«Χορός με λουλούδια...»
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα καταπράσινο χωριό υπήρχε ένα πανέμορφο, φωτεινό σπίτι. Διέθετε πολλά δωμάτια, μα ένα τους ξεχώριζε. Ήταν γεμάτο όμορφα χρώματα λουλουδιών με έντονα μεθυστικά αρώματα. Οι τοίχοι του ήταν στολισμένοι με ηλιοτρόπια και μαργαρίτες, ενώ στο παράθυρο καθόταν τακτικά ένα κόκκινο πουλί που τραγουδούσε γλυκιές μελωδίες. Έμοιαζε να τις αφιέρωνε στους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Σ' αυτό το σπίτι, λοιπόν, με το ονειρικό δωμάτιο ζούσαν ο Κώστας κι η Χρύσα. Οι δυο νέοι αγαπιούνταν βαθιά. Τόσο βαθιά, όσο στα παλιά, καλά παραμύθια. Δεν είχαν πολλά χρήματα, μα κάθε γωνιά του σπιτιού τους ανέδυε πλουσιοπάροχα φροντίδα, χρώματα κι αρώματα. Η καρδιά του σπιτιού ήταν η κουζίνα. Το τραπέζι πάντα στρωμένο μ' ένα απλό, κοκκινωπό, καρό τραπεζομάντηλο. Πάνω του μια κανάτα γεμάτη αγριολούλουδα και μια γυάλινη φρουτιέρα με ρόδια και σταφύλια. Καθώς έπεφτε ο ήλιος, κάθε απόγευμα ο Κώστας έβαζε δίσκους στο παλιό πικάπ, έπιανε τη Χρύσα απ' τη μέση και χόρευαν ώρες πολλές στο δωμάτιο. Εκείνη χαμογελούσε κι ακουμπούσε απαλά, με τρυφερότητα το κεφάλι της στον ώμο του. Ο χορός τους δεν ήταν τέλειος, σίγουρα, όμως, ήταν αληθινός, ξεχύλιζε αγάπη. Στο βάθος το κόκκινο πουλί πετούσε ανάμεσα στις κουρτίνες και καθόταν δίπλα στα λουλούδια. Σαν να παρακολουθούσε τον χορό των δυο νέων. Η Χρύσα συνήθιζε να τονίζει πως κάθε που χόρευαν, τα λουλούδια έγερναν ελαφρώς προς τα κάτω. Σαν να παρακολουθούσαν κι αυτά κρυφά τον χορό τους. Ο Κώστας γελούσε με τις ιδέες της, αλλά μέσα του πίστευε κι ο ίδιος στη μαγεία. Τη μαγεία που ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα του δωματίου.
Ώσπου ένα απόγευμα, η Χρύσα δεν μπορούσε πια να σηκωθεί, για να χορέψει. Ήταν άρρωστη πολύ, διαπίστωσε ο γιατρός. Μόνο υπομονή τους απέμεινε να κάνουν. Ο Κώστας δεν το έβαλε κάτω. Καθόλου. Έφερε δίπλα της ένα τραπέζι κι ακούμπησε πάνω το πικάπ. Της φόρεσε αργά το αγαπημένο της φόρεμα κι έβαλε τον δίσκο να παίζει. Η Χρύσα χαμογέλασε πικρά. Του ψιθύρισε πως θέλει να χορέψει αυτός για κείνη. Από τότε, κάθε μέρα ο Κώστας χόρευε μπροστά της -συχνά για ώρες-. Μέχρι που ένα πρωινό η Χρύσα έφυγε. Οριστικά. Έφυγε για το μεγάλο, το παντοτινό ταξίδι. Από τότε, το σπίτι έμεινε ανέγγιχτο, δεν άλλαξε διόλου. Το βάζο έχει πάντα λουλούδια, η φρουτιέρα είναι γεμάτη φρούτα και το κόκκινο πουλί εξακολουθεί -διαρκώς παρόν- να κελαηδά.
Ο Κώστας συνεχίζει να χορεύει. Μόνος, γιατί κάθε που απλώνει τα χέρια, νιώθει την παρουσία της. Κι όταν κλείνει τα μάτια, βλέπει τους δυο τους αγκαλιασμένους να χορεύουν τον αιώνιο χορό. Έναν χορό χωρίς αρχή ή τέλος...(Αλεξ.Χρυσ.)

Comments
Post a Comment