   ...