«Ο έτερος εγώ...»

Υποθέτω ότι είναι σημαντικό να έχουμε όλοι κοντά μας ένα δικό μας άνθρωπο. Κάποιον που να είναι πάντα δίπλα μας, να τον νιώθουμε και να μας νιώθει. Ήταν βράδυ. Αργά. Γυρνούσαμε από νυχτερινό κλαμπ της περιοχής. Ήμασταν κι οι δύο πολύ μεθυσμένοι. Οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Άκουσε μια κόρνα στα αριστερά και, στρίβοντας απότομα, έχασε τον έλεγχο. Πέσαμε από τη γέφυρα. Αποτέλεσμα; Ένας από τους δυο μας έχασε την πολύτιμη ζωή του. Ναι, εγώ ήμουν αυτός! Άκουγα γύρω μου φωνές. Ουρλιαχτά! Βάδιζα της αναπόδραστης φυγής. Εκείνος νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση. Ήξερα, όμως, πως θα σωθεί! Μόλις συνήλθε η πρώτη κίνηση ήταν να ρωτήσει. Ήθελε να μάθει για μένα. Είδε τη μητέρα του να κλαίει. Κατάλαβε πως είχα φύγει. Άρχισε να ουρλιάζει. Έριχνε το φταίξιμο για ό,τι έγινε πάνω του. Ήθελε να δει το πτώμα μου. Δεν τον άφησαν. Ήξεραν πως θ' αποζητούσε να έρθει  δίπλα μου κι ο ίδιος. Σιγά σιγά βελτιωνόταν, καλυτέρευε. Βρισκόταν πια σε σταθερή κατάσταση και ήξερε το πικρό του χρέος. Έπρεπε να ετοιμάσει το αντίο μου. Το αγαπημένο μας μέρος -το συνηθισμένο μας στέκι, όσο ζούσα- ήταν πλάι στη θάλασσα. Εκεί αποφάσισε ν' απολαύσω αιώνια τη γαλήνη. Κάθε φορά που κοιτούσε τη θάλασσα, το πέλαγος, το ηλιοβασίλεμα του θύμιζαν εμένα. Ο ήχος των κυμάτων του σιγομουρμούριζε. Η μυρωδιά της άνοιξης στο θαλασσινό αέρα του μαστίγωνε την ψυχή. Κραύγαζε -σκληρά κι ανελέητα- πως το φταίξιμο ήταν όλο δικό του. Αυτό  τον κατέτρωγε. Του σπάραζε τα σωθικά, πάγωνε την καρδιά του. Κάθε βράδυ, που έκλειναν τα μάτια, ξαναζωντά-νευαν στον νου οι κοινές μας αναμνήσεις. Τον σκότωναν αργά και βασανιστικά. Εμφανίστηκα μπροστά του, στα όνειρα. Του έλεγα ξανά και ξανά πως δεν έφταιξε σε τίποτα. Πως έπρεπε να με ξεχάσει, έπρεπε να συνεχίσει τη ζωή του! Επέλεξε, όμως, να μην συνεχίσει. Δεν μπορούσε να ξεχάσει. Δεν ήθελε. Σκέφτηκε, πολλές φορές, να έρθει κοντά μου. Δεν του το επέτρεψα. Δεν ήθελα να φύγει νωρίς. Τυχαία, ένας απ' τους δυο μας έμεινε πίσω. Αυτός έπρεπε να συνεχίσει όλα όσα αρχίσαμε μαζί. Ο ένας με το «έτερο εγώ» του (απόν κι απόλυτα παρόν), ισχυρότατη ανάμνηση. Όσο ακατόρθωτο κι αν φάνταζε, όσες δυσκολίες κι αν προέκυπταν, όφειλε να συνεχίσει ν' αγωνίζεται! Και πάντα ενδόμυχα θα γνώριζε, πως είμαι εκεί, δίπλα του, όπου κι αν πήγαινε ή βρισκόταν. Αντίο, αγαπημένε!

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»