«Καλή αντάμωση, γλυκιά μου γιαγιά!»

Ήταν μια μέρα όπως οι υπόλοιπες. Απλή, ήρεμη, σχεδόν τετριμμένη. Γυρνούσα απ' το σχολείο. Στον δρόμο κοιτούσα τον ουρανό, τα σύννεφα που σμίγαν μ' έναν τρόπο μαγικό. Πρώτη φορά αντίκριζα τέτοια πανδαισία χρωμάτων. Ήταν κατάλευκα, με διάχυτες -κατά περιοχές- πινελιές γκρίζου, πορτοκαλί ή ροδαλού, ενώ σχημάτιζαν κάθε λογής φιγούρες της στιγμής. Τις παρομοίαζα με πρόσωπα αγαπημένα που κάποτε υπήρχαν πλάι μου. Πέρασε η ώρα. Έφτασα σπίτι. Άφησα τη σχολική τσάντα και κλείστηκα στο δωμάτιο. Παρέα με τον πάντα πιστό, αγαπημένο φίλο, τον Σπίθα. Ένα απίθανο κεραμιδί κοκκεράκι, με βλέμμα ανυπέρβλητης λατρείας για μένα. Μου κρατούσαν συντροφιά, αυτός και τ' ακουστικά μου. Είχα αφεθεί τόσο πολύ στη μουσική που ούτε κατάλαβα ότι σουρούπωσε. Σηκώθηκα, λοιπόν, απ' το κρεβάτι και βγήκα έξω. Περπατούσα στον δρόμο για ώρες, μόνη μες στο σκοτάδι. Είχε πια βγει το φεγγάρι κι ο δρόμος με οδήγησε σ' ένα μέρος που μόνο έχω ήξερα. Το αγαπούσα ιδιαίτερα! Ήταν ένα ποταμάκι, που κυλούσε ήρεμα, γαλήνια -σχεδόν καθησυχαστικά στην ψυχοσύνθεσή μου- σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από το σπίτι. Στη μέση του μήκους του αντίκριζες ένα πετρόχτιστο γιοφύρι πολλών χρόνων. Στο τέλος, μια παλιοκαιρισμένη, ξύλινη βάρκα. Ο χρόνος υπήρξε τόσο άδικος μαζί της! Έμοιαζε σάπια ή προδομένη από ανθρώπινη πολυχρησία. Κάθισα πλάι σ' ένα δέντρο, απ' τα πολλά που υπήρχαν τριγύρω στο ποτάμι. Έβγαλα τ' ακουστικά απ' την τσάντα κι έβαλα να παίζει. Ξανά και ξανά, το «Αερικό», τ' αγαπημένο μου κομμάτι. Κάποια στιγμή σήκωσα το βλέμμα προς τ' άστρα. Ένα απ' αυτά ήταν το πιο λαμπερό ολάκερου τ' ουρανού. Η μητέρα κάποτε μου είπε  πως το πιο λαμπρό αστέρι στον ουρανό είναι το στίγμα, το αποτύπωμα εκείνου που αγαπάς πολύ! Που λάτρευες, πριν φύγει. Αμέσως πρόβαλε στον νου, σχηματίστηκε μεγαλόπρεπα η εικόνα μιας ψιλόλιγνης φιγούρας, της γιαγιάς. 
   Η γιαγιά μου ήταν ό,τι σημαντικότερο είχα στον κόσμο. Ώσπου μια μέρα κάποιος -ο Θεός ή όποιος άλλος τελοσπάντων- την πήρε μακριά μου. Ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί! Άρπαξε ολόκληρον τον κόσμο απ' τα χέρια μου, από μια μικρή, άδολη αγκαλιά. Πήρε το μόνο πρόσωπο που εμπιστευόμουν, που μου 'δινε χαρά απλόχερα, το μοναδικό μου στήριγμα. Ό,τι πολυτιμότερο είχα. Δεν πρόλαβα να χαρώ πολλές στιγμές μαζί της! Ήμουν μικρό παιδί. Τότε δεν ήξερα τι πάει να πει «χάνεις κάποιον». Δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μη τη σκέφτηκα ή να μην της μίλησα. Κάθε απόγευμα πήγαινα στο νεκροταφείο. Καθόμουνα δίπλα της και της τα έλεγα όλα. Το γεφυράκι στη μέση του ποταμού λίγο μου θυμίζει τον δρόμο που χρειάζεται να διανύσω για τον παράδεισο. Είναι μακρύς και γεμάτος δυσκολίες. Κάποια μέρα, όμως, θα φτάσω στο τέρμα. Θα μπω στη βαρκούλα και θα περάσω τις πύλες του παραδείσου. Τότε δε θα μου λείπεις πια! Γιατί θα σ' έχω κοντά μου. Και τότε θα μπορέσουμε ν' αναπληρώσουμε ό,τι μας στέρησε ο θάνατος κι η παιδικότητα. Καλή αντάμωση, γλυκιά μου γιαγιά!

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»