«Με αφορμή2 τη γιορτή των
Μια φορά κι έναν καιρό, την παραμονή των Χριστουγέννων ζούσε στη φωτισμένη Φλωρεντία ένα φτωχό παιδί. Πούλαγε χαρτομάντιλα στους περαστικούς με την ελπίδα να βγάλει κάποια χρήματα, για να 'χουν φαγητό τη μέρα των Χριστουγέννων αυτός κι η οικογένειά του. Ο πατέρας του έτρεχε όλη τη μέρα στα χωράφια, για να βγάζει ένα μεροκάματο, να καλύπτει ίσα ίσα το ενοίκιο του μισογκρεμισμένου σπιτιού τους. Η μητέρα -με τον μικρό του αδερφό που ήταν μόλις δυο ετών- πούλαγαν σπίρτα και μικρά αναθήματα στους περαστικούς. Ξαφνικά, καθώς κοίταζε το ποτάμι της χιονισμένης Φλωρεντίας, κάθισε πλάι του ένα πουλί. Του είπε πως φέτος θα ζήσει τα πιο όμορφα Χριστούγεννα της ζωής του. Γυρίζοντας σπίτι, σκεφτόταν όσα του είπε το πουλί. Και φτάνοντας έξω απ' τα ερείπια, βρήκε ένα καλάθι γεμάτο φαγητό. Είχε και χρήματα που θα κάλυπταν τα έξοδα της οικογένειας, για μισό χρόνο τουλάχιστον. Το μικρό αγόρι χάρηκε τόσο που -επιτέλους- θα γιόρταζε σαν άνθρωπος τα Χριστούγεννα με την οικογένεια!
*****
2) «Η επιστροφή των κλεμμένων χριστουγεννιάτικων δώρων»
Μια φορά κι έναν καιρό ο Δον Κιχώτης πήγε με το άλογο κι έναν φίλο του βόλτα σε μια πόλη, τη Ρώμη. Βρήκαν εκεί τον Άι Βασίλη και του ζήτησαν για τα Χριστούγεννα να τους δώσει δυο ιπτάμενους ταράνδους. Τη στιγμή που εκείνος ετοιμαζόταν να τους δώσει τους ταράνδους, ήρθε ξαφνικά ο Γκριντζ και τους έκλεψε. Μαζί και τα δώρα. Έφυγε πετώντας πάνω στο έλκηθρο. Τώρα ο Άι Βασίλης έμεινε χωρίς δώρα για τα Χριστούγεννα, που ήταν μετά λίγες μέρες. Απελπισμένος, ζήτησε βοήθεια απ' τον Δον Κιχώτη και τον φίλο του κι άρχισαν όλοι μαζί να ψάχνουν τον Γκριντζ. Ωστόσο, αυτός πετούσε ήδη πάνω απ' τη στολισμένη Ρώμη. Έβλεπε από κάτω όλα τα χαρούμενα παιδάκια που περίμεναν πώς και πώς να πάρουν τα δώρα τους. Εκείνην
τη στιγμή σκεφτόταν πώς θα νιώσουν αργότερα τα παιδιά αυτά, γιατί κι ο ίδιος δεν είχε πάρει δώρο για τα Χριστούγεννα, ποτέ του. Ένιωσε πολύ άσχημα, γιατί ήξερε πως θα νιώσουν αυτά τα παιδιά. Ο Γκριντζ, μετανιωμένος, έκανε αναστροφή με το έλκηθρο και γύρισε πίσω, παραδίδοντάς στον Αϊ Βασίλη τους ταράνδους. Ζήτησε απ' τον Αϊ Βασίλη να τον συγχωρέσει, γιατί ζήλευε τους υπόλοιπους ανθρώπους που έπαιρναν δώρα, ενώ αυτός δεν πήρε ποτέ. Ο Άι Βασίλης, όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά του έδωσε όσα δώρα δεν του είχε δώσει τόσα χρόνια. Έδωσε και στον Δον Κιχώτη και τον φίλο του τους ταράνδους που είχαν ζητήσει. Τελικά, ήταν όλοι χαρούμενοι που πήραν αυτό που ήθελαν κι ο Αϊ Βασίλης που πήρε πίσω τα δώρα του!
*****
3) «Η Πορεία προς το Άστρο»
Ο ήλιος έδυε κι ο ουρανός μετατράπηκε σε μια ζωγραφιά από θερμές και παράλληλα σκοτεινές αποχρώσεις. Τότε οι μάγοι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, αντίκρισαν το λαμπρό σημάδι προς τον ερχόμενο Μεσσία, το περίλαμπρο Αστέρι. Το ταξίδι τους, όμως, δεν ήταν και τόσο εύκολο, διότι οι καμήλες τους ξεκίνησαν τη λογοδιάροια,γι' άλλη μια φορά.
