«Αγάπησε με!»
Θυμάμαι ακόμη τη μορφή της. Με μια σχετική ασάφεια, λίγο θολά. Προβάλλει, όμως, σχεδόν μυθική. Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Νομίζω, ήμουν μόλις επτά χρόνων. Ως τα τώρα μου έχουν μείνει τα τελευταία της λόγια. Σα δίσκος που κόλλησε στο πικ-απ, καθώς τελειώνει η μελωδία κι ακούγεται ξανά και ξανά. Τα ίδια λόγια, μ' όμοια χροιά στη φωνή. Ήταν πανέμορφη! Δε θυμάμαι ακριβώς τη φυσιογνωμία της. Είχε φροντίσει να πάμε μια βόλτα την προηγούμενη, για πικ-νικ στο κοντινό λιβάδι. Προτού φύγει για πάντα. Μάλλον δεν είχαμε συγγενείς. Πάντως εγώ δε θυμάμαι τίποτα για κείνους. Μόνο αυτή κι εγώ, εγώ κι αυτή. Κανείς άλλος. Χρόνια τώρα μεγαλώνω σε μια άλλη οικογένεια. Όσο κι αν προσπαθώ να τη νιώσω οικεία ή δική μου, δεν μπορώ. Είναι το μυστικό που κρατώ σα φυλαχτό μέσα μου. Δεν έχω αφήσει κανένα ν' αγγίξει το επτασφράγιστο κουτί. Να το προσπελάσει. Η οικογένεια, με την οποία ζω, με φροντίζει πολύ. Με αγαπάνε λες κι είμαι δικό τους παιδί. Δε μου λείπει τίποτα. Έχω ό,τι ζητήσω. Εκτός από εκείνη. Δεν ξέρεις πως είναι να ζεις μακριά της. Δεν ξέρεις πως είναι κάθε φορά που αποκαλείς «μαμά» τη γυναίκα, που πια ζεις μαζί της, να θυμάσαι πως δεν είναι η πραγματική σου μητέρα.
«Διαφέρεις τόσο πολύ από τ' άλλα πρόσωπα της φωτογραφίας! Χαμογέλασε λίγο!» μου είπε τις ημέρες των Χριστουγέννων.
«Χαχα!» γέλασα ειρωνικά κι έφυγα στο δωμάτιο, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω μου. Πέφτω στο κρεβάτι μου. Κλαίω τόσο πολύ, τόσο αυθόρμητα. Το έχω συνηθίσει πλέον. Βγάζω άναρθρες, πνιχτές κραυγές. Δεν ακούγομαι. Δαγκώνω μανιωδώς το μαξιλάρι, να πνίξω τον θρήνο. Κάθε φορά που την αγκαλιάζω, τη νιώθω ξένη. Δεν της το λέω. Την πληγώνει. Απλά βουρκώνω. Μετά ακολουθεί το ξέσπασμα. Κατανοώ πως δεν μπορούσαν να έχουν ένα δικό τους παιδί. Είχαν την ανάγκη να μεγαλώσουν, όμως, ένα. Μ' εφόδια την αγάπη και τη στοργή που χρειάζεται. Μου έδωσαν την αίσθηση πως ανήκω κι εγώ κάπου. Εντάχθηκα κάπου. Με πήραν από εκεί, από εκείνο το απαίσιο μέρος. Με αγαπάνε. Γενικά και αόριστα. Ακόμη κι αν δεν έχουμε το ίδιο αίμα, ακόμη κι αν δεν είμαι καρπός του έρωτά τους, αν δεν είμαι άξιος της αγάπης τους! Είναι δύσκολη η προσαρμογή. Μπορεί να μη γίνει και ποτέ. Γιατί εκείνη, ο μόνος, δικός μου άνθρωπος χάθηκε. Γιατί της ήμουνα ένα βάρος. Έχω δύσκολη προσαρμογή. Εγώ την αγαπώ πάντα, όπως και να έχει. Είναι το μυστικό μου, το φυλαχτό μου. Ο λόγος της ασήμαντης ύπαρξης μου. Τα πάντα μου. Αγάπησε με!
«Χαχα!» γέλασα ειρωνικά κι έφυγα στο δωμάτιο, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω μου. Πέφτω στο κρεβάτι μου. Κλαίω τόσο πολύ, τόσο αυθόρμητα. Το έχω συνηθίσει πλέον. Βγάζω άναρθρες, πνιχτές κραυγές. Δεν ακούγομαι. Δαγκώνω μανιωδώς το μαξιλάρι, να πνίξω τον θρήνο. Κάθε φορά που την αγκαλιάζω, τη νιώθω ξένη. Δεν της το λέω. Την πληγώνει. Απλά βουρκώνω. Μετά ακολουθεί το ξέσπασμα. Κατανοώ πως δεν μπορούσαν να έχουν ένα δικό τους παιδί. Είχαν την ανάγκη να μεγαλώσουν, όμως, ένα. Μ' εφόδια την αγάπη και τη στοργή που χρειάζεται. Μου έδωσαν την αίσθηση πως ανήκω κι εγώ κάπου. Εντάχθηκα κάπου. Με πήραν από εκεί, από εκείνο το απαίσιο μέρος. Με αγαπάνε. Γενικά και αόριστα. Ακόμη κι αν δεν έχουμε το ίδιο αίμα, ακόμη κι αν δεν είμαι καρπός του έρωτά τους, αν δεν είμαι άξιος της αγάπης τους! Είναι δύσκολη η προσαρμογή. Μπορεί να μη γίνει και ποτέ. Γιατί εκείνη, ο μόνος, δικός μου άνθρωπος χάθηκε. Γιατί της ήμουνα ένα βάρος. Έχω δύσκολη προσαρμογή. Εγώ την αγαπώ πάντα, όπως και να έχει. Είναι το μυστικό μου, το φυλαχτό μου. Ο λόγος της ασήμαντης ύπαρξης μου. Τα πάντα μου. Αγάπησε με!

Comments
Post a Comment