«Ευτέρπη και Μάρκος...»

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια κοπέλα που τη λέγανε Ευτέρπη. Δεν ήταν σαν όλους τους άλλους. Δε μιλούσε σχεδόν καθόλου, δεν είχε παρά ελάχιστους φίλους. Ζούσε μόνη σ' ένα μικρό σπίτι, κοντά στο δάσος. Περνούσε τον χρόνο της παίζοντας αυλό. Ήταν το μόνο που την έκανε χαρούμενη. Ο κόσμος τη θεωρούσε λιγάκι περίεργη. Κανείς, ωστόσο, δεν είχε να πει κάτι κακό γι' εκείνη. Δεν ενοχλούσε κανέναν κι ήταν καλή με όλους. Ήταν απλά στον κόσμο της. Μια μέρα, στο χωριό εμφανίστηκε ένας παράξενος τύπος που τον έλεγαν Μάρκο. Φορούσε χρωματιστά ρούχα, σαν να ήταν κλόουν, και κρατούσε πάντα μαζί του ένα βιολί. Δεν μιλούσε ούτε εκείνος. Έπαιζε μουσική μόνο για τα παιδιά και μετά εξαφανιζόταν. Ήταν κι αυτός περίεργος, αλλά  τον συμπαθούσαν όλοι, γιατί έκανε τα παιδιά να γελούν. Ένα βράδυ, ο Μάρκο άκουσε μουσική που όμοια δεν είχε ξανακούσει. Ήταν ο αυλός της Ευτέρπης. Η μουσική τον τράβηξε σα μαγνήτης. Ακολούθησε τον ήχο, μέχρι που έφτασε στο δάσος. Την είδε να κάθεται σ' έναν κορμό και να παίζει. Δεν της είπε τίποτα. Απλά άρχισε να παίζει κι αυτός το βιολί του. Ήταν λες και της απαντούσε με μουσική. Εκείνη δεν τρόμαξε, ούτε σταμάτησε. Αντίθετα, συνέχισε να παίζει. Από εκείνη τη μέρα, συναντιούνταν κάθε βράδυ στο ίδιο σημείο. Δεν αντάλλαζαν ούτε μια κουβέντα. Ό,τι ήθελαν να πουν, το έλεγαν με τη μουσική τους. Δεν ήταν ζευγάρι, αλλά υπήρχε κάτι μυστηριακό μεταξύ τους. Κάτι που μάλλον όδευε προς τα ουράνια. Μερικές μέρες αφότου έπαιζαν συνέχεια μαζί, η Ευτέρπη άρχισε να σκέφτεται διάφορα. Μήπως αυτός δεν την έβλεπε σαν άνθρωπο αλλά μόνο σαν ερμηνευτή της μουσική της; Μήπως αν σταματούσε να παίζει, εκείνος σταματούσε να την ψάχνει; Ένιωσε αμφιβολία κι αποφάσισε να τον δοκιμάσει. Έτσι, ένα βράδυ δεν πήγε στο σημείο συνάντησης. Έμεινε σπίτι και περίμενε να δει αν θα την ψάξει. Ή αν θ' ακούσει τη μουσική του από μακριά. Δε συνέβη τίποτε. Απόλυτη σιωπή. Την επομένη, τον βρήκε στην πλατεία του χωριού. Ήταν καθισμένος σ' ένα παγκάκι ήσυχα και κρατούσε μπροστά του μια ζωγραφιά. Είχε ζωγραφισμένα δυο χέρια που πήγαιναν ν' αγγίξουν το 'να τ' άλλο κι έδειχνε σαν να κάτι να παίζουν. Δεν ήξερε πώς να το εξηγήσει ακριβώς, αλλά έτσι κάπως το ένιωσε. Η Ευτέρπη δεν είπε τίποτα. Απλά του 'πιασε το χέρι. Από τότε δεν έπαιξαν ξανά μουσική. Δεν χρειάστηκε. Ήταν μαζί πλέον. Δεν είχαν ανάγκη ούτε αυλό, ούτε βιολί. Απλώς καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον. Κι έτσι τελειώνει το παραμύθι τους. Δεν είχε δράκους, ούτε πριγκίπισσες, αλλά είχε κάτι πιο δυνατό: έναν έρωτα που γεννήθηκε -χωρίς λόγια- μόνο με μουσική. Και ίσως αυτό είναι τελικά ο έρωτας. Κάτι που εύκολα δεν εξηγείται. Απλά το νιώθεις. Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των ερωτευμένων. Γιατί ο έρωτας είναι ένας μύθος ανέκφραστος…(Πετρ.Γ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»