(Μελχιόρ) -- Ρε παιδιά, δε θα φάμε τίποτα; Η κοιλιά μου διαμαρτύρεται...
(Βαλτάσαρ) -- Πω πω, ναι! Λιγουρεύτηκα και το χορταράκι στην προηγούμενη στάση μας.
(Κασπάρ) -- Άιντε, να φάμε κάτι, γιατί θα καταρρεύσω!
Μόλις το είπε αυτό, τα πόδια του ξεκίνησαν να τρέμουν κι ο μάγος που ήταν πάνω του, πάλευε να μην του πέσει το δώρο.
(Μελχιόρ) -- Μη γέρνεις τις καμπούρες σου, γιατί, αν πέσουν τα δώρα, τη βάψαμε!
(Κασπάρ) -- Δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς! Δεν αντέχεται άλλο αυτό το μαρτύριο...
(Βαλτάσαρ) -- Αμάν, βρε παιδιά, κάντε λίγη υπομονή... μέχρι να συναντήσουμε τον μικρό βασιλιά. Κάντε το, γι' αυτόν! Μετά μπορείτε να φάτε όσο επιθυμείτε.
Τότε οι καμήλες συμφώνησαν κι οι Μάγοι κούνησαν το κεφάλι, καθώς έπαιρναν πάλι τον δρόμο τους. Οι ώρες περνούσαν αργά και βασανιστικά. Ξαφνικά, η ησυχία διακόπηκε από ένα γουργουρητό.
(Κασπάρ)-- Παιδιά, δεν μπορώ άλλο,! Η κοιλιά μου έχει κολλήσει στην πλάτη...
(Μελχιόρ, Βαλτάσαρ) -- ΚΑΣΠΑΡΡΡ!
*****
*****
4) «Χριστούγεννα σε στοιχειωμένο κάστρο»
Ήταν μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα και μια οικογένεια μετακινούνταν με το αυτοκίνητο, για να επισκεφτούν κάτι μακρινούς συγγενείς, που μόλις είχαν μετακομίσει κοντά, ώστε να περάσουν τις γιορτές όλοι μαζί. Ο δρόμος θα ήταν μακρύς, αλλά άξιζε την ταλαιπωρία και τις δέκα στάσεις που, σίγουρα είχαν κάνει ως τώρα. Η οικογένεια συνέχισε τον δρόμο της, μέχρι που κατά το βράδυ, έπαθε λάστιχο το αυτοκίνητο. Πήραν επανειλημμένα τηλέφωνο, για να τους βοηθήσουν, καθώς δεν είχαν μαζί τους ρεζέρβα. Είχαν και δώρα κι αποσκευές στο πορτμπαγκάζ. Μα, δίχως σήμα, τα τηλέφωνα ήταν νεκρά. Η μητέρα πρότεινε -καθώς νύχτωνε- να ψάξουν ένα μέρος, να κοιμηθούν. Κοίταξαν τριγύρω μήπως υπήρχε καμιά καλύβα -μια και βρίσκονταν κοντά στα βουνά-.
Τα βουνά σιγά σιγά γίνονταν άσπρα απ' το λεπτό χιόνι που έπεφτε παντού τριγύρω και πάνω στο κεφάλι τους. Η μικρότερη κόρη, -ενθουσιασμένη απ' το χιόνι- περιφερόταν όλο και μακρύτερα απ' το αυτοκίνητο και τους δικούς της. Το κατάλαβαν λίγο αργά κι άρχισαν να την ψάχνουν. Το ψάξιμο γρήγορα εντάθηκε, με μανία και τρόμο για τη μοίρα του παιδιού, μέχρι που την είδαν λίγο παραπέρα, απλά να περιμένει μπροστά σ' ένα μέρος. Τι περίμενε όμως;
Η υπόλοιπη οικογένεια την πλησίασε και -μέσα απ' το χιόνι που χειροτέρευε και τον ήλιο που είχε κρυφτεί σχεδόν ολόκληρος πίσω απ' τα βουνά που τους περιτριγύριζαν- εμφανίστηκε μπροστά τους ένα κτήριο πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι φαντάζονταν αρχικά. Ήταν ένα κάστρο, πραγματικά μεγάλο, με τους τοίχους του γκρι σκούρο. Μα γινόταν κατάλευκοι στις κορυφές τους από το πολύ χιόνι.
