«Με αφορμή1 τη γιορτή των Χριστουγέννων...»
1) «Αγάπη, Ειρήνη και Χαρά»
Μία νύχτα -στα παλιά τα χρόνια στην περιοχή της Ναζαρέτ- σε μια παγωμένη φάτνη σ' έναν στάβλο γεμάτο αγνά ζωάκια σταμάτησε η Παναγία μας να φέρει Αγάπη, Ειρήνη και Χαρά στον κόσμο μας, φέρνοντας στη ζωή τον Ιησού Χριστό. Ένα βράδυ γεμάτο πόνο, κούραση και κραυγές -ψάχνοντας για βοήθεια μες στα χιόνια και στο κρύο- βρέθηκε αντιμέτωπη μ' έναν βοσκό που, αμέσως, πρόσφερε βοήθεια στη νεαρή κοπέλα. Έτσι, λοιπόν, έτρεξε γρήγορα να ετοιμάσει τη φάτνη, για τη γέννα του μικρού μας Ιησού. Αφού μάζεψε τα ζώα στους φράχτες, ετοίμασε ένα μέρος, για να μπορέσει να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Μαρία, ετοίμασε τα πιο μαλακά άχυρα που μπορούσε να βρει γύρω της. Έπειτα βρήκε κάτι παλιές, ξεχασμένες κουβέρτες στην αποθήκη του στάβλου. Αφού τελείωσε, έβαλε τη Μαρία να ξαπλώσει και βγήκε έξω, αφήνοντας την μόνη με τον Ιωσήφ. Εκείνο το βράδυ πάνω στον ουρανό έλαμψε ένα τεράστιο αστέρι που καθοδήγησε τρεις μυστήριους Μάγους προς την περιοχή του στάβλου. Περίπου δύο τρεις ώρες μετά, η Μαρία γέννησε κι οι μάγοι έφτασαν για να προσφέρουν τις ευχές και τα δώρα τους. Αυτό το γεγονός για εμάς λέγεται Χριστούγεννα που τα γιορτάζουμε τον χειμώνα. Μια παγκόσμια γιορτή που την τιμούμε μαζί με την οικογένεια και τους γνωστούς μας.
*****
2) «Η Σωτηρία των Χριστουγέννων»
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα απομακρυσμένο χωριό πάνω στα βουνά, το οποίο δεν γιόρταζε ποτέ τα Χριστούγεννα, γιατί οι άνθρωποι ήταν δυστυχισμένοι και δεν ένιωθαν το νόημα της γιορτής . Δε ζήσαν ποτέ τη χαρά των Χριστουγέννων κι όσο οι υπόλοιποι γιόρταζαν, αυτοί δούλευαν στα χωράφια τους. Ώσπου κάποια Χριστούγεννα κατέβηκε από τα βουνά ένας μυστήριος άνθρωπος, λίγο παχουλός. Φορούσε κόκκινο κουστούμι, είχε μια μεγάλη άσπρη γενειάδα κι ισχυριζόταν πως τον λέγανε Βασίλη. Προσπάθησε να τους φέρει το πνεύμα των Χριστούγεννων. Επειδή, όμως, δεν είχαν νιώσει ποτέ μα ποτέ το νόημα του, τον αμφισβητούσαν και ζητούσαν να φύγει. Ο Βασίλης δεν το έβαλε κάτω. Πείσμωσε και τους έδειξε τη μαγεία των Χριστουγέννων. Ανεβαίνοντας στο έλκηθρο, μοιράζοντας δώρα και χριστουγεννιάτικα φαγητά σ' όλα τα σπίτια. Έτσι οι πολίτες άρχισαν να τον πιστεύουν. Την επόμενη μέρα στόλισαν το χωριό με φωτάκια και δέντρα και έφεραν όλοι μαζί στο κέντρο του χωριού και δίνανε δώρα ο ένας στον άλλον. Από τότε και κάθε χρονιά γιόρταζαν τα Χριστούγεννα όλοι μαζί χάρη στον Άγιο Βασίλη που ερχόταν το βράδυ, όταν κοιμούνταν, και τους μοίραζε δώρα. Κι έτσι ζήσαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα.
*****
3) «Δεν μπλέκεις...»
