«Το Παιχνίδι...»


Στο μικρό καφενείο του χωριού, μπροστά στην αργή καύση του τζακιού, ο Ζαν κι ο Πιερ κάθονταν σταθερά, κάθε απόγευμα. Το σκάκι είχε πάρει πια μια κίτρινη απόχρωση απ' το πέρασμα του χρόνου και οι κινήσεις τους γίνονταν αργά, σα ν' ακολουθούσαν κάποια τελετουργία. Χρόνια φιλίας που κρατήθηκε αναλλοίωτη. 
    Τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα. Ο Ζαν άκουσε απ' τον αρτοποιό του χωριού πως ο Πιερ διέδωσε διάφορα, φήμες κακόβουλες για τον γιο του. Τον πλήγωσαν τα λόγια του, όταν τόνισε πως «ο γιος του δεν κάνει ούτε για να σκάβει το χώμα!» Ήταν σα να του 'ριξε μια μπουνιά στα μούτρα, σα να του 'κανε βολή κάτω απ' τη ζώνη. Δεν μπορούσε να το ξεπεράσει! Το τελευταίο διάστημα, ο φίλος του είχε γίνει σκοτεινός. Το βλέμμα του έμοιαζε  συχνά αυτοκαταστροφικό και οι κινήσεις του γεμάτες φόβο. Κι έπειτα δεν του έβγαιναν το παιχνίδι. Εκείνο τ' απόγευμα, η ένταση μεταξύ τους ήταν σχεδόν αφόρητη.
   Έκανε μια κίνηση στο τάβλι, χωρίς να τον κοιτάζει και, με φωνή που έτρεμε, ρώτησε: «Γιατί το έκανες αυτό σε βάρος του γιου μου; Δεν είχαμε τόσα χρόνια αληθινής φιλίας; Δεν αρκούσαν, για να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό;» Ο Πιερ δεν έκανε κάποια κίνηση. Σήκωσε αργά τα μάτια και τον κοίταξε βαθιά. Για λίγο, κανείς δε μίλησε. Μόνο ο ήχος της φωτιάς στο τζάκι ακουγόταν.
   «Δεν το είπα έτσι, δεν εννοούσα κάτι κακό!», είπε τελικά. «Είπα πως ακόμη ψάχνεται, όπως κι άλλοι, δηλαδή, σ' αυτήν την ηλικία. Τα λόγια, να το ξέρεις, μεταφέρονται διαφορετικά από στόμα σε στόμα. Αν σε πλήγωσα, με συγχωρείς!»
    Ο Ζαν κοίταξε το τάβλι. Ήταν σα να 'νιωθε την οργή να φεύγει αργά, απαλά, σα να την τράβαγε βαθύτερα μέσα του. Δεν του ήταν καθόλου εύκολο να συγχωρήσει. Ήξερε όμως, πως, αν δεν ξεπερνούσε τον θυμό, θα έχανε κι άλλα, πιο πολύτιμα στη ζωή του. Πρώτα απ’ όλα, τη συντροφιά μιας φιλίας. Έριξε το ζάρι και χαμογέλασε, για πρώτη φορά μετά από καιρό.
«Σειρά σου, να ρίξεις...», πρότεινε ήσυχα.
Η παρτίδα συνεχίστηκε, με την κλασική, συνηθισμένη σιωπή, που πάντα τους ένωνε. Δε χρειάστηκαν άλλα λόγια. Μόνο η κίνηση των πεσσών κι η ζεστασιά ανάμεσα στους δύο παλιούς φίλους. Τελικά, τα είχαν καταφέρει αυτήν τη φορά. Είχαν ταΐσει τον σωστό «λύκο» μέσα τους! (Δαβιδ. Χρ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»