Οι γονείς, κουρασμένοι απ' το ταξίδι και τις βαλίτσες που κρατούσαν, αποφάσισαν να γυρίσουν στο αυτοκίνητο. Ποιος ξέρει τι είδους άνθρωποι μένανε εδώ ή αν έστω έμενε κάποιος. Τα δυο παιδιά, όμως, χτυπούσαν ήδη την πόρτα με ανυπομονησία να δουν πώς είναι από μέσα το πελώριο κτήριο. Η πόρτα, μ' έναν έντονο ήχο, σα να γραντζουνούσε το πάτωμα, άνοιξε από μόνη της. Τα παιδιά δε σταμάτησαν να παρακαλούν τους γονείς, για να κάτσουν εδώ το βράδυ. Έλεγαν πως είναι αρκετά αργά και το χιόνι δεν θα τους άφηνε να γυρίσουν στ' αμάξι. Μετά από πολλές προσπάθειες, τα παιδιά κατάφεραν να τους πείσουν. Διάβηκαν τις πόρτες του κάστρου κι άρχισαν να ψάχνουν για το κεντρικό σαλόνι. Τελικά το βρήκαν κι άναψαν το μεγάλο τζάκι για λίγη ζεστασιά απ' το κρύο. Με το που γύρισαν, όμως, να κοιτάξουν αλλού, η φωτιά έσβησε μόνη της. Ξαφνιάστηκαν απ' ό,τι συνέβη, καθώς όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Οι γονείς, αρχικά, δε σκέφτηκαν κάτι.
Ο μεγάλος γιος, βεβαίως, είπε για πλάκα ότι ήταν έργο φαντασμάτων. Η μικρότερη κόρη τον κοίταξε με βλέμμα απορημένο. Ενθουσιασμένη, τον ρώτησε αν είχε δει κι εκείνος την κυρία-φάντασμα. Παραξενεμένος ο αδερφός, της έκανε κάποιες ερωτήσεις, πιστεύοντας πως τα είπε όλα για πλάκα, όπως κι εκείνος. Όταν το κορίτσι αρνήθηκε, ο γιος απλώς προσπέρασε τα «ψέματά της», θύμωσε και κατέφυγε στον καναπέ.
Κατέληξαν να πάνε για ύπνο η οικογένεια, ώστε να ξυπνήσουν νωρίς, για να φύγουν όσο πιο γρήγορα μπορούν. Τουλάχιστον να δουν τους δικούς τους την ημέρα των Χριστουγέννων, σκέφτηκαν. Μέσα στη νύχτα άκουγαν περίεργους ήχους απ' όλα τα δωμάτια του κάστρου. Μέχρι που δεν άντεχαν και σηκώθηκαν τα παιδιά να ερευνήσουν τους ήχους. Με βήματα ήσυχα, σαν γάτας, πήγαν στο σαλόνι. Τα μάτια του μεγάλου γιου διπλασιάστηκαν σε μέγεθος. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Φαντάσματα! Και πολλά, μάλιστα, τριγυρνούσαν σ' όλο το κάστρο. Κάποια άκουγαν χριστουγεννιάτικα τραγούδια, άλλα έπαιζαν μπιρίμπα ή σκάκι κι άλλα τεμπέλιαζαν. Δυο κύριοι συζητούσαν για πολιτικά, δύο αιώνων πριν τουλάχιστον. Η κόρη κοιτούσε τα πάντα μ' ένα βλέμμα, αντίθετο απ' του γιου. Ήταν έτοιμη ν' αγκαλιάσει την κυρία που έπαιζε μπιρίμπα, την ίδια που 'χε αντικρίσει νωρίτερα, όταν πρωτοείδε το κάστρο. Ο αδερφός της την κράτησε, προτού πλησιάσει τα φαντάσματα.
Άρχισαν να βαδίζουν, για να γυρίσουν στους γονείς, αλλά το πάτωμα τραντάχτηκε. Τα φαντάσματα γύρισαν προς τα κει που ήταν τα παιδιά. Ο γιος έγινε άσπρος, σαν τα φαντάσματα, απ' τον φόβο του, κι ήταν έτοιμος να τρέξει. Η αδερφή του τον σταμάτησε και τον έσπρωξε προς τα φαντάσματα. Τον έστειλε -μ' ένα μεγάλο χαμόγελο- προς την κυρία. Όλα είχαν καταλήξει στο αναπάντεχο!
Εντωμεταξύ οι γονείς ξαφνιάστηκαν κι ανησύχησαν, όταν ο θόρυβος μεγάλωσε και τα παιδιά ήταν εξαφανισμένα. Η μητέρα έψαξε τα κρεβάτια που θα έπρεπε να κοιμούνται. Μόνο που δεν ήταν εκεί. Μεγάλη ανησυχία διαπέρασε το σώμα της και ξύπνησε τον άντρα της, για να βρούνε τα παιδιά. Σηκώθηκαν και -με δισταγμό ή φόβο για τα παιδιά τους- πήγαν να δουν, από που προέρχεται ο θόρυβος. Κατέληξαν στο σαλόνι, σοκαρισμένοι. Τα παιδιά έπαιζαν, χόρευαν και χαίρονταν την παραμονή των Χριστουγέννων... παρέα με τα φαντάσματα. Οι γονείς μπήκαν κι εκείνοι στο πάρτι. Εν τέλει, δεν πέρασαν την Παραμονή μόνοι τους!
