«Αγάπη, χωρίς γυρισμό...»

Από μικρός του άρεσε η μουσική. Του άρεσε να συλλέγει δίσκους από κλασικούς καλλιτέχνες και να τους ακούει στο πικάπ. Οι γονείς του είχαν πολλά θέματα διαφωνίας. Κατέληγαν συνήθως σε καβγάδες μεταξύ τους. Οι φωνές κι οι εντάσεις στο σπίτι -λόγω του ασυμβίβαστου, αντίθετου χαρακτήρα τους- δημιούργησαν μια κλειστή, άκρως εσωστρεφή προσωπικότητα. Δε μιλούσε ποτέ για όσα ένιωθε, για όσα τον απασχολούσαν. Δεν έλεγε τι τον έπνιγε. Μόνη διαφυγή η μουσική. Κλεινόταν με τις ώρες στο δωμάτιο κι άκουγε αγαπημένους δίσκους. Δυνατά, σχεδόν εκκωφαντικά. Στόχος να μην έρχεται σε καμιά επικοινωνία με τους γονείς του, τους διχασμένους και προβληματικούς.
   Τα χρόνια πέρασαν κι ο μικρός Αλέξανδρος έγινε ένας έξυπνος, γοητευτικός άντρας. Ο κλειστός του χαρακτήρας δεν του επέτρεψε ν' αποκτήσει φίλους, ούτε σύντροφο. Κι οι σχέσεις με την οικογένεια ήταν πλέον καθαρά τυπικές. Παρέμενε, όμως, αναλοίωτη η λατρεία του για τους δίσκους. Καθώς έτρεχε σε δουλειές της επιχείρησής, ένα πρωί μπήκε στο βιβλιοπωλείο με την ελπίδα να βρει τον δίσκο που έψαχνε. Τελικά, μπορεί να μην τον βρήκε, αλλά μια εντυπωσιακή γυναίκα του κίνησε το ενδιαφέρον. Έψαχνε ένα βιβλίο, που επίσης δε είχε βρει, οπότε έφευγε. Ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να της μιλήσει κι αποφάσε να την ακολουθήσει. Στον δρόμο βρέθηκε μπροστά σ' άλλο βιβλιοπωλείο. Μπήκε να ρωτήσει αν υπήρχε το βιβλίο που εκείνη έψαχνε. Η τόσο γλυκιά κι όμορφη κοπέλα. Με λίγη τύχη, το βρήκε κι αποφάσισε να της το δωρίσει, σημειώνοντας στην πρώτη σελίδα τον αριθμό του τηλεφώνου του. Έτρεξε πίσω της -όσο πιο γρήγορα μπορούσε-, φωνάζοντας: «Στάσου, βρήκα το βιβλίο που 'ψαχνες!» Ευθουσιασμένη η Σοφία γύρισε -μ' ένα τεράστιο χαμόγελο να της φωτίζει το πρόσωπο- και πλησίασε να τον ευχαριστήσει. Η γνωριμία δεν άργησε, αλλά η Σοφία έπρεπε ν' ανοίξει το μαγαζί της. Άρα  χρειαζόταν να φύγει. Όταν βρήκε λίγο χρόνο, ξεφύλλισε το βιβλίο. Η ματιά της γρήγορα επεσε στη σελίδα, όπου ο ερωτευμενος Αλέξανδρος είχε γράψει τον αριθμό του. Άλλωστε κι ο ίδιος, συνέχισε να την ακολουθεί. Την επομένη, την επισκέφτηκε στο μαγαζί, για να της αφήσει ένα γλυκό που είχε φτιάξει μόνος. Ήταν μάγειρας, βλέπεις. Οι μέρες περνούσαν και οι δυο νέοι έρχονταν όλο και πιο κοντά. 
