«Με αφορμή3 τη γιορτή των

 
1) «Το θαύμα τον Χριστουγέννων» 
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων κι ετοιμαζόμουν να βγω με κάποιους φίλους μου. Η ώρα είχε πάει 11.30', όταν μπήκε στο δωμάτιο η μητέρα μου κι άρχισε να μου λέει πως έχει μαγειρέψει για τους δυο μας και με παρακαλεί να μείνω, για να φάμε μαζί. Εγώ νευρίασα κι άρχισα να της φωνάζω πως δεν μπορούμε πια να κάνουμε όλες τις γιορτές μαζί. Εκείνη έβαλε τα κλάματα, τονίζοντας ότι από τότε που χάσαμε τον μπαμπά, δεν κάθομαι καθόλου μαζί της. Εκεί νευρίασα πάρα πολύ! Μα, πώς μπορούσε να επικαλείται τον μπαμπά σ' αυτό το θέμα;
   Την έσπρωξα κι έφυγα από το σπίτι. Πήρα το αμάξι, βγήκα με τους φίλους, ήπιαμε τα ποτά μας, περάσαμε πολύ ωραία. Όταν γύρισα ξημερώματα -περίπου στις 5 το πρωί- τη βρήκα να κοιμάται αγκαλιά με μια εικόνα του μπαμπά και της Παναγίας. Δεν μπορώ άλλο! Με νευριάζει που χρησιμοποιεί τον μπαμπά ως δικαιολογία, για να καθόμαστε μαζί. Ούτε να τη βλέπω δε θέλω! 
   Οι  επόμενες μέρες είναι πολύ περίεργες. Δε μιλάμε καθόλου, αλλά βιώνω διαρκώς κάτι περίεργο. Βλέπω κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. Βλέπω την εικόνα που κρατούσε η μάνα μου, όταν μπήκα σπίτι απ' την έξοδο. Μαζί και τον μπαμπά. Όλο κάτι θέλουν να μου πουν, αλλά ξυπνάω φοβισμένος και κλαίω. Έχω εδώ και τέσσερις μέρες που το βλέπω αυτό το όνειρο. Για να πω την αλήθεια έχω φοβηθεί. Σκέφτηκα να κάνω την προσευχή μου, για να κοιμηθώ. Είδα την Παναγιά να μου λέει ότι πρέπει τουλάχιστον να κάνω Πρωτοχρονιά μαζί της, γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί έως τα επόμενα Χριστούγεννα. Ξύπνησα τρομαγμένος και δεν ξέρω ποιος μ' έκανε να τρέξω στην εκκλησιά. Έξω γίνεται χαμός! Ρίχνει χιονοθύελλα και περπατάω σχεδόν με το ζόρι. Χιονίζει, φυσάει και είναι θεοσκότεινα, μαύρα μεσάνυχτα. Με τα χίλια ζόρια φτάνω, προσκυνάω και με παίρνει ο ύπνος μες στην εκκλησιά. Είναι η πρώτη φορά μετά τόσον καιρό που κοιμάμαι κανονικά. Φτάνει η Πρωτοχρονιά και μπορώ να πω ότι περάσαμε υπέροχα με τη μαμά μου. Τώρα είναι ξανά Χριστούγεννα κι η μητέρα δεν είναι πλέον μαζί μας...