*****
5) «Δέντρα χωρίς φύλλα...»
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα μικρό χωριό πάνω σε εναν καταπράσινο λόφο ζούσε μια μικρή κοπέλα που την έλεγαν Μαρία. Η Μαρία αγαπούσε τα Χριστούγεννα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή του χρόνου. Τα χιονισμένα τοπία, οι φωτεινές γιρλάντες που στόλιζαν τα δέντρα, οι μυρωδιές απ' τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα γεμίζανε την καρδιά της με χαρά. Αν και η Μαρία λάτρευε τα Χριστούγεννα, δεν ήξερε την πραγματική ιστορία τους, μόνο την εξωτερική της πλευρά.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, πήγαινε στο δάσος πάντα και διάλεγε το πιο όμορφο έλατο, να στολίσουν στην πλατεία του χωριού. Φέτος, όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Κανένα δέντρο δεν ήταν γεμάτο φύλλα. Ήταν όλα ξερά, απογυμνωμένα κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Ήθελε πάντα το χριστουγεννιάτικο δέντρο να είναι πανέμορφο. Για το χατίρι του χωριού! Στεναχωρέθηκε κι αναρωτιόταν για ποιον λόγο είχε γίνει κάτι τέτοιο. Τότε ένας κυριούλης εκεί γύρω -προσπαθώντας να την ηρεμήσει- τη ρώτησε γιατί είναι έτσι, για ποιον λόγο φαίνεται τόσο λυπημένη.
- Τι να σας πω τώρα κι εσάς; Όπως φαίνεται, δε θα 'χουμε δέντρο φέτος στο χωριό! Καταστροφή!
- Γιατί; Τι έγινε;
- Δεν είναι κανένα τους όμορφο! Δεν έχουν φύλλα καθόλου!
- Χμ... Αυτό έχει ξαναγίνει πριν πολλά χρόνια. Στο χωριό μας, ξέρεις, ζούσε η μητέρα του Χριστού. Και τότε τα δέντρα μας είχαν κιτρινίσει. Ένα βράδυ, όμως, έγινε κάτι που της άλλαξε τη ζωή. Και τη δική μας επίσης! Εμφανίστηκε ένας Αρχάγγελος και της ανήγγειλε επίσημα πως θα κυοφορήσει τον γιο του Θεού. Αυτή, χαρούμενη, δέχτηκε και λίγους μήνες αργότερα γέννησε τον Ιησού. Σε μια μικρή πόλη παραδίπλα, τη Ναζαρέτ. Από τότε, όλα τα δέντρα του δάσους άρχισαν να ξανανθίζουν, χάρη στην πίστη των ανθρώπων. Η Μαρία, μετά την εμπειρία της γέννας, άλλαξε ζωή και τρόπο σκέψης. Πλέον μοίραζε απλόχερα την αγάπη της όλον τον χρόνο και κυρίως τα Χριστούγεννα. Ακόμη διέδιδε παντού στον κόσμο την ιστορία που της είχε αλλάξει τη ζωή. Από τότε το χωριό μας ήταν το πιο όμορφο όλης της περιοχής. Τώρα, λοιπόν, αφού δεν ανθίζουν τα δέντρα, σημαίνει ότι χάθηκε η πίστη των ανθρώπων.
- Αυτό είναι! Βρήκαμε το πρόβλημα! Τώρα θα φέρουμε ξανά και τη λύση του, για να ανθίσει ξανά το χωριό μας. Έτσι κι έγινε. Κι αυτά τα Χριστούγεννα ήταν τα καλύτερα για το κοριτσάκι, αν και με πολλές δυσκολίες.