    Ώσπου μια μέρα έγιναν ζευγάρι. Δημιούργησαν τόσες αναμνήσεις μαζί! Περνούσαν τόσο όμορφα, έκαναν τόσα όνειρα οι δυο τους. Μία μέρα θα ερχόταν η μητέρα του Αλέξανδρου στην πόλη για κάτι έκτακτο. Το ερωτευμένο ζευγάρι πήγε στο πλοίο να την παραλάβει. Είχε μια υποχρέωση, όπου δεν μπορούσε να τη συνοδεύσει ο γιος της. Έτσι, προσφέρθηκε η Σοφία να το κάνει. Πρώτα πήγαν για ψώνια, διότι όφειλαν να ντυθούν κατάλληλα για την περίσταση. Η ώρα πέρασε κι οι δύο γυναίκες κάθισαν σ' ένα πολυτελές εστιατόριο, να γευματίσουν. Η μητέρα του Αλέξανδρου αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά στη Σοφία. Να μοιραστεί μαζί της πράγματα που ίσως δε θ' άκουγε ποτέ για τον άνθρωπο που τόσο καιρό μοιραζόταν τη ζωή της. Δε γνώριζε για τα προβλήματα που ο Αλέξανδρος είχε, όταν ήταν μικρός. Τώρα πλέον τα έμαθε. Η μητέρα του πορακάλεσε τη Σοφία να προσπαθήσει να τον αλλάξει και να μην τον αφήσει ό,τι κι αν γίνει. Οι μέρες πέρασαν κι η μητέρα του Αλέξανδρου θα επέστρεφε στο νησί. Στον αποχαιρετισμό, δώσανε υπόσχεση να ξαναβρεθούνε, για να δει κι η Σοφία το μέρος που μεγάλωσε ο Αλέξανδρος.       
   Χαιρέτησαν, λοιπόν, την κ.Λυδία και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Στο σπίτι, ο Αλέξανδρος έδειχνε σκεπτικός. Κάτι τον απασχολούσε έντονα και σοβαρά. Έπαψε να είναι ομιλητικός. Κάποια στιγμή ακούστηκε -μ' αποφασιστικό τόνο- η φωνή του να λέει: «Θέλω να χωρίσουμε!»  
    Δακρυσμένη η Σοφία, γνώριζε μέσα της πως κάποια στιγμή θα γινόταν. Θα έληγε η σχέση τους. Ούτως ή άλλως συνήθιζε να το περιμένει. «Όλοι οι άνδρες είναι ίδιοι! Γουρούνια!», σκέφτηκε. Βλέπεις, είχε πληγωθεί και παλιά, στο παρελθόν. Ωστόσο, τη στιγμή εκείνη δεν περίμενε να ακούσει κάτι τέτοιο. Δεν άντεχε τη φράση...             
    Προσπάθησε να της το εξηγήσει. Να της πει πως δεν ήταν αυτή το λάθος, αλλά εκείνος και τα παιδικά του χρόνια. Δεν της άξιζε! Έτσι πίστευε, οπότε οι δρόμοι τους χώρισαν και κάθε επαφή τους έγινε θολή ανάμνηση.     
   Τα χρόνια πέρασαν κι ο Αλέξανδρος συνέχισε να εργάζεται για την επιχείρησή του, ζώντας μόνος, δίχως να γνωρίζει πού και πώς ήταν η Σοφία. Ένα απόγευμα, παρομονή Πρωτοχρονιάς,  όφειλε να παρευρεθεί σ' ένα επαγγελματικό ραντεβού. Αυτό που σίγουρα δεν περίμενε ήταν να δει τη Σοφία. Οι δυο νέοι συναντήθηκαν ξανά.      Η ζωή, όμως, δεν είχε τα ίδια σχέδια για τη μοίρα των πρωταγωνιστών μας. Η Σοφία ζούσε κι εργαζόταν στο Παρίσι πλέον. Ήταν παντρεμένη μ' έναν υπέροχο σύζυγο κι είχαν αποκτήσει μια πανέμορφη κόρη. Στο άκουσμα όλων αυτών, ο Αλέξανδρος λύγισε. Στενοχωρήθηκε, βαθιά μέσα του. Βλέπεις, το είχε μετανιώσει. Οι εσωτερικές του σκέψεις έλεγαν πολλα. Πού να ήξερε πως ήταν ακόμη ερωτευμένος μαζί της; Ωστόσο, τα δεδομένα της πραγματικότητας δεν μπορούσαν ν' αλλάξουν. Κι έτσι οι αναμνήσεις ήταν το μόνο κοινό που είχαν πλέον οι δύο τους. Έμειναν, λοιπόν, καθισμένοι στον καναπέ του σαλονιού με  τις αναμνήσεις να παίζουν ξανά και ξανά κάθε επεισόδιο μες στο μυαλό τους. (Αλ.Βασ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»