2) «Το χριστουγεννιάτικο θαύμα»
Η ιστορία μας ξεκινάει από ένα μικρό σπίτι στο χωριό, όπου ζει μία πολύ φτωχή οικογένεια. Ο μικρός Γιαννάκης ενθουσιάστηκε για την ημέρα των Χριστουγέννων, κυρίως απ' όσα άκουγε στο σχολείο. Η προσοχή του Γιαννάκη έπεσε στα δώρα. Ειδικά, όταν μιλούσαν για έναν χοντρό κύριο, με άσπρη γενειάδα και κόκκινα ρούχα που μετέφερε τα δώρα στα σπίτια των παιδιών. Τον ενδιέφεραν τόσο πολύ τα Χριστούγεννα, που έλεγε στην μητέρα του ό,τι ήξερε γι' αυτά. Οι γονείς του, όμως, κατάλαβαν ότι, όχι μόνο δεν υπάρχει αυτός ο κύριος, αλλά κι ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάποιο δώρο στον μοναχογιό τους. Οι μέρες περνούσαν, η αγωνία μεγάλωνε κι οι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα είχαν ξεκινήσει για όλους στο χωριό. Μόνο ο μικρός Γιαννάκης δεν παρατηρούσε αλλαγή στο σπίτι του κι ανησυχούσε. Μήπως δεν είχαν αρκετή σημασία τα Χριστούγεννα για τους γονείς του; Μήπως δεν υπήρχαν τα Χριστούγεννα; Ο μικρός Γιαννάκης δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα, ύπνο δεν έβρισκε.Τα σχολεία κλείνουν και τώρα ο Γιαννάκης κάθεται στο σπίτι του. Καταλαβαίνει ότι τη Χριστούγεννα σχεδόν ήρθαν κι η ανησυχία επεκτείνεται. Την παραμονή, η οικογένεια συγκεντρώνεται και τρώει ένα δείπνο φτωχικό. Ακόμη, καμιά αλλαγή. Ο Γιαννάκης ξαφνικά κοιμάται καλά, για πρώτη φορά μετά από καιρό. Το πρωί βλέπει στο σπίτι στολισμένο με φωτάκια, οι παλιές, σκονισμένες και μισολιωμένες κουρτίνες αντικαταστάθηκαν με ολοκαίνουριες.  Τέλος ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο στη μέση του σπιτιού, φωτίζει κάθε γωνιά. Ο Γιαννάκης ρωτάει τότε τη μητέρα τι άλλαξε. Ο πατέρας του λέει: «Τη νύχτα ένας χοντρός, γλυκός κύριος με άσπρη γενειάδα και κόκκινη στολή, ήρθε και με μία κίνηση του χεριού του μεταμόρφωσε όλο το σπίτι!» Μετά ο Γιαννάκης πήρε τη δώρα του. Από τότε η οικογένεια άρχισε να τα πηγαίνει καλύτερα στα οικονομικά μέχρι που μετακόμισε κι απ' το χωριό. Έτσι ο Γιαννάκης δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το θαύμα των Χριστουγέννων. 
3) «Τα πιο μαγικά Χριστούγεννα...»
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα μικρό χωριό περιτριγυρισμένο από χιονισμένα βουνά ζούσε ένας νεαρός μάγος, ο Όστι. Ετούτος δεν ήταν σαν τους άλλους μάγους που ήξεραν ξόρκια, να κάνουν τα δέντρα ν' ανθίζουν ή τα αστέρια να πέφτουν. Ήταν ακόμη μαθητής! Και τα ξόρκια του, κάποιες φορές, οδηγούσαν σε μικρές -ή λίγο μεγαλύτερες- καταστροφές. 
   Όλοι στο χωριό τον αγαπούσαν πολύ. Κυρίως για την καλή του την καρδιά! Του ζητούσαν, όμως, να μην ανακατεύεται στις διάφορες δουλειές, ειδικά όταν πλησίαζαν η γιορτή των Χριστουγέννων, γιατί τα έκανε όλα μαντάρα. 
   Τότε, μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα, τα παιδιά του χωριού έτρεξαν στον Όστι, φωνάζοντας πως το αστέρι είχε χαθεί απ' την κορφή του δέντρου των Χριστουγέννων. Ο Όστι αποφάσισε να το βρει κι άρχισε το ψάξιμο από το κοντινό δάσος.
   Στον δρόμο μια κουκουβάγια του είπε πως είχε δει το αστέρι στο ξέφωτο. Ο Όστι, πράγματι, το βρήκε εκεί να λάμπει υπέροχα. Το αστέρι του αποκάλυψε πως είχε φύγει, γιατί είχε χαθεί η μαγεία των γιορτών κι είχε ξεθωριάσει το πνεύμα των Χριστουγέννων στο χωριό του.
     Ο Όστι κατάλαβε. Επέστρεψε στο χωριό και εξήγησε στους χωριανούς του πως η χαρά των Χριστουγέννων κρύβεται στην καλοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Όλοι  άρχισαν τότε να μοιράζονται στιγμές χαράς και πράξεις καλοσύνης. Έτσι το αστέρι επέστρεψε κι αυτό κι άρχισε να λάμπει ξανά. Ο Όστι το έβαλε στην κορυφή του δέντρου και το χωριό γιόρτασε τα πιο μαγικά του Χριστούγεννα!