Πριν από λίγα χρόνια, καθόμουν με τον φίλο μου την παραμονή των Χριστουγέννων και περιμέναμε με ανυπομονησία να μας φέρει τα δώρα ο Αϊ Βασίλης. Τοποθετήσαμε κάμερες σ' όλο το σπίτι για να 'χουμε αποδείξεις, αλλά στο τέλος μας πήρε ο ύπνος. Ο «καθυστερημένος» κύριος ήρθε, έφαγε τα μπισκότα και δε μας άφησε τη φεράρι που ζητήσαμε. Πήγαμε, λοιπόν, στον Βόρειο Πόλο να διαμαρτυρηθούμε, αλλά μας είπε πως δεν ήμασταν καλά παιδιά. Ορμήσαμε να τον δείρουμε, αλλά μπήκε μπροστά ο Ρούντολφ και μας εμβόλισε.
Τότε δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να πάμε να βρούμε τον Γκρίντζο. Τον πληρώσαμε και πήγε να πάρει πίσω όλα τα δώρα που μοίρασε ο Αϊ Βασίλης. Έτσι κανένα παιδί δεν είχε πια δώρο. Την επομένη νύχτα ο Αϊ Βασίλης ήρθε για εκδίκηση. Αλλα εμείς ήμασταν προετοιμασμένοι. Έίχαμε μικρύνει την καμινάδα κι έτσι εκείνος σφήνωσε. Ανάψαμε και το τζάκι, οπότε κάηкε ο ποπός του. Τον αφήσαμε έτσι, μέχρι που 'πεσε μες στο τζάκι. Την επομένη μας έφερε τρεις Φεράρι, όχι μόνο μία...
*****
4) «Η πολιτεία των ονείρων μας»
Η πολιτεία των ονείρων μου είναι ένας τόπος γεμάτος όμορφα τοπία. Έμπνευση κι αρμονία. Φαντάζομαι μια πολιτεία που ενώνει τους ανθρώπους με την αγάπη, τη δημιουργικότητα και τη συνεργασία. Ίσως ένα μέρος όπου η φύση συναντά την τεχνολογια, μ' έναν βιώσιμο τρόπο. Ένα όμορφο πρωινό ξημερώνει στο ποτάμι του Δούναβη κι εμείς χαζεύουμε την πανέμορφη θέα με τα καταπράσινα βουνά, την Ανατολή του ήλιου και το υπέροχο ποτάμι. Συνεχίσαμε τη μέρα με μια ενδιαφέρουσα εξερεύνηση της περιοχής. Ανακαλύψαμε πολλά άλλα, ξεχωριστά και τρομερά τοπία που δεν μπορείς να σταματήσεις να κοιτάζεις. Η μέρα έκλεισε με τ' άναμμα της φωτιάς στο δάσος, για να ζεσταθούμε και να ψήσουμε τα ποταμίσια ψάρια που ψαρέψαμε χτες.
*****
5) «Το ανεξήγητο γεγονός...»
Εκείνο το βράδυ η «ονειρεμένη Πολιτεία» δεν κοιμήθηκε στιγμή, γιατί τα Χριστούγεννα κόντευαν. Το χωριό ήταν γεμάτο λαμπάκια, δέντρα κι ένα χριστουγεννιάτικο πνεύμα πρωτόγνωρο. Όλα ήταν χιονισμένα. Τα παιδιά βγήκαν να παίξουν στο χιόνι κι όλοι ήταν τόσο, μα τόσο, χαρούμενοι. Ξαφνικά αναστατώθηκαν οι πάντες. Ο ουρανός καλύφθηκε μ' ένα παράξενο φως που έμοιαζε να έρχεται από κάπου, πολύ μακριά. Κανείς δεν μπορούσε εξηγήσει την προέλευσή του κι οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν. Ο μικρος Τάκης, μόλις είδε το φως, θυμήθηκε μια αρχαία ιστορία που του είχε πει ο παππούς του. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι στην πλατεία του χωριού κι έλεγαν ιστορίες που έχουν ακούσει από τα μέλη της οικογένειας τους. Ο καθένας ερμήνευε το γεγονός με τον δικό του τρόπο. Η κυρία Διονυσία, γνωστή ως γερόντισσα, έλεγε πως αυτό το φως ίσως να έχει έρθει για καλό, ίσως να έχει έρθει για ν' ακολουθήσουν την πορεία του. Όλη η πόλη έμεινε άγρυπνη εκείνο το βράδυ, προσπαθώντας να συλλάβει το ανεξήγητο γεγονός...
