«Στο επανιδείν...»

Με λένε Ζανέτ. Ζω στο Παρίσι κι αύριο πιάνω βραδινή δουλειά ως σεκιούριτι στο γνωστό Μουσείο, τον «Λούβρο». Το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει πολλές διαρρήξεις στη γύρω περιοχή και χρειάζονται πρόσθετη εσωτερική ασφάλεια. Δε θέλω, πράγματι, να δουλέψω στη θέση αυτή. Φοβάμαι πολύ. Τον ίσκιο μου τον ίδιο φοβάμαι, αλλά πρέπει! Πρέπει, μια κι η μητέρα απεβίωσε πριν έξι μήνες. Κι ο πατέρας (ο Θεός να τον κάνει...) είναι εξαφανισμένος όλη μου τη ζωή, σχεδόν απ' τη γέννα. Εγώ, λοιπόν, πρέπει να κάνω κάτι για τα δίδυμα. Είναι τα ετεροθαλή μου αδέρφια, 8 χρονών! Μου ζήτησε η μητέρα να τα προσέχω και να τ' αγαπώ. Ζούμε σ' ένα μικρό διαμέρισμα. Μας το άφησε, για να 'χουμε ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μας. Προσπαθώ να βρω και δουλειά που να μας παρέχει αρκετά χρήματα. Ελπίζω κάποτε να φύγουμε απ' αυτή τη βρωμοπεριοχή! Θέλω κάτι αξιοπρεπές κι εύκολο. Ούτε Λύκειο δεν έχω τελειώσει, έτσι κι αλλιώς. Δε βρήκα κάτι σοβαρό, μέχρι που είδα την Αγγελία για σεκιούριτι εδώ, τα βράδια. 
«Εγώ φοβάμαι και τη σκιά μου», σκέφτηκα, «αλλά πληρώνει καλά ως βραδινή. Θα έχω ελεύθερα και τα πρωινά για έξτρα δουλειά!» Το σκεφτόμουν όλο το βράδυ και για να με καθησυχάσω έλεγα: «Έλα, μωρέ, ποιος θα κλέψει ένα μουσείο τώρα;» 
Το επόμενο πρωί εμφανίζομαι για συνέντευξη και με προσλαμβάνουν, γιατί είμαι μεγαλόσωμη. Νομίζω... δηλαδή! Οι βάρδιες είναι καθημερινές και θα ξεκινώ απ' τις 10 το βράδυ μέχρι τις 9 το πρωί. Το πρόβλημα που προκύπτει τώρα είναι πού θ' αφήνω τα δίδυμα. Δεν μπορεί να μένουν μόνα τους σπίτι, όλο το βράδυ. Ούτε κανένα συγγενή έχουμε, ούτε λεφτά να πάρω άτομο να τα προσέχει. Σκέφτομαι να ρωτήσω στη δουλειά, αν μπορώ να τα 'χω μαζί μου. Μα, ξέρω ήδη την απάντηση... και δε θέλω να κάνω άσχημη την πρώτη μου εντύπωση! Όλη μέρα το σκέφτομαι κι έχασα πολύτιμο χρόνο. Σε δυο ώρες πρέπει να είμαι στη δουλειά. Δεν έχω άλλη επιλογή! Παίρνω τηλέφωνο και τους παρακαλώ να επιτρέψουν κατ' εξαίρεση να πάρω τα παιδιά μαζί μου. Φάνηκε πως δεν τους άρεσε, μα δεν έχουν κι άλλη επιλογή. Παραδόξως, όταν πήγα για συνέντευξη ήμαστε μόνο εγώ κι άλλοι δύο υποψήφιοι. Ήρθε η ώρα. Παίρνω τα παιδιά και προχωρώ βιαστικά προς το Μουσείο. Με περιμένει η καθαρίστρια εκεί. Μου δίνει τα κλειδιά και τη στολή μου μαζί μ' ένα όπλο, ένα τέιζερ κι ένα σπρέι πιπεριού. Παρατηρεί πως έχει ακούσει κάτι περίεργους  ήχους τα βράδια, προτού σχολάσει. Οπότε με συμβουλεύει να προσέχω! Όχι πως θα συμβεί κάτι σοβαρό, να μην ανησυχώ.... αλλά να: ας έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα. Ειδικά με τα παιδιά. Μπαίνουμε μέσα μαζί, κλειδώνω και πάω στο δωμάτιο να βάλω τη στολή. Έχει ένα μικρό καναπέ εδώ, οπότε μπορούν τα παιδιά να κοιμηθούν κάπως. Όσο, τουλάχιστον, έχω δουλειά εγώ. Μόλις κλείνω την πόρτα και γυρίζω την πλάτη, αντικρίζω έναν τεράστιο, μακρόστενο χώρο. Είναι γεμάτο με πίνακες κι αμυδρό φως, μόνο από το φεγγάρι. Για να πω την αλήθεια, έχω αρχίσει να φοβάμαι. Και για να ξεχαστώ, κάνω βόλτες, για να απολαύσω τα εκθέματα. Έχει περάσει σίγουρα μία με μιάμιση ώρα και πραγματικά ηρέμησα. Όσο κάνω βόλτες, λέω να πάω να δω τα παιδιά. Δεν τα βρίσκω στον καναπέ που τα έβαλα και πανικοβάλλομαι. Πιστεύω πως μπορεί να βγήκαν έξω. Ανησυχώ μήπως κάνουν καμιά ζημιά. Δεν έχουμε -σε καμιά περίπτωση- τα λεφτά να πληρώνουμε σπασμένα. Όσο φωνάζω τα παιδιά να γυρίσουν, νιώθω κάτι περίεργο. Σα να με κοιτάει κάποιος, σαν να με κοιτάνε πολλοί... Ποιοι άραγε; Οι πίνακες, μήπως; Έχει περάσει μια ώρα κι ακόμα πουθενά τα παιδιά. Δε νιώθω ασφαλής, ακούω φωνές να φωνάζουν το όνομά μου και βλέπω φώτα ν' αναβοσβήνουν. Δεν ξέρω. Ακόμα δε θέλω να παραδεχτώ πως κάτι πάει λάθος! Γιατί μετά θα χάσω το μυαλό και τη λογική μου. Μια ώρα ακόμη έχει περάσει και τα πράγματα έχουν γίνει χειρότερα. Τα φώτα τρεμοπαίζουν κι οι φωνές ακούγονται δυνατότερες. Σα να φωνάζουν δίπλα ή μέσα στ' αυτί μου. Δεν αντέχω κι αρχίζω να τρέχω. Όσο τρέχω δεν τολμώ να γυρίσω να κοιτάξω πίσω. Ωστόσο, ακούω κάποιον να με κυνηγάει. Βλέπω μια πόρτα, την ανοίγω και μπαίνω, κοπανώντας την πίσω μου. Έπειτα την κλειδώνω βιαστικά. Με το που ανοίγω το φως, όλα σταματούν. Τα παιδιά κοιμούνται ήσυχα σε μια γωνία. Τι ακριβώς έχει συμβεί; Ποτέ δεν κατάλαβα! Πάντως, το επόμενο πρωί δηλώνω παραίτηση και δεν ξαναπερνώ ούτε απ' έξω απ' το Μουσείο. Τα παιδιά μεγαλώνουν και με την πρωινή δουλειά που δε με φοβίζει. Είν' αλήθεια, λιγάκι πιο στερημένα. Με πολύ αγάπη, ωστόσο! Όπως ακριβώς μου ζητήθηκε. Καληνύχτα, γλυκιά μου μητέρα... στο επανιδείν! (Δέσ.Διαμ.)




Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»