4) «Χριστούγεννα»
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Μια κρύα, κάτασπρη απ'το χιόνι και γιορτινή μέρα. Στα σπίτια έπαιζε χαρούμενη μουσική όσο το τζάκι σιγόκαιγε αναμμένο και στο τραπέζι βρίσκονταν τα πιο ωραία χριστουγεννιάτικα γλυκά. Όλοι ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Περιμένοντας να έρθει η μέρα που γιορτάζουμε την γέννηση του Χριστού, μαζεύτηκαν όλοι τους στα σπίτια, με συγγενείς και φίλους. Δεν ήταν, όμως, για όλους τόσο φανταχτερή η μέρα. Οι άνθρωποι έξω στον δρόμο, μεγάλοι και παιδιά δεν είχαν την ζεστασιά, τα γλυκά και την συντροφιά αυτών μέσα στα σπίτια. Ήταν μόνοι τους, με μόνη παρηγοριά το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πιο ευτυχισμένοι από τους επιφανειακά χαρούμενους που έβλεπαν εμπορικά καταστήματα την άγια μέρα των Χριστουγέννων κι αγνοούσαν το αληθινό της νόημα. Παρόλο που τους έλειπε η σόμπα ή το τζάκι, το γιορτινό φαγητό και το στολισμένο δέντρο, αυτοί οι άνθρωποι ήταν γεμάτοι στην ψυχή. Αυτό είναι και το νόημα των Χριστουγέννων. Να βλέπουμε πίσω από την επιφανειακή εικόνα και να ψάχνουμε μέσα μας να βρούμε την αλήθεια και την αγάπη. 
5) « Στην Μελομακαρονούπολη...»
Εκείνο το βράδυ η «Μελομακαρονούπολη» δεν κοιμήθηκε στιγμή! Οι γονείς ήταν πολύ αναστατωμένοι, γιατί είχε πάει 12:30 κι όλοι περίμεναν τον Άγιο Βασίλη να φέρει τα δώρα για την παραμονή των Χριστουγέννων. Κανείς, όμως, δε γνώριζε ότι στην λίμνη «Χιονισμένος Κουραμπιεδόμυλος» είχε συμβεί κάτι παράδοξο, καθώς αυτή η λίμνη ήταν άγνωστη σε πολλούς. Ήταν ένα μυστικό μέρος που είχαν ανακαλύψει τα ξωτικά και γιόρταζαν την επιτυχία τους, κάνοντας πατινάζ στα παγωμένα νερά. Οι καταρράκτες της λίμνης αποτελούσαν την πύλη για το μυστικό χωριό του Αϊ-Βασίλη, που ήταν ο μόνος δρόμος για την Μελομακαρονούπολη.
Φέτος, λοιπόν, έγινε ένα δυστύχημα. Εκεί που γιόρταζαν τα ξωτικά την επιτυχία τους, ξαφνικά είδαν το έλκηθρο των Άγιου Βασίλη να προσγειώνεται απότομα, λόγω χιονοθύελλας. Τότε τα δώρα πετάχτηκαν στην αέρα, το έλκηθρο χωρίστηκε στα δύο κι όλοι πανικοβλήθηκαν.
Αμέσως τα ξωτικά έβαλαν τα παγοπέδιλα τους κι έτρεξαν να βοηθήσουν τον Άι-Βασίλη. Τα περισσότερα άρχισαν να μαζεύουν τα δώρα, ενώ μερικά έφεραν γλάσο, για να κολλήσουν τα κομμάτια του έλκηθρου. Εκείνη τη στιγμή η  αστυνομία του Άγιου ήρθε και παρέλαβε 
τους τραυματισμένους ταράνδους, τον ίδιο και το έλκηθρο. Όμως, η μαγική σκόνη που θα χρησιμοποιούσαν οι τάρανδοι, για τα πετάξουν, απλώθηκε πάνω στα ξωτικά, τα οποία μετέφεραν αναγκαστικά όλα τα δώρα στα σπίτια της Μελομακαρονούπολης. Έτσι όλα τα παιδιά ήταν χαρούμενα κι οι γονείς τους ανακουφισμένοι. Καλά Χριστούγεννα!

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»