*****
6) «Το πυκνοχιονισμένο δάσος»
Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο Γιώργος
κι ο Κώστας, καλοί φίλοι για χρόνια, ήθελαν να περάσουν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές τους διαφορετικά. Πηγαίνοντας σ' ένα δάσος για κάμπινγκ. Έτσι, αφού προετοιμάστηκαν, άρχισαν να κατευθύνονται προς το δάσος με τα πόδια. Επειδή είχε χιονίσει φέτος, ήταν σίγουρο πως το δάσος θα ήταν πυκνοσκεπασμένο με χιόνι και πιθανότατα με ομίχλη. Γι' αυτούς τους λόγους, ο Γιώργος κι ο Κώστας θα έπρεπε να είναι έτοιμοι για κάθε καιρική συνθήκη. Όταν έφτασαν, ήδη βράδιαζε, οπότε έπρεπε να κατασκηνώσουν γρήγορα. Πήγαν να βρουν το κατάλληλο σημείο, αφήνοντας πίσω στο έδαφος σημάδια για τον δρόμο της επιστροφής. Λίγο αργότερα, είχαν ολοκληρώσει τη κατασκήνωση στο κατάλληλο μέρος και πήγαν να κοιμηθούν. Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα, όταν ξύπνησαν. Λόγω κακοκαιρίας δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τα σημάδια τους για τον δρόμο της επιστροφής. Αφού κάθησαν, σκέφτηκαν σε τι κίνδυνο βρίσκονταν, οπότε αποφάσισαν να πάρουν τα ρίσκα τους. Παράτησαν την κατασκήνωση και κατευθύνθηκαν τυφλά μέσα στο δάσος, για να βρουν την επιστροφή. Όσο προχωρούσαν, το δάσος γινόταν όλο και πιο πυκνοχιονισμένο, με έντονη ομίχλη, οπότε είχαν κακή όραση κι ένιωθαν εξαντλημένοι. Έπρεπε, όμως, να φτιάξουν ένα πρόχειρο καταφύγιο, προτού αντιμετωπίσουν μεγαλύτερα προβλήματα. Αφού το φτιάξανε και ξεκουράστηκαν, άλλαξαν δρόμο κι έτσι φτάσαν σε μια μικρή λίμνη. Παρατήρησαν ένα μονοπάτι που οδηγούσε έξω απ' το δάσος. Αφού βγήκαν απ' το δάσος, δυο μέρες μετά σώθηκαν, φτάνοντας σ' ένα χωριό. Χαρούμενοι που κατάφεραν να βρεθούν εκεί ασφαλείς, γιόρτασαν πανευτυχείς κι ευγνώμονες τα Χριστούγεννα.
*****
7) «Κρυσταλλένια και Πρόδρομος»
Η Κρυσταλλένια ήταν ένα επτάχρονο κοριτσάκι με χρυσαφένια μαλλιά και γαλάζια μάτια, με μια υπέροχη οικογένεια. Της έλειπε, όμως, η συντροφιά ενός καλού φίλου.
Ο Πρόδρομος, ήταν ένα οκτάχρονο αγόρι που μετακόμισε στην Ελλάδα, μόλις απ' τη Ρωσία. Αναζητούσε κι αυτός μια καλή φίλη, καθώς δεν είχε προλάβει να γνωρίσει κανέναν από τότε που ήρθε.
Την ημέρα των Χριστουγέννων η Κρυσταλλένια αποφάσισε να πάει με την οικογένειά της στο χιονοδρομικό κέντρο, για να κάνει για πρώτη φορά πατινάζ. Επειδή δεν είχε ξανακάνει, γλίστρησε ξαφνικά κι έπεσε στον πάγο. Την ημέρα εκείνη, βρισκόταν κι ο Πρόδρομος στο χιονοδρομικό. Βλέποντάς την πεσμένη, προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει. Άνοιξαν συζήτηση κι ανακάλυψαν ότι έχουν πολλά κοινά. Γρήγορα, έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Από κει κι ύστερα, περνούσαν πολύ χρόνο μαζί. Βρήκε o ένας στο πρόσωπο του άλλου αυτό που πάντα έψαχναν.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Κουσταλλένια, μεγάλη πια, χρειάστηκε να φύγει για σπουδές σ' άλλη χώρα. Ο Πρόδρομος, δεν είχε αποφασίσει τι θα κάνει στη ζωή του. Έμεινε πίσω. Σιγά σιγά απομακρύνθηκαν, χάθηκε η επικοινωνία τους.
Λίγο αργότερα, οι σπουδές της Κρυσταλλένιας τελείωσαν. Αποφάσισε να βρει δουλειά στα πάτρια εδάφη. Γυρνώντας στο σπίτι, βρήκε ένα κουτί με πολλές αναμνήσεις απ' το παρελθόν. Αναμνήσεις με τον Πρόδρομο, τον τότε καλύτερο φίλο. Συγκινήθηκε πολύ! Όμως, είχε χάσει πλέον τα ίχνη του και δεν υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσει μαζί του.