*****
6) «Οι ήρωες των Χριστουγέννων»
Εκείνο το βράδυ η «Ονειρεμένη Πολιτεία» δεν κοιμήθηκε στιγμή! Όλοι ήταν ανάστατοι, γιατί ο Γκριντζ ήρθε στο χωριό κι έκλεψε οτιδήποτε χριστουγεννιάτικο υπήρχε. Οι κάτοικοι, απελπισμένοι κι απογοητευμένοι, σιγά σιγά έχαναν το πνεύμα των Χριστουγέννων. Για καλή τους τύχη δυο παιδιά, ο Τζέικ κι ο Νικόλας, είδαν τον Γκριντζ να φεύγει κι αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Μάταια, όμως, προσπάθησαν. Ο Γκριντζ, με τα τέσσερα βόδια να τον οδηγούν στη σπηλιά του, κατάφερε να ξεφύγει. Τότε ο Τζέικ είχε τη φαϊνή ιδέα να πάνε στον Βόρειο Πόλο και να το αναφέρουν στον Άι Βασίλη, Στον δρόμο τους συνάντησαν τον Αμίρ που -επειδή ήταν «φτιαγμένος διαφορετικά»- ζήτησαν τη βοήθειά του, για να πάρουν πίσω τα δώρα και τον στολισμό που έκλεψε ο Γκρίντζ. Στην αρχή, ο Αμίρ αρνήθηκε, αλλά μετά του πρότειναν να του δώσουν τρία δολάρια, δέχτηκε και ξεκίνησε την αποστολή του. Στον δρόμο του, όμως, συνάντησε μιαν αρκούδα και δεν έκανε πίσω. Εμφάνισε με μαγικό τρόπο ένα γλειφιτζούρι και της το έδωσε, οπότε ο Αμίρ κι η αρκούδα έγιναν φίλοι. Μετά από λίγο ο Αμίρ ανακάλυψε τη σπηλιά του Γκριντζ και κατάφερε να πάρει τα πάντα πίσω, χωρίς να το καταλάβει. Οι τρεις ήρωες έφεραν χαρούμενοι πίσω στο χωριό τον στολισμό και τα δώρα, σώζοντας μ' αυτόν τον τρόπο το πνεύμα των Χριστουγέννων.
Αργότερα το βραδάκι, όσο χαλάρωναν ο Τζέικ κι ο Νικόλας, ξαφνικά τους απήγαγαν κάτι ξωτικά και τους υπνώτισαν. Όταν ξύπνησαν, αντίκρισαν τον Γκρίντζ. Τους είπε, «Γι' αυτό που κάνατε, θα το πληρώσετε ακριβά.» και τους κλείδωσε σ' ένα δωμάτιο με κατσαρίδες. Απελπισμένοι οι δυο φίλοι παραδόθηκαν στην μοίρα τους αλλά τότε συνέβη ένα θύμα. Ο Άι Βασίλης τους απελευθέρωσε και τους πήγε στον Βόρειο Πόλο, μαζί με τον Γκριντζ και τα κακά ξωτικά. Αφου είχε δει τι είχε γίνει, ο Άι Βασίλης κλείδωσε τον Γκριντζ και τα κακά ξωτικά στο υπόγειο και χάρισε στα δύο παιδιά το σκουφί του. και το όνομα «ήρωες των Χριστουγέννων».
*****
7) «Η ιστορία του μικρού Ιωσήφ»
Έναν καιρό και μια φορά, ανήμερα των Χριστουγέννων, μια οικογένεια φτωχή άφησε το νεογέννητο μωρό τους, έξω απ' την πόρτα ενός σπιτιού στην περιοχή Πανόραμα. Στο καλάθι του μωρού η μητέρα είχε ένα σημείωμα: «Ιωσήφ, ψάξε να με βρεις, όταν νιώσεις το πνεύμα των Χριστουγέννων. Με αγάπη... η μητέρα του!». O Ιωσήφ, με τη νέα του οικογένεια, μεγάλωσε μέσα στις ανέσεις και την πολυτέλεια. Όταν έφτασε στην ηλικία των δεκαέξι και κατανόησε πλήρως το νόημα των Χριστουγέννων, αποφάσισε να ξεκινήσει το ταξίδι του.
Τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων έφυγε, δίχως την άδεια των γονιών του. Πρώτα επισκέφθηκε τη λίμνη Τρινίκα Βέσσιο, όπου υπήρχε ένας μύθος σχετικά με τη μαγική ύπαρξη ενός ξωτικού, ονόματι «κουραμπιές». Λεγόταν πως μπορούσε να βοηθήσει σ' αυτό το ταξίδι του Ιωσήφ.
Ο Ιωσήφ, αποφασισμένος να βρει τη μαμά του, επισκέφτηκε τον Κουραμπιέ. Μαγεμένοι από την ομορφιά και το πνεύμα των Χριστουγέννων, ταξίδεψαν μαζί μέσα από το Άρτο ντε Αργκέντο με τον μαγικό ιπτάμενο τάρανδο του κουραμπιέ και τη μαγική πυξίδα -δώρο του Αϊ Βασίλη στον Κουραμπιέ- κι έτσι μπορούσαν να βρουν εύκολα τη μητέρα του Ιωσήφ.
Μετά το μεγάλο ταξίδι τους, η πυξίδα άρχισε να τραγουδάει, σημάδι πως έφτασαν στον τελικό τους προορισμό, την Χιονοτοπία, μια πόλη καλυμμένη από χιόνι. Εκεί έψαξαν όλα τα σπίτια κι έχασαν σιγά σιγά όλες τις ελπίδες τους μία προς μία. Ώσπου τελικά το ένιωσαν. Το πνεύμα των Χριστουγέννων τραγουδούσε μέσα τους. Και τελικά την βρήκαν. Ο Ιωσήφ την αγκάλιασε, μόλις την είδε μπροστά της. Έτσι η αποστολή του κουραμπιέ έφτασε στο τέλος της και πέταξε στον ουρανό. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
*****
8) «Η Συνωμοσία των Χριστουγέννων»
Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα απομακρυσμένο χωριό ζούσε ένα παιδί που το έλεγαν Παναγιώτη. Οι γονείς του είχαν πάει ένα ταξίδι κι είχε μείνει μαζί με την νταντά, για να τον προσέχει. Ένα απόγευμα η νταντά πήγε μέχρι το σουπερμάρκετ. Το παιδί είχε μείνει μόνο του μέσα στο σπίτι. Κάποιοι άνθρωποι προσπάθησαν να το ληστέψουν και το παιδί είχε τρομοκρατηθεί. Στη συνέχεια σκέφτηκε πολλούς τρόπους, ώστε να δημιουργήσει αρκετές παγίδες. Οι ληστές μπόρεσαν και μπήκαν μέσα στο σπίτι, αλλά το παιδί είχε ήδη ετοιμάσει τις παγίδες. Οι ληστές έπεσαν πάνω σε όλες τις μικρές παγίδες που είχε δημιουργήσει ο μικρός Παναγιώτης. Αυτός, όσο οι ληστές ήταν μπλεγμένοι στις παγίδες, κάλεσε την αστυνομία. Η αστυνομία -στα επόμενα 20 λεπτά- συνέλαβε τους ληστές. Η νταντά του μικρού Παναγιώτη, όταν είδε την αστυνομία έξω απ' το σπίτι, τρόμαξε. Όταν έμαθε από τους αστυνομικούς τι έγινε, πήγε στο τμήμα, για να δώσει κατάθεση. Έτσι ο μικρός Παναγιώτης ήταν μια χαρά κι ασφαλής πλέον, ενώ οι γονείς, αφού γύρισαν πίσω, ζήσαν αυτοί καλά κι μείς καλύτερα...
