«Ο Τιοτέ πληγώνεται...»

 
Σ’ ένα χωριουδάκι της Ντόχα, πίσω απ' τα κατάλευκα βουνά δίπλα σ’ έναν λοφίσκο,  γεννήθηκε κάποτε ένα μικρό αγόρι, με γαλαζοπράσινα μάτια και ξανθά μαλλιά σ' ένα ξύλινο φτωχόσπιτο. Η μητέρα τον φρόντιζε μ' αφοσίωση κι αγάπη. Καθώς κυλούσαν τα χρόνια, όμως, το παιδί ζητούσε να μάθει τι απασχολούσε τη μάνα του και δεν του αφοσιωνόταν.
  Τα βράδια άκουγε φωνές κι ανησυχούσε, γιατί προέρχονταν απ' τους γονείς του. Κάποιο βράδυ παρίστανε τον κοιμισμένο. Τότε, για πρώτη φορά, είδε κάτι άγριο: τον πατέρα «ν' απλώνει χέρι» 
στη μητέρα και να τη χτυπά. Ακούγοντάς τους, κατάλαβε πως ο καυγάς είχε να κάνει με τα οικονομικά. Κάποια στιγμή, ο πατέρας, έξαλλος, ζήτησε απ' τη μάνα να πουλήσουν το παιδί, για να καλύψουν τις ελλείψεις. 
  Ο μικρός ξέσπασε σε κλάματα. Όταν συνήλθε, πήρε γρήγορα μια μικρή βαλίτσα κι έβαλε μέσα όσα κουρέλια διέθετε. Πήδηξε απ' το παράθυρο 
κι έφυγε με κατεύθυνση το άγνωστο. 
  Καθ' οδόν έζησε περιπέτειες, αντιμετώπισε κινδύνους και γνώρισε ανθρώπους, καλούς και κακούς. Τον τσίμπησε κάποτε κι ένα φίδι, στο αριστερό πόδι. Τον βρήκε, ευτυχώς, ένας  σοφός γέροντας, βαθύς γνώστης πανάρχαιων γιατρικών. Τον φιλοξένησε στην καλύβα του για έναν χρόνο, μέχρι να γιατρευτεί. Μετά από πολλά βάσανα, έφτασε σ’ ένα ορφανοτροφείο της Κατάρ. 
  Ο Τιοτέ  ήταν τότε 12 χρονών. Έμεινε εκεί, μα απογοητεύτηκε φρικτά. Τους εκμεταλλεύονταν άγρια, αναγκάζοντάς τους να δουλεύουν στα φανάρια. Επιβίωναν με μικροποσότητες ληγμένων φαγητών και βρώμικο νερό, από λίμνες και ποτάμια. 
   Μια μέρα, ενώ πουλούσε χαρτομάντιλα στον δρόμο, αντίκρισε στη γωνιά έναν καλοντυμένο κύριο. Πλησιάζοντας τον ρώτησε αν πηγαίνει σχολείο. Το παιδί, περίλυπο, απάντησε πως δεν έχει ιδέα τι είναι αυτό. Εκείνος τον ρώτησε αν θέλει να μάθει και τον ενημέρωσε πως είναι Δάσκαλος. Το παιδί δήλωσε, κοιτάζοντάς τον με χαρά στα μάτια, πως θα το ήθελε πολύ. Έπειτα, του πρότεινε να συναντιούνται σε μια αποθήκη έξω απ' την εκκλησία, για να μελετούν. Μόλις άκουσε τα λόγια του, το παιδί έβγαλε ένα μαντήλι με ψιλοδεκάρες απ' την ξεχειλωμένη τσέπη και του τις πρόσφερε γι' αμοιβή. Τι είναι αυτό; Ρώτησε παραξενεμένος.
 -Για εσάς, δάσκαλε! Του τόνισε.  
 -Και γιατί τ' αφήνεις, παιδί μου; Ρώτησε  εκείνος ξανά, προσποιούμενος πως δεν καταλάβαινε. 
 -Για να με βοηθήσετε, μήπως προχωρήσω στα γράμματα, ο κακομοίρης. Ανταπάντησε το παιδί -πολύ σοβαρά αυτήν τη φορά-. Ο κύριος άρχισε να γελά. Του ζήτησε να πάρει πίσω τα ψιλά του, γιατί σίγουρα θα του χρειαζόταν περισσότερο αργότερα. 
  Ο μικρός μάζεψε τις οικονομίες του κι έφυγε ντροπιασμένος να γυρίσει στο ορφανοτροφείο. Μπήκε μέσα κρυφά. Περπατώντας με αργά, δειλά βήματα, για να μην τον πάρουν είδηση, πλησίασε στο μικρό του κρεβάτι, πήρε την παλιά κουβέρτα και κοιμήθηκε ήσυχα. Την επομένη τον περίμενε μια δύσκολη μέρα!
