«Στη μικρή Μηλιά...»
Ήταν μια φορά κι έναν άλλον καιρό που οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί κι ακόμη διαφορε τικότερος ήταν ο κόσμος.
Γεννήθηκα το 1920 σ' ένα φτωχικό χωριό της Δράμας, που ονομάζεται Μικρή Μηλιά. Τα χρώματα, οι μυρωδιές κι οι ήχοι του χωριού μου δεν έσβησαν ποτέ απ' τη μνήμη μου. Τα πέτρινα σπίτια -περιγυρισμένα από καταπράσινα δέντρα και λογής, λογής λουλούδια- ξεπροβάλλουν διαρκώς μπροστά μου, ζωντανεύοντας τα ήρεμα κι ευτυχισμένα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας. Στο φτωχό, τίμιο σπιτικό μας ζούσαμε οι γονείς, ο παππούς, η γιαγια κι εγώ. Πόσο πολύ τους έχω νοσταλγήσει όλους! Τι να πρωτοθυμηθώ; Κάθε στιγμή και μια μνήμη στοργής κι άδολης αγάπης.
Θαύμαζα πάντοτε τον πατέρα μου. Ωστόσο, τον εκτίμησα πολύ περισσότερο, όταν είδα πόσο στοργικά φέρθηκε στον παππού μου, τον Πανάγο, στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο παππούς με τον πατέρα, τον κυρ Γιώργη, εργάζονταν σκληρά ολημερίς στα χωράφια. Όταν επέστρεφαν κατάκοποι στο σπίτι, αργά το απόγευμα, η μητέρα, η κυρά-Ασημίνα, φρόντιζε με αγάπη και μεράκι το γεύμα τους. Εκείνοι, αφού απολάμβαναν το εκπληκτικό φαγητό της, πήγαιναν μία βόλτα στο καφενείο του χωριού. Καθημερινά, αφού έπιναν το μερακλίδικο καφεδάκι, έπαιζαν το αγαπημένο τους παιχνίδι που δεν ήταν άλλο από την πρέφα. Ένα παιχνίδι μνήμης κα στρατηγικής που περιέχει, όμως, αρκετές μπλόφες Στον πατέρα δεν άρεσαν ιδιαιτέρως τα παιχνίδια με τράπουλα, ούτε οι συχνές επισκέψεις στο καφενείο. Δεν ήθελε, όμως, να φέρει αντίρρηση στον παππού, που έβρισκε πολύ διασκεδαστικές αυτές τις εξόδους. Δε θα ξεχάσω ποτέ με πόση περηφάνεια και καμάρι ανακοίνωνε στη μητέρα μου και μοναχοκόρη του την περίφημη νίκη του. Στ' αλήθεια ο παππούς ήταν πολύ δυνατός παίκτης και πολύ δύσκολα οι υπόλοιποι μπορούσαν να τον κερδίσουν. Πόση αυτοπεποίθηση έδιναν οι νίκες αυτές στον παππού!
Άρχισαν, όμως, να έρχονται σιγά σιγά τα γεράματα κι ο παππούς να μην μπορεί να βγαίνει εύκολα νικητής. Η μνήμη κι η αντίληψή του σταδιακά τον εγκατέλειπαν. Τα χέρια του αρχίσαν να τρέμουν κι η κουράση από την καθιστική στάση της δουλειάς να τον προδίδει. Όταν έφθανε στο σπίτι -μετά την καθιερωμένη έξοδο- δεν ανακοινωνε πια τη νίκη του με εκείνο το γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο. Αντίθετα, έδινε το παλτό και το καπέλο στην κόρη του και με σκυφτό κεφάλι προχωρούσε προς το δωμάτιο.
Ο πατέρας κατάλαβε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση του παππού και δεν έμεινε άπραγος. Την επομένη κιόλας, στο καφενείο δεν έκανε συνειδητά τους καλύτερους χειρισμούς, ώστε να μη συγκεντρώσει περισσότερους βαθμούς απ' τον πατέρα του. Φρόντιζε και να δίνει στον παππού τα καλύτερα φύλλα. Έτσι, το χαμόγελο ζωγραφίστηκε πάλι στα χείλη του. Μάλιστα, υποδυόταν και θιγμένο ή τον εκνευρισμένο, καθώς αδυνατούσε δήθεν να τον κερδίσει. Και, όταν ο παππούς δεν μπορούσε πια να βγει κι έμενε όλη μέρα σπίτι, ο πατέρας δεν του στέρησε ποτέ το αγαπημένο του παιχνίδι. Έφερνε κοντά ένα τραπεζάκι και παίζανε μαζί πρέφα, με σκοπό να τον κερδίσει. Έστω μια φορά, όπως έλεγε.