Έφταναν Χριστούγεννα. Πήγε ξανά στο χιονοδρομικό, όπου είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά, με την ελπίδα ότι θα τον ξαναέβλεπε. Στην είσοδο, στεκόταν ο υπεύθυνος του χιονοδρομικού, ένας πολύ γοητευτικός άντρας. Όταν κοιτάχτηκαν ένιωσαν κάτι να τους διαπερνά. Ήταν βέβαιο πως κάπου γνωρίζονταν! Η Κρυσταλλένια ρώτησε το όνομά του. Ήταν περίεργη... ήθελε να επιβεβαιώσει εάν ήταν εκείνος. Της απάντησε πως ονομαζόταν Πρόδρομος και ρώτησε και το δικό της. Όταν άκουσε ξανά το όνομα «Κρυσταλλένια», τρελάθηκε απ' τη χαρά του. Ήταν πανευτυχείς κι οι δύο. Κατάλαβαν ότι -μετά από τόσα χρόνια- βρέθηκαν ξανά. Και μάλιστα στο μέρος που είχαν γνωριστεί για πρώτη φορά. Από τότε δεν έχασαν ποτέ ξανά επαφή. Συναντιούνταν τακτικά, έκαναν παρέα και πολύ γρήγορα κατέληξαν ένα αξιοζήλευτα ερωτευμένο ζευγάρι.
****
8) «Άρια κι Έλμα»
Μια φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκε μια όμορφη κοπέλα, μέσα απ' τον κορμό μιας πορτοκαλιάς. Η κοπέλα αυτή ήταν τόσο όμορφη, που είχε όλην την ομορφιά του κόσμου. Όμως, όσο μεγάλη ήταν η ομορφιά της, τόσο αφελής κι εύπιστη ήταν. Μόλις βγήκε απ' τον κορμό που την προστάτευε δεν ήξερε πού να πάει, καθώς ο έξω κόσμος ήταν κάτι άγνωστο σ' εκείνη. Άρχισε να περιπλανιέται στα δάση, στα λιβάδια, στα βουνά, μέχρι που κουράστηκε και κάθησε να ξαποστάσει. Εκεί που έπινε νερό, από πίσω της ξεπρόβαλε μια κοπέλα με μακριά, σκούρα μαλλιά. Η όμορφη κοπέλα τρόμαξε, καθώς ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο συναναστρεφόταν. Η σγουρομάλλα συστήθηκε ως Άρια και ρώτησε το όνομα της όμορφης κοπέλας. Όμως, κάτι τέτοιο δεν είχε, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Η Άρια, τότε, την κοίταξε καλά και της είπε ότι θα μπορούσε να τη λένε Έλμα. Η κοπέλα ρώτησε τον λόγο που η σγουρομάλλα την ονόμασε έτσι. Η Άρια απάντησε πως δεν είχε συγκεκριμένο λόγο, απλά αυτό της ταίριαξε. Πέρασαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια κι οι κοπέλες δημιούργησαν έναν αδελφικό δεσμό και ταξίδευαν μαζί τον κόσμο. H Άρια πάντα προσπαθούσε να προστατεύσει την Έλμα, εφόσον είχε δει τη σκοτεινή πλευρά του κόσμου. Η Έλμα δεν έβλεπε τους κινδύνους, νόμιζε ότι όλα ήταν ρόδινα. Έβλεπε τον κόσμο μέσα από ροζ γυαλιά. Μια μέρα, εκεί που μάζευε λουλούδια, την πλησίασε ένας καλικάντζαρος. Δεν τρόμαξε καθόλου. Αντιθέτως, ήταν φιλική μαζί του. Ο καλικάντζαρος συστήθηκε ως Μαλού κι άρχισε να λέει στην Έλμα τα πιο όμορφα λόγια που είχε ακούσει ποτέ της: ότι θα την πάει παντού, ότι θα της δώσει τον κόσμο όλον, ότι θα την κάνει βασίλισσα. Η Έλμα πείστηκε απ' τα λόγια του.