  Ξύπνησε σ' ένα ηλιόλουστο πρωινό. Με την πρώτη ευκαιρία διαλείμματος απ' τη δουλειά, έτρεξε στη μικρή αποθήκη, έξω απ' την εκκλησία, όπως είχαν συνεννοηθεί τον δάσκαλο. Εκείνος βρισκόταν ήδη εκεί. Του είχε αγοράσει δυο τετράδια, μια γόμα και τρία μολύβια. Το παιδί ενθουσιάστηκε. Χαρούμενο κι ευτυχισμένο πια, άκουγε τα λόγια του δασκάλου. Τα βράδια, στο
ορφανοτροφείο τ' άλλα ορφανά τον κορόιδευαν, όποτε διάβαζε κι αυτός νευρίαζε. Μια μέρα, όταν ένα παιδί άρχισε πάλι να τον κοροϊδεύει, δεν κρατήθηκε και πήγε να το βαρέσει. Ο επιστάτης του ορφανοτροφείου τους χώρισε -και για 
τιμωρία- τον κλείδωσε στο δωμάτιο για μια ολόκληρη βδομάδα. Τότε, πήρε την απόφαση να το σκάσει. Βρήκε ένα σκοινί και κατέβηκε απ' το μπαλκόνι. Ο δάσκαλος, μόλις το έμαθε, επέμενε να του προσφέρει καταφύγιο σπίτι του. Το παιδί  δέχτηκε τελικά κι η συγκατοίκηση βοήθησε, γιατί τώρα έκανε περισσότερες ώρες μάθημα. 
Πέρασαν τέσσερα χρόνια κι ο Τιοτέ ήταν πλέον έτοιμος να δώσει εξετάσεις, για να πάει στο Λύκειο. Ωστόσο φοβόταν λίγο μήπως τον κορόιδευαν. Ο δάσκαλος τον καθησύχαζε, διαβεβαιώνοντας πως όλα θα πήγαιναν καλά.           Την πρώτη μέρα, όλοι τον κοίταζαν λες κι ήταν εξωγήινος. Δεν κατάφερε να γνωριστεί με κανέναν και δεν έκανε ποτέ φίλους. Οι περισσότεροι του φώναζαν και προσπαθούσαν 
να τον εκμεταλλευτούν. Αυτός συνέχιζε τη μελέτη με υπομονή κι επιμονή. Ο κόπος του, τελικά, ανταμείφθηκε, γιατί πέρασε όλες τις τάξεις του Λυκείου και πέτυχε να μπει στο Πανεπιστήμιο. Εκεί δε συνάντησε πολλά προβλήματα. Παρ' όλα αυτά κάτι βασάνιζε την ψυχή του. Είχε απορίες για τους γονείς του και τους έψαχνε παντού. 
   Στο χωριό, στα γύρω χωριά, οπουδήποτε, μήπως ήξερε κάποιος κάτι. Πήγε στην αστυνομία, έδειξε ταυτότητα και μόλις ο αστυνόμος κατάλαβε πως ήταν ο γιος του Τουρέ, τον ενημέρωσε πως ο πατέρας του είχε πεθάνει. Ο Τιοτέ λυπήθηκε, αλλά πληγώθηκε βαθύτερα και ουσιαστικά, όταν έμαθε τι συνέβη στη μητέρα του. Από 
το ξύλο που της έριχνε ο άντρας της, έπαθε σοβαρότατη αιμορραγία. Έπεσε σε κώμα πριν τέσσερα χρόνια, ώσπου πέθανε κι αυτή τελικά. 
   Ο Τιοτέ ήταν πια πεντάρφανος. Γύρισε στο σπίτι, κλείστηκε στο δωμάτιο κι έκλαιγε για δυο βδομάδες συνεχόμενες. Καταριόταν τη μέρα που έφυγε, γιατί -στο μικρό του μυαλό- αν δεν είχε απομακρυνθεί, η μαμά του θα σωζόταν, αφού θα χτυπούσε αυτόν αντί για κείνη.
   Έτσι απ' τις πολλές τύψεις, έκανε κάτι τρομερό. Είπε ψέματα στον δάσκαλο πως θα πήγαινε για λίγο να επισκεφτεί έναν φίλο του. Ετοίμασε τα πράγματά του, πήρε το πλοίο και -κάπου στο μέσο της διαδρομής- πνίγηκε. 
   Φήμες λένε πως είδε σ' όραμα τη μάνα του τραυματισμένη, πως δέθηκε με την άγκυρα και πήδησε στη θάλασσα, για να τη σώσει. Ή μήπως, για να μοιραστεί μαζί της την ομορφιά ενός άλλου κόσμου, αφού ο γήινος υπήρξε τόσο σκληρός απέναντι τους; Κανείς δεν έμαθε κι ούτε θα μάθει ποτέ! Το μόνο που όλοι γνωρίζουν καλά -γιατί τους το ’χει πει η ψυχή τους - είναι πως «ζουν» πια μαζί κι ευτυχισμένοι! 

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»