Ο παππούς έφυγε απ' τον κόσμο μας πλήρης ημερών κι ευτυχισμένος, χάρη στον πατέρα μου. Θάφτηκε στο αγαπημένο του χωριό, που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Στον πατέρα μου άφησε το καπέλο, το μπαστούνι, την τράπουλα των παιχνιδιών τους και πολλές πολλές αναμνήσεις. Και σε μένα -μεταξύ των άλλων- άφησε τον πιο αξιοπρεπή, τεχνικά ανώτερο, γενναιόδωρο και δοτικό πατέρα ως αντίπαλο στην πρέφα. Πλέον έχω πάρει τη θέση του παππού στο κοινό παιχνίδι, επιθυμώντας να χαρίσω κι εγώ στον πατέρα το πιο λαμπρό κι υπερήφανο χαμόγελο, στην κατάλληλη στιγμή! (Καλ.Ν.)
Θαύμαζα πάντοτε τον πατέρα μου. Ωστόσο, τον εκτίμησα πολύ περισσότερο, όταν είδα πόσο στοργικά φέρθηκε στον παππού μου, τον Πανάγο, στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο παππούς με τον πατέρα, τον κυρ Γιώργη, εργάζονταν σκληρά ολημερίς στα χωράφια. Όταν επέστρεφαν κατάκοποι στο σπίτι, αργά το απόγευμα, η μητέρα, η κυρά-Ασημίνα, φρόντιζε με αγάπη και μεράκι το γεύμα τους. Εκείνοι, αφού απολάμβαναν το εκπληκτικό φαγητό της, πήγαιναν μία βόλτα στο καφενείο του χωριού. Καθημερινά, αφού έπιναν το μερακλίδικο καφεδάκι, έπαιζαν το αγαπημένο τους παιχνίδι που δεν ήταν άλλο από την πρέφα. Ένα παιχνίδι μνήμης κα στρατηγικής που περιέχει, όμως, αρκετές μπλόφες Στον πατέρα δεν άρεσαν ιδιαιτέρως τα παιχνίδια με τράπουλα, ούτε οι συχνές επισκέψεις στο καφενείο. Δεν ήθελε, όμως, να φέρει αντίρρηση στον παππού, που έβρισκε πολύ διασκεδαστικές αυτές τις εξόδους. Δε θα ξεχάσω ποτέ με πόση περηφάνεια και καμάρι ανακοίνωνε στη μητέρα μου και μοναχοκόρη του την περίφημη νίκη του. Στ' αλήθεια ο παππούς ήταν πολύ δυνατός παίκτης και πολύ δύσκολα οι υπόλοιποι μπορούσαν να τον κερδίσουν. Πόση αυτοπεποίθηση έδιναν οι νίκες αυτές στον παππού!
Άρχισαν, όμως, να έρχονται σιγά σιγά τα γεράματα κι ο παππούς να μην μπορεί να βγαίνει εύκολα νικητής. Η μνήμη κι η αντίληψή του σταδιακά τον εγκατέλειπαν. Τα χέρια του αρχίσαν να τρέμουν κι η κουράση από την καθιστική στάση της δουλειάς να τον προδίδει. Όταν έφθανε στο σπίτι -μετά την καθιερωμένη έξοδο- δεν ανακοινωνε πια τη νίκη του με εκείνο το γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο. Αντίθετα, έδινε το παλτό και το καπέλο στην κόρη του και με σκυφτό κεφάλι προχωρούσε προς το δωμάτιο.
Ο πατέρας κατάλαβε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση του παππού και δεν έμεινε άπραγος. Την επομένη κιόλας, στο καφενείο δεν έκανε συνειδητά τους καλύτερους χειρισμούς, ώστε να μη συγκεντρώσει περισσότερους βαθμούς απ' τον πατέρα του. Φρόντιζε και να δίνει στον παππού τα καλύτερα φύλλα. Έτσι, το χαμόγελο ζωγραφίστηκε πάλι στα χείλη του. Μάλιστα, υποδυόταν και θιγμένο ή τον εκνευρισμένο, καθώς αδυνατούσε δήθεν να τον κερδίσει. Και, όταν ο παππούς δεν μπορούσε πια να βγει κι έμενε όλη μέρα σπίτι, ο πατέρας δεν του στέρησε ποτέ το αγαπημένο του παιχνίδι. Έφερνε κοντά ένα τραπεζάκι και παίζανε μαζί πρέφα, με σκοπό να τον κερδίσει. Έστω μια φορά, όπως έλεγε.
Ο παππούς έφυγε απ' τον κόσμο μας πλήρης ημερών κι ευτυχισμένος, χάρη στον πατέρα μου. Θάφτηκε στο αγαπημένο του χωριό, που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Στον πατέρα μου άφησε το καπέλο, το μπαστούνι, την τράπουλα των παιχνιδιών τους και πολλές πολλές αναμνήσεις. Και σε μένα -μεταξύ των άλλων- άφησε τον πιο αξιοπρεπή, τεχνικά ανώτερο, γενναιόδωρο και δοτικό πατέρα ως αντίπαλο στην πρέφα. Πλέον έχω πάρει τη θέση του παππού στο κοινό παιχνίδι, επιθυμώντας να χαρίσω κι εγώ στον πατέρα το πιο λαμπρό κι υπερήφανο χαμόγελο, στην κατάλληλη στιγμή! (Καλ.Ν.)

Comments
Post a Comment