Για κάποιον λόγο δεν μπορούσε να δει την ασχήμια του καλικάτζαρου. Τον έβλεπε ως τον τέλειο άνδρα. Μια μέρα αποφάσισε να τον γνωρίσει στην Άρια, που, μόλις τον είδε, άρχισε να φωνάζει, προσπαθώντας να διώξει το φρικτό πλάσμα. Ο Μαλού έφυγε τρομαγμένος, αλλά και πολύ θυμωμένος. Η Έλμα, είχε θυμώσει με την Άρια και τη ρώτησε ποιος ήταν ο λόγος να φερθεί έτσι. Η Άρια απάντησε ότι είχε γνωρίσει πολλούς καλικάντζαρους σαν αυτόν κι ο μόνος τους σκοπός είναι να πληγώσουν ή να σπείρουν τη διχόνοια. Η Έλμα δεν την πίστεψε. Άρχισε να της φωνάζει και να λέει πράγματα που ποτέ κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί. Η Άρια της τόνισε να μη λέει αργότερα ότι δεν την προειδοποίησε, όταν συμβεί το μοιραίο. Η Έλμα έφυγε τρέχοντας. Θυμωμένη, για να βρει τον Μαλού. Όταν τον βρήκε, εκείνος, με τα όμορφα λόγια του, κατάφερε να την πείσει ότι η φίλη της ζήλευε αυτό που είχαν κι ότι ήθελε το κακό της. Της πρότεινε να ζήσουν μαζί και την έπεισε να πάνε σ' ένα παλάτι. Η Έλμα τον πίστεψε. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, δεν είδαν κανένα κάστρο, μόνο μια μουντή σπηλιά. Η Έλμα απόρησε. Εκείνην τη στιγμή, ο Μαλού -από τον τέλειο άνδρα που έδειχνε μέχρι τότε- φανέρωσε την πραγματική του εικόνα, όλη του την ασχήμια. Η Έλμα δεν περνούσε καλά πια. Ήθελε να φύγει, να ξαναβρεί την Άρια. Ωστόσο, δεν μπορούσε, όσο άσχημα κι αν της φερόταν ο Μαλού. Ένιωθε παγιδευμένη, σαν να την είχαν δέσει. Δεν της άρεσε να την ακουμπάει με τα τρισάθλια, γέρικα χέρια του. Ένιωθε πια απέραντη αηδία. Σα να ήταν δεμένη μ' αλυσίδες και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Ούτε της άρεσε η βρωμερή σπηλιά, για να ξαποσταίνει.
Ένα βράδυ που κοιτούσε τ' αστέρια -μπας και ξεφύγει για λίγο απ' την σκοτεινή όψη της πραγματικότητας που ζούσε- είδε ένα αστέρι. Δεν ήταν σαν τα άλλα. Ήταν το πιο μεγάλο και το πιο φωτεινό και η λάμψη του ήταν τόσο δυνατή, που της έδωσε δύναμη να τ' ακολουθήσει. Το ακολούθησε, ώστε και ξεφύγει και ν' ανακαλύψει τι υπάρχει πίσω απ' αυτό. Στην πορεία, έκανε μία ευχή. Να ξαναβρεθεί με τη Άρια κι όλα να γίνουν χαρούμενα, όπως πριν. Μ' αυτό αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, ήταν κάτω από ένα στολισμένο δέντρο. Δίπλα της ήταν η Άρια και κρεμούσε τις μπάλες και τα λαμπιόνια. Η Έλμα σηκώθηκε κι έτρεξε ν' αγκαλιάσει, κλαίγοντας, τη φίλη της. Η Άρια της αποκάλυψε πως το αστέρι την ενέπνευσε να το στολίσει. Για να γιορτάσουν τη χαρά και την αγάπη στον κόσμο. Η Έλμα σχολίασε πως της θύμιζε το αστέρι εκείνο, μια και ήταν πανέμορφα στολισμένο. Μετά εξήγησε στην Άρια τι της είχε συμβεί. Οι δύο φίλες μόνιασαν κι από εκείνη τη μέρα, για την 25η Δεκεμβρίου, όλοι στολίζουν δέντρα. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς κι ο κόσμος ακόμη καλύτερα.
******
9) «Τζακ και Φελίνα»
Σε ένα απόμακρο μέρος, πολλά χιλιόμετρα έξω απ' την πόλη, ζούσε μια φτωχή οικογένεια. Αποτελούνταν από τον πατέρα, τη μητέρα και τρία παιδιά. Το μεγαλύτερο ήταν ο Τζακ, μετά η Φελίνα και τέλος ο Φάμπιο, το μικρό. Καθώς οι μέρες περνούσαν και τα Χριστούγεννα πλησίαζαν, όλοι σιγά σιγά έμπαιναν σε γιορτινό κλίμα. Εκτός απ' τον Τζακ και τη Φελίνα που επηρέαζαν και τον Φάμπιο. Αυτός, όμως, είχε βάλει στόχο να τους κάνει να πιστέψουν στα Χριστούγεννα, με κάθε πιθανό τρόπο. Είχαν ξεκινήσει να στολίζουν το δέντρο όλοι μαζί με τα λιγοστά στολίδια που είχαν πια στην κατοχή τους. Τότε η Φελίνα διέκρινε στο παράθυρο μια πολύ έντονη λάμψη. Φώναξε αμέσως τον αδερφό της τον Τζακ να το δει κι εκείνος.
- Κοίτα, Τζακ, ένα φωτεινό αστέρι!
Ο Τζακ, με μια περίεργη έκφραση, είπε:
– Πού το βλέπεις Φελίνα; Εγώ δεν βλέπω τίποτα. Η Φελίνα παραξενεύτηκε, κι απάντησε:
- Μα πώς δεν το βλέπεις; Λάμπει τόσο πολύ που κάνει την νύχτα μέρα!