*****
9) «Το χριστουγεννιάτικο Χωριό»
Μια φορά κι ένα μαγικό χωριό, η οικογένεια του μικρού Αναξίμανδρου έφτασε εκεί όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων, στον εντυπωσιακό Βόρειο Πόλο. Ο μικρός Αναξίμανδρος, αποφάσισε να εξερευνήσει το μαγευτικό αυτό μέρος. Έπειτα, από αρκετές ώρες περιπλάνησης, συνειδητοποίησε πως είχε πλέον χαθεί. Όμως, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Έτσι, αφού άναψε φωτιά, κατασκήνωσε κάτω απ' ένα δέντρο. Ξαφνικά, άκουσε παράξενους βηματισμούς. Αυτό ήταν κι η αιτία να ξυπνήσει. Αντίκρισε, τότε, μια μικροσκοπική φιγούρα και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Μετά αρκετή ώρα, διέκρινε ένα υπερβατικό φως. Πλησίασε πιο κοντά και δεν μπορούσε να πιστέψει ό,τι έβλεπε. Περιτριγυριζόταν από πολλά ξωτικά που χαρωπά συζητούσαν μεταξύ τους. Λίγο πιο ρκει είδε και τον μυθικό Άγιο Βασίλη. Μαγεμένος ο Αναξίμανδρος απ' την ομορφιά του χωριού, ρώτησε εάν μπορούσε να μείνει, για να τους βοηθήσει με την παράδοση των δώρων μιας κι ήταν η παραμονή των Χριστουγέννων. Ο Άγιος Βασίλης, με χαρά δέχτηκε την πρόταση του μικρού Αναξίμανδρου. Έτσι ξεκίνησαν μαζί γι' αυτήν τη μαγική εμπειρία. Μετά την επιτυχία της αποστολής τους, ο Άγιος Βασίλης τον ευχαρίστησε και τον πήγε πίσω στην οικογένεια του με το ιπτάμενο έλκυθρο. Αυτή η εμπειρία έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό του μικρού παιδιού. Ήταν πολύ χαρούμενος που βοήθησε τον Άγιο Βασίλη καθώς κι επειδή μοιράστηκε τη μαγική αυτή περιπέτεια μαζί του.
*****
10) «Το πνεύμα των παιχνιδιών»
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη μακρινή ζούσε ένας πατέρας με το παιδί του. Ο πατέρας ήταν ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης βιομηχανίας παιχνιδιών στην περιοχή.
Ήταν γιορτές, παραμονή Χριστουγέννων, κι η βιομηχανία διοργάνωνε γιορτή, την τελευταία της χρονιάς. Ο πατέρας έπαιρνε μαζί τον γιο του κάθε χρόνο. Όμως, το παιδί είχε ακούσει φήμες απ' τους παλιούς πως -τάχα- εκείνην τη νύχτα τα παιχνίδια ζωντάνευαν. Έτσι, είχε την περιέργεια να δει αν αληθεύουν οι φήμες...
Όταν τελείωσε η γιορτή κι όλοι οι εργάτες και φιλοξενούμενοι έφυγαν, ο μικρός ξεγλύστρισε στην αποθήκη. Μα, βρισκόταν στο υπόγειο. Ο μπαμπάς συμμάζευε τον χώρο της γιορτής και δεν κατάλαβε πως το παιδί ήταν άφαντο. Όταν άνοιξε η πόρτα της αποθήκης, το παιδί -προς έκπληξή του- επιβεβαίωσε τις παιχνιδοφήμες. Είδε τις κούκλες να χορεύουν χέρι-χέρι, τα τρενάκια να σφυρίζουν και τα στρατιωτάκια να παρατάσονται σε φάλαγγες. Όλα, φυσικά, τα συντόνιζε ο Άι Βασίλης με τον μαγικό σκούφο. Ο γιος δίστασε, αρχικά, να μπει στην αίθουσα. Τελικά πήρε θάρρος κι έγινε ένα με τη γιορτή των παιχνιδιών.
Εν τω μεταξύ, ο πατέρας του κατάλαβε ότι έλειπε και ξεκίνησε να τον ψάχνει, σ' όλους τους ορόφους του κτιρίου, φωνάζοντας. Μέχρι που πέρασε από την αποθήκη κι άκουσε φωνές και μουσικές. Βρήκε τον γιο του με τα παιχνίδια να παίζουν. Δεν μπορούσε να το πιστέψει!
«Πώς είναι δυνατόν;» σκέφτηκε...τελικά, ο γιος εξήγησε όλην την ιστορία και τις φήμες. Ο πατέρας έμεινε άφωνος. Κάθισαν μαζί κι έπαιξαν ως την ανατολή του ήλιου. Ξημέρωναν, επιτέλους, τα Χριστούγεννα και τα μαγαζιά την επομένη θα ήταν κλειστά. Έπρεπε, λοιπόν, να επιστρέψουν σπίτι, οπότε αποχαιρέτησαν αναγκαστικά τα παιχνίδια.
Τελικώς, απεδείχτη περίτρανα πως το πνεύμα των Χριστουγέννων δε μεταφέρεται μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στα παιχνίδια. Μεταφέρεται, γενικώς, σ' όποιον έχει την αγάπη στην ψυχή του!

Comments
Post a Comment