«Να είσαι πάντα καλά, Λάρα...»
Η μοναξιά ίσως γίνει η δύναμη ή η αδυναμία καθενός μας, οπότε έχει μεγάλη σημασία πως θα τη χρησιμοποιήσεις! Η κοπέλα μας κάθεται μόνη, μπροστά στο τζάκι του σπιτιού της, μέσα στο ζεστό σαλόνι, μια νύχτα του χειμώνα. Κρατάει σφιχτά στο χέρι, σα τρυφερή αγκαλιά, ένα φλυτζάνι καυτό τσάι. Κοιτάζει σταθερά και μονότονα τις φλόγες που χορεύουν στη θράκα. Μοιάζουν χαρωπά, ξένοιαστα παιδιά στην αυλή των παππούδων τους. Αφορμή αναπόλησης οι αναμνήσεις απ' το δικό της παρελθόν.
«Λάρα... Λάρα, ώρα να φεύγουμε!» Θυμήθηκε τις μέρες που ήταν κοριτσάκι, που πήγαινε με τους γονείς της σε πεδιάδες γεμάτες χιόνι κι έπαιζαν χιονοπόλεμο. Όμορφες στιγμές αυτές κι οι εποχές φάνταζαν τόσο εύκολες! Δυστυχώς, τίποτε δε διαρκεί αιώνια. Η μητέρα πέθανε, όταν η Λάρα ήταν ακόμη μικρή κι ο πατέρας, ένα χρόνο μετά, ξαναπαντρεύτηκε. Στη διάρκεια του διαστήματος εκείνου μοναξιάς και πένθους για τους δυο τους, δεν την έκανε ποτέ να νιώσει μόνη. Κι αυτό φάνταζε το καλύτερο που μπορούσε να κάνει, για να νιώθει αγαπητή η κόρη του. Μετά τον γάμο, για τη Λάρα άλλαξαν όλα. Δεν πέρασε καιρός, ωσότου η νέα της μητριά (με τον γιο της, Τζέικομπ, τρία χρόνια μεγαλύτερό της Λάρας) μετακομίσει σπίτι τους. Το κορίτσι απ' τη μια στεναχωριόταν που μια άλλη γυναίκα πήρε τη θέση της μητέρας. Ταυτόχρονα χαιρόταν για τον πατέρα. Μετά τον θάνατο της μαμάς, για καιρό έμοιαζε συντετριμμένος. Τώρα δε θα 'ταν πια μόνος. Πίστευε, άλλωστε, πως ξημέρωνε καινούργια αρχή για όλους...
Οι πρώτες μέρες της νέας καθημερινότητας κύλησαν γρήγορα. Κύριο μέλημα το τακτοποίημα των νεοφερμένων στο σπίτι. Ο «αδερφός» πήρε το δωμάτιο απέναντι απ' το δικό της. Η Λάρα ήταν ενθουσιασμένη που, επιτέλους, θα είχε μεγαλύτερο αδερφό. Τις επόμενες μέρες χτύπησε την πόρτα του δωματίου του, με την επιθυμία να παίξουν μαζί. Ήθελε να του γνωρίσει τον Φρέντι, το αρκουδάκι που της είχε χαρίσει η μητέρα, λίγο πριν φύγει απ' τη ζωή.
Τώρα στέκεται μπρος στο τζάκι κι είναι σα να κοιτάζει τον εαυτό της πριν χρόνια. Θυμάται την αδημονία που την κυρίεψε, αναμένοντας την απάντηση του «αδερφού» της. Θυμάται, ακριβώς μετά, την απρόσωπη, ψυχρή έκφραση στο πρόσωπό του. Η αόριστη, αρχική του γκριμάτσα -αργά και βασανιστικά- μετατράπηκε σε έκφραση απόλυτης ενόχλησης. Φανέρωνε πως δε σκόπευε, ούτε θα 'θελε ποτέ να γίνει φίλος ή έστω καλός «αδερφός» για κείνη. Τότε, δεν το έβαζε κάτω.... συνέχιζε να τον ρωτά, ξανά και ξανά, τις επόμενες μέρες, επίμονα και πιεστικά. Μια φορά μάλιστα προσπάθησε να τον τραβήξει απ' την πολυθρόνα, μόνο και μόνο, για να παίξουν στην αυλή. Δεν κατάφερε τίποτε. Κάθε προσπάθειά της τον απομάκρυνε περισσότερο.
