«Ελίζα και Ματίας...»
Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν σε μια μικρή πόλη που ήταν πλημμυρισμένη λουλούδια και πολλά, στενά και φειδωτά δρομάκια. Εκεί ζούσε η Ελίζα, που δεν ήταν σαν τ' άλλα κορίτσια. Αντί να περπατάει κάτω στη γη σαν όλους μας, περπατούσε πάνω σε σκοινιά! Ναι, καλά διαβάσατε! Έδενε σκοινιά ψηλά στα κτίρια και περπατούσε σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
Όλοι την ήξεραν. Όποτε έκανε κόλπα στην πλατεία, μαζεύονταν κόσμος. Άλλοι γελούσαν κι άλλοι την θαύμαζαν. Ήταν σα μικρή σταρ της πόλης. Κάπου εκεί ήταν κι ο Ματίας. Ένα παιδί ήσυχο, λίγο «περίεργο» στα μάτια των άλλων. Αντί να παίζει μπάλα ή να κάνει φασαρία, καθόταν σπίτι και ζωγράφιζε. Το δωμάτιό του ήταν λες και είχε σκάσει βόμβα από μπογιές και χαρτιά.
Μια μέρα που πήγε στην πλατεία, την είδε. Αντίκρισε την Ελίζα να περπατάει στο σκοινί, μ' ένα κόκκινο κουστούμι που έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο. Έμεινε άναυδος! Πρώτη φορά ένιωθε ότι ήθελε να αποτυπώσει κάτι τόσο αληθινό. Από τότε, κάθε απόγευμα, πήγαινε κρυφά μ' ένα μπλοκ και την ζωγράφιζε. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν του άρεσαν τα σχέδια του. Έλειπε αυτό το «κάτι», που θα έκανε την Ελίζα να φαίνεται σα να πετάει. Μια μέρα, καθώς μάζευε τα πράγματά του απογοητευμένος, η Ελίζα τον πλησίασε.
«Ζωγραφίζεις εμένα, ε;» είπε γελώντας.
Ο Ματίας πάγωσε. Δεν ήξερε τι να της απαντήσει. «Προσπαθώ...» μουρμούρισε.
Η Ελίζα τον κοίταξε στα μάτια και ξανάπε:
«Δεν το έχεις ζήσει ακόμα... Πάμε;»
Και πριν προλάβει να το καταλάβει, του είχε πιάσει το χέρι και τον τραβούσε προς το σκοινί. Ο Ματίας μέσα του σκεφτόταν. «Όχι, ρε φίλε, τι πάμε να κάνουμε τώρα;», αλλά αδυνατούσε να κάνει πίσω. Ανέβηκε. Το σκοινί κουνιόταν, το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος. Κόντεψε να πέσει δέκα φορές. Η Ελίζα του φώναζε να κοιτάζει μπροστά, να μη φοβάται, να εμπιστεύεται τον εαυτό του. Κάπως έτσι, βήμα-βήμα, άρχισε να περπατάει. Δεν ήταν τέλειος, ούτε καν σταθερός. Μα, τώρα το ένιωθε. Για πρώτη φορά, δε σκίτσαρε με τη φαντασία, δε ζωγράφιζε απ' τον νου του. Ζούσε τη στιγμή. Όταν κατέβηκε, γελούσε σαν τρελός. Ήταν ό,τι πιο τρελό είχε κάνει ποτέ στη ζωή του.
Το ίδιο βράδυ, πήγε σπίτι κι άρχισε να ζωγραφίζει χωρίς να πολυσκέφτεται. Έφτιαξε την Ελίζα πάνω στο σκοινί, με τον ουρανό γεμάτο φως και χρώματα. Όλα γύρω της έμοιαζαν ολοζώντανα. Όταν, την επομένη το έδειξε στην πλατεία, όλοι έμειναν άφωνοι. Ακόμα κι η Ελίζα τον κοίταξε και του είπε:
«Τώρα, το κατάλαβες!»
Από τότε έγιναν κολλητοί. Μαζί μάθανε πως για να φτιάξεις κάτι αληθινό, πρέπει πρώτα να το ζήσεις. Να το νιώσεις. Να μη φοβάσαι να πέσεις, να γελοιοποιηθείς, να ρισκάρεις. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο για να τη ζωγραφίζεις. Είναι για να τη ζεις. Κι αν πέσεις; Σήκω και περπάτα πάλι! Όπως στο σκοινί, ακροβατώντας...(Παπ.Νίκ.)