Ύστερα ο Τζακ της ζήτησε να πάει για ύπνο, γιατί είχε περάσει η ώρα, οπότε ίσως έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν, απ' την κούραση. Εκείνη αρνήθηκε. Έβαλε τα παπούτσια, το παλτό και βγήκε έξω. Να παρατηρήσει καλύτερα αυτό που λίγο πριν είχε εντοπίσει. Ανοίγοντας την πόρτα, ακούστηκε το όνομα της:
- Φελίνα! Φελίνα!
Τρομοκρατημένη φωνάζει τον Τζακ, του εξηγεί τι έγινε κι εκείνος παγώνει. Αρχίζει να πιστεύει ότι, όντως, κάτι παράξενο υπάρχει. Φωνάζουν έξω και τη μητέρα, τον πατέρα, το μικρό τους αδερφό, μήπως όλοι μαζί μπορέσουν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Καθώς η Φελίνα κι ο Τζακ εξηγούσαν το σκηνικό στους υπόλοιπους, ο Φάμπιο χαμογελούσε. Εκείνος είχε καλέσει τα ξωτικά του Αϊ-Βασίλη, για να πείσει τ' αδέρφια του πως η μαγεία των Χριστουγέννων είναι αληθινή. Έτσι τα ξωτικά εμφανίστηκαν με τα δώρα των παιδιών στα χέρια. Από τότε ο Τζακ και η Φελίνα δεν έχουν καμιά αμφιβολία και λατρεύουν τα Χριστούγεννα, όπως κι οι περισσότεροι άνθρωποι σ' αυτόν τον πλανήτη. Καλές γιορτές!
*****
10) «Το επάγγελμα της Κίττυ»
Οχτώ χιλιόμετρα έξω από Ελσίνκι, υπήρχε ένα χωριό ονόματι Γιόρκι. Ο κόσμος εκεί ήταν εντελώς διαφορετικός. Οι περισσότεροι δεν ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση. Επιπλέον οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν άκακοι, αλλά ταυτόχρονα όχι τόσο φιλικοί ή βοηθητικοί προς τους άστεγους. Έτσι μια μέρα που όλος ο τόπος ήταν χιονισμένος γεννήθηκε η Κίττυ. Ήταν ένα κορίτσι, που δυστυχώς μεγάλωσε μόνη της στον δρόμο. Οι γονείς της την είχαν παρατήσει μια κρύα νύχτα του χειμώνα, όταν ήταν ακόμη βρέφος, λόγω της κακής τους χρηματικής κατάστασης. Τα χρόνια περνούσαν κι η Κίττυ προσπαθούσε να εκπαιδεύσει τον εαυτό της στην κοντινότερη βιβλιοθήκη του χωριού ώστε κάποια μέρα να μπορέσει να βγάζει λεφτά από μια δουλειά που θα της αρέσει πραγματικά.
Μία μέρα, όπως κατευθυνόταν στη βιβλιοθήκη, παρατήρησε έναν κύριο που μοίραζε εφημερίδες. Της φάνηκε περίεργο κάποιος να περιφέρεται μέσα στο κρύο και να κάνει κάτι τόσο απλό. Όταν τον ρώτησε γιατί το κάνει, αυτός της απάντησε:
- Το κάνω, γιατί μου αρέσει να ενημερώνω τον κόσμο για κάθετι νέο. Άμεσα!
- Δεν είναι δύσκολο όμως αυτό; ρώτησε εκείνη.
- Είναι, αλλά μου αρέσει! Τελοσπάντων, εάν θες, πάρε μια εφημερίδα.
Του είπε εντάξει και την πήρε. Μόλις την άνοιξε, τα βλέμμα της έπεσε σε μιαν αγγελία έλλειψης εργαζομένων σ' ένα κοντινό βιβλιοπωλείο. Της άρεσε αυτό που μόλις είχε διαβάσει και πήρε την απόφαση να πάει να ρωτήσει αν θα μπορούσε να εργαστεί εκεί. την Μόλις τη γνώρισε ο καταστηματάρχης τρελάθηκε με τις γνώσεις που είχε για τα βιβλία και την προσέλαβε κατευθείαν. Έτσι εκείνα τα Χριστούγεννα ήρθαν με χαρά κι ικανοποίηση για την Κίττυ. Και μ' ένα ικανοποιητικό χρηματικό ποσό, που από τότε κι έπειτα ερχόταν στην κατοχή της, κάνοντας αυτό που αγαπούσε. Χρόνια πολλά, με υγεία σε όλους!
🥀🥀🥀🥀🌹🌹🌹🌹🌺🌺🌺🌺🪻🪻🪻🌻🌻🌻

Comments
Post a Comment