Τώρα γελάει γλυκόπικρα, καθώς της έρχονται σποραδικές μνήμες απ' τους ευφάνταστους τρόπους που είχε επινοήσει, για να πείσει τον Τζέικομπ. Όταν επέστρεψε στο σχολείο, απ' τις διακοπές του Πάσχα, δεν ήταν πια ο εαυτός της. Παλιά είχε πολλούς φίλους. Η κοινωνικότητά της κατόπιν εξανεμίστηκε. Σιγά σιγά οι φίλοι της απομακρύνθηκαν. Η παρουσία της στην τάξη ολοένα λιγόστευε. Πιο ήσυχη κι αποκομμένη από ποτέ. Κάποια παιδιά άρχισαν να κοροϊδεύουν. Με τον καιρό, οι κοροϊδίες δε σταμάτησαν, έγιναν συχνότερες, πύκνωσαν. Στους διαδρόμους του σχολείου άκουγε σχόλια περιφρόνησης, σε καθημερινή βάση. Ο Τζέικομπ -παρόλο που ήρθε με μετεγγραφή στο σχολείο της- δε γνώριζε για τον εκφοβισμό που δεχόταν η Λάρα. Έτσι, συνέχιζε να την αγνοεί κανονικά. Επιπλέον, ο πατέρας γινόταν όλο και πιο απασχολημένος με τον νέο του γάμο και τη δουλειά, ενώ περνούσε όλο και λιγότερο χρόνο μαζί της. Οπότε ούτε κείνος ήξερε τι γινόταν στο σχολείο. Η σχέση με τον πατέρα -κάποτε στέρεη κι άτρωτη- σιγά σιγά κλονιζόταν, αποκτούσε ρωγμές, διαλυόταν εν τέλει. Κάποια στιγμή, ο εκφοβισμός της Λάρας άγγιξε «ταβάνι». Μια μέρα, κρατώντας στα χέρια τον δίσκο με το πρωινό της σχολικής καφετέριας, θέλησε να κάτσει σ' ένα τραπέζι να φάει. Κάποιο απ' τα κακομαθημένα του σχολείου άπλωσε το πόδι και της έβαλε τρικλοποδιά, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω, με τα μούτρα μες στο φαγητό. Ο θυμός και τα δάκρυα είχαν πλημμυρίσει τα μάτια της Λάρας, όταν σηκώθηκε. Μόλις αντίκρισε το κοροϊδευτικό, σαρδόνιο χαμόγελο να ξετρυπώνει στα χείλια του άλλου, δεν κρατήθηκε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, το χαστούκισε με όλη της τη δύναμη στο πρόσωπο, αφήνοντας άφωνη όλη την καφετέρια. Ωστόσο, κυριευμένη από πόνο και λύπη -θεριεμένα από καθημερινές κοροϊδίες δυο σχεδόν χρόνων- τη στιγμή εκείνη μετατράπηκαν σ' ανεξέλεγκτο θυμό. Ήταν έτοιμη να ορμήσει ξανά στο παιδί, με δάκρυα ασταμάτητα να κυλούν στα μάγουλά της.
Όταν έγινε το συμβάν, ο Τζέικομπ καθόταν σε κοντινό τραπέζι. Του περνούσαν εκατοντάδες σκέψεις απ' το μυαλό. Οι περισσότερες τον
προέτρεπαν να μείνει άπραγος στην καρέκλα, να μην ανακατευτεί, διόλου. Όταν παρατήρησε, όμως, τα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της Λάρας, δεν άντεξε. Σηκώθηκε γρήγορα, πήγε από πίσω και της συγκράτησε τους καρπούς, ώστε να μην ξεσπάσει βίαια, για μια φορά ακόμη. Πονούσε ψυχικά! Το είχε καταλάβει, καθαρά πια, ο Τζέικομπ απ' τον τρόπο που έτρεμε η Λάρα. Ωστόσο, η βία δεν είναι ο ιδανικός τρόπος έκφρασης του πόνου! Ο πατέρας της το έμαθε σύντομα απ' τον κ. Διευθυντή. Όλοι, όμως,
γνώριζαν μονάχα την «αλήθεια» του άλλου παιδιού. Την παραποιημένη αλήθεια που απογοήτεψε τον γονιό, λόγω της «απερισκεψίας» και της «κυκλοθυμίας», που επέδειξε η κόρη. Τώρα, η σχέση πατέρα-κόρης είχε διαρρηγεί πλήρως. Ήταν έξαλλος μαζί της, με λίγα λόγια.
«Ήταν έξαλλος μαζί μου! Για κάτι που δεν ήταν δικό μου φταίξιμο. Δεν ήξερε τι μου είχε συμβεί, τι μου είχαν κάνει, τι με ώθησε να ξεσπάσω έτσι. Τώρα εσύ χάνεις! Έχασες απ' τη στιγμή που δεν με πίστεψες…»
Την μπέρδευε αρκετά, όμως, που ο Τζέικομπ έμεινε στο πλευρό της, υποστηρικτικά. Όχι σαν τον πατέρα που δεν ήθελε ν' ακούσει καν τη δική της πλευρά της ιστορίας. Επιπλέον, δεν περίμενε καθόλου να την εμποδίσει να ξαναχτυπήσει το παιδί. Εκείνη τη στιγμή, η Λάρα έβλεπε απλώς δάκρυα και θυμό. Αλλά εκείνος τη βοήθησε να σταματήσει. Το βράδυ που επέστρεψαν
απ' το σχολείο, της έφερε βραδινό, αφού ο πατέρας τηε είχε επιβάλλει τιμωρία. Μια τιμωρία που θα κρατούσε αρκετό καιρό. Δεν καταδεχόταν να την αντικρίσει πια ο πατέρας!