Όλοι την ήξεραν. Όποτε έκανε κόλπα στην πλατεία, μαζεύονταν κόσμος. Άλλοι γελούσαν κι άλλοι την θαύμαζαν. Ήταν σα μικρή σταρ της πόλης. Κάπου εκεί ήταν κι ο Ματίας. Ένα παιδί ήσυχο, λίγο «περίεργο» στα μάτια των άλλων. Αντί να παίζει μπάλα ή να κάνει φασαρία, καθόταν σπίτι και ζωγράφιζε. Το δωμάτιό του ήταν λες και είχε σκάσει βόμβα από μπογιές και χαρτιά.
Μια μέρα που πήγε στην πλατεία, την είδε. Αντίκρισε την Ελίζα να περπατάει στο σκοινί, μ' ένα κόκκινο κουστούμι που έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο. Έμεινε άναυδος! Πρώτη φορά ένιωθε ότι ήθελε να αποτυπώσει κάτι τόσο αληθινό. Από τότε, κάθε απόγευμα, πήγαινε κρυφά μ' ένα μπλοκ και την ζωγράφιζε. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν του άρεσαν τα σχέδια του. Έλειπε αυτό το «κάτι», που θα έκανε την Ελίζα να φαίνεται σα να πετάει. Μια μέρα, καθώς μάζευε τα πράγματά του απογοητευμένος, η Ελίζα τον πλησίασε.
«Ζωγραφίζεις εμένα, ε;» είπε γελώντας.
Ο Ματίας πάγωσε. Δεν ήξερε τι να της απαντήσει. «Προσπαθώ...» μουρμούρισε.
Η Ελίζα τον κοίταξε στα μάτια και ξανάπε:
«Δεν το έχεις ζήσει ακόμα... Πάμε;»
Και πριν προλάβει να το καταλάβει, του είχε πιάσει το χέρι και τον τραβούσε προς το σκοινί. Ο Ματίας μέσα του σκεφτόταν. «Όχι, ρε φίλε, τι πάμε να κάνουμε τώρα;», αλλά αδυνατούσε να κάνει πίσω. Ανέβηκε. Το σκοινί κουνιόταν, το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος. Κόντεψε να πέσει δέκα φορές. Η Ελίζα του φώναζε να κοιτάζει μπροστά, να μη φοβάται, να εμπιστεύεται τον εαυτό του. Κάπως έτσι, βήμα-βήμα, άρχισε να περπατάει. Δεν ήταν τέλειος, ούτε καν σταθερός. Μα, τώρα το ένιωθε. Για πρώτη φορά, δε σκίτσαρε με τη φαντασία, δε ζωγράφιζε απ' τον νου του. Ζούσε τη στιγμή. Όταν κατέβηκε, γελούσε σαν τρελός. Ήταν ό,τι πιο τρελό είχε κάνει ποτέ στη ζωή του.
Το ίδιο βράδυ, πήγε σπίτι κι άρχισε να ζωγραφίζει χωρίς να πολυσκέφτεται. Έφτιαξε την Ελίζα πάνω στο σκοινί, με τον ουρανό γεμάτο φως και χρώματα. Όλα γύρω της έμοιαζαν ολοζώντανα. Όταν, την επομένη το έδειξε στην πλατεία, όλοι έμειναν άφωνοι. Ακόμα κι η Ελίζα τον κοίταξε και του είπε:
«Τώρα, το κατάλαβες!»
Από τότε έγιναν κολλητοί. Μαζί μάθανε πως για να φτιάξεις κάτι αληθινό, πρέπει πρώτα να το ζήσεις. Να το νιώσεις. Να μη φοβάσαι να πέσεις, να γελοιοποιηθείς, να ρισκάρεις. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο για να τη ζωγραφίζεις. Είναι για να τη ζεις. Κι αν πέσεις; Σήκω και περπάτα πάλι! Όπως στο σκοινί, ακροβατώντας...(Παπ.Νίκ.)

Comments
Post a Comment