«Ατενίζοντας το άγνωστο...»
«Η μοναξιά μπορεί να γίνει δύναμη!» Το είχε ακούσει κάποτε από έναν του δάσκαλο. Τότε του είχε φανεί κουβέντα παρηγοριάς γι' ανθρώπους που δεν είχαν κανέναν. Πού δεν τους είχε απομείνει κανείς, ούτε οι δικοί τους.
Ο κύριος Γιώργος ζούσε μόνος του σ' ένα παλιό σπίτι στην άκρη του χωριού, ένα σπίτι που κάποτε έσφιζε από ζωή και πλημμύριζε από φωνές. Η γυναίκα του είχε φύγει απ' τη ζωή, πριν δέκα χρόνια. Τα παιδιά είχαν τραβήξει, κι αυτά, τον δρόμο τους. Είχε μείνει με τη σόμπα, τον σκύλο και κάτι φωτογραφίες κιτρινισμένες απ' τον καιρό. Αποτύπωναν ζωηρά, παιδικά χαμόγελα κι όμορφες αγκαλιές.
Στην αρχή τον πονούσε η σιωπή. Ύστερα σιγά σιγά την έμαθε. Γνωρίστηκε μαζί της κι έγιναν φίλοι αχώριστοι. Κι έτσι την αξιοποίησε στο έπακρο. Άρχισε σιγά σιγά να σκαλίζει το παλιό αμπέλι. Κάθε πρωί σηκωνόταν με τον ίδιο σκοπό. Επίσης, ξανάβαλε «μπρος» το παλιό τετράδιο της τέχνης του. Άρχισε να ξαναγράφει. Σκέψεις, ιστορίες, λέξεις που δεν είχε πει ή δεν είχε γράψει σε κανέναν. Την άνοιξη φύτεψε βασιλικό και μοίρασε γλαστράκια σε όλους τους γείτονες. Έτσι... χωρίς πολλά λόγια.
Μια μέρα τον φώναξαν στον καφενείο. Δε θα μιλούσε πολύ, αλλά όλοι ήθελαν να ακούσουν τι θα έλεγε. Είχε πια τη φήμη του σοφού. Έτσι, η μοναξιά του έγινε ρίζα και τον κράτησε στέρεο, ακέραιο. Δεν τον έσπασε. Τον βάθυνε, του έσκαψε τα σώψυχα, τον βοήθησε να εντοπίσει τη δύναμή του. Όταν, κάποτε, μια δημοσιογράφος πέρασε απ' το χωριό και τον ρώτησε πώς αντέχει μόνος, χαμογελώντας της απάντησε:
«Δεν είμαι μόνος. Απλώς, έμαθα να κάνω χώρο μέσα μου για όσα έχασα, για όσα βρήκα, για όσα πήρα κι όσα έδωσα ή όσα μπορώ ακόμη να προσφέρω!»
«Δεν είμαι μόνος. Απλώς, έμαθα να κάνω χώρο μέσα μου για όσα έχασα, για όσα βρήκα, για όσα πήρα κι όσα έδωσα ή όσα μπορώ ακόμη να προσφέρω!»
Τ' απογεύματα καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Δεν αποχωριζόταν το γκρίζο, κομψό κουστούμι του. Κρατούσε στα χέρια την πρωινή εφημερίδα, διπλωμένη. Αυτή που -απ' την αρχή μέχρι το τέλος- είχε διαβάσει από το πρωί.
Τώρα πια καθόταν και περίμενε. Χωρίς να ξέρει τι ακριβώς. Η μοναξιά του είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Πολλές φορές σκεφτόταν, τι είχε πια ν' ελπίζει, αν μπορούσε με κάποιον τρόπο να τη μετατρέψει σε δύναμη. Ωστόσο, το ερώτημα που τον ταλάνιζε, έμενε εν μέρει αναπάντητο. Αναζητούσε τον τρόπο, τη μέθοδο μετατροπής της ... έως τότε ατένιζε το άγνωστο! (Πρ.Γιάν.)

Comments
Post a Comment