Αντιθέτως, ο θετός αδερφός άρχισε ν' ανοίγεται περισσότερο μαζί της. Να γίνεται πιο μαλακός, πιο τρυφερός, γλυκύτερος. Κάτι σαν αληθινός αδερφός πλέον. Την άφησε και να του μιλήσει. Μπόρεσε πλέον να του πει την δική της οπτική της ιστορίας, τον εκφοβισμό που καθημερινά βίωνε και την κορύφωσή του, που προκάλεσε το ξέσπασμα στο σχολείο. Στις επόμενες βδομάδες (που ήταν κολλημένη στο δωμάτιο, αλλά κι όταν
γύρισε στο σχολείο μετά το ατύχημα) είχαν γίνει καλοί, ειλικρινείς φίλοι. Τη βοήθησε σε όσα μαθήματα δεν καταλάβε, λόγω της σύντομης αποβολής για το χτύπημα του παιδιού, και φρόντισε να μην την κοροϊδεύουν άλλο οι συμμαθητές της.
Και τότε, όταν έγινε δεκαεπτά η Λάρα, την έδιωξαν από το σπίτι. Ο πατέρας πλέον τη θεωρούσε αρκετά μεγάλη, για να φροντίσει τον εαυτό της. Με πιο απλά λόγια, δεν ήθελε ούτε και μπορούσε άλλο να τη βλέπει μπροστά του. Αρχικά ξαφνιάστηκε απ' την απόφαση. Χωρίς περιττά λόγια, πήγε στο δωμάτιο. Λίγα λεπτά μετά είχε ετοιμάσει μια μεγάλη τσάντα με
τα πράγματά της κι έφευγε. Είχε κρατημένα κάποια λεφτά -από παλιότερα- κι ό,τι δεν της ήταν αναγκαίο, το πούλησε. Κατάφερε, επίσης, να βρει ένα μικρό διαμέρισμα με τα λίγα χρήματά της και μια δουλειά ως σερβιτόρα σ' ένα εστιατόριο για τ' απογεύματα. Ο Τζέικομπ την βοηθούσε, πού και πού, χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς τους. Εκείνος είχε δικό του διαμέρισμα κι όταν η Λάρα δεν μπορούσε να συνεχίσει να πληρώνει το νοίκι της, δε δίστασε καθόλου να τη φέρει να μείνει μαζί του. Κάθε βράδυ, μετά την εξαντλητική δουλειά, εκείνος την ενθάρρυνε πως θα πήγαιναν όλα καλά και την προέτρεπε να μην το βάζει κάτω.
Πέρασε αρκετός καιρός, μέχρι να καταφέρει να φτιάξει τη ζωή της επιτυχημένα. Όντως, όμως, το πέτυχε. Μπόρεσε να επουλώσει κάθε της τραύμα, με τη βοήθεια του Τζέικομπ. Σπούδασε κι έχτισε μια εταιρεία απ' το τίποτα. Μάλιστα την έκανε μία απ' τις μεγαλύτερες του κόσμου.
Τώρα, όπως κάθεται μπροστά στο τζάκι του σπιτιού, μέσα στο ζεστό της σαλόνι, μια νύχτα του χειμώνα με την καυτή κούπα τσαγιού στα χέρια, τραβάει επιτέλους τα μάτια απ' τις φλόγες. Ελάχιστα δάκρυα κυλούν απ' τα μάτια ως κάτω στο πρόσωπό της, λόγω των αναμνήσεων. Τελειώνει το τσάι και σηκώνεται να πάει για ύπνο. Την επομένη αποφασίζει μια βόλτα στο νεκροταφείο. Στέκεται μπροστά από έναν τάφο.
Κρατάει λουλούδια στα χέρια, τ' αγαπημένα της μητέρας της. Σκύβει λίγο και τα άφήνει πάνω στα πετραδάκια του τάφου. «Γεια σου, μαμά… πώς είσαι; Είχα καιρό να σε δω, είχαμε καιρό να μιλήσουμε!» Κοιτάζει τη φωτογραφία της όμορφης γυναίκας, καθισμένης σε μια κλασική πολυθρόνα, μ' ένα τεράστιο χαμόγελο ν' ανθίζει στα χείλη της. Είχε καιρό να δει κάτι τόσο ειλικρινές. Στα χέρια της κρατάει την ίδια μωρό.
Σε λίγο έρχεται κι ο Τζέικομπ. Είναι πια αχώριστοι κι όλοι οι άλλοι έχουνε σβήσει απ' τον χάρτη της ζωής της...Να είσαι πάντα καλά, Λάρα μας!(Τεκτ.Αυ.)

Comments
Post a Comment