«Η ζωγραφική έχει μαγεία!»

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ζωγράφος που έφτιαχνε πίνακες και τους πουλούσε στον δρόμο, για να βγάζει μεροκάματο. Στο πέρασμα των χρόνων, είχε χάσει την αγάπη για την τέχνη του και τη χαρά της δημιουργίας. Όλοι πίστευαν πως ήταν λίγο τρελός ή διαφορετικά ιδιοφυία. Ζωγράφιζε περίεργα σχήματα κι απόκοσμες μορφές που κανείς δεν αντιλαμβάνονταν ή τις φοβόταν κιόλας.
    Μια νύχτα, όλα άλλαξαν. Ο Θέμης ανέβηκε στη σοφίτα του σπιτιού κι είδε παλιά πινέλα και μπογιές. Του τα είχε αφήσει ο παππούς, για να πραγματοποιήσει τ' όνειρό του, να γίνει μεγάλος ζωγράφος. Όταν έπιασε το πινέλο, του ήρθαν αναμνήσεις που ζωγράφιζε με το παππού. Θυμήθηκε ότι αυτές οι στιγμές τον έκανα να θέλει να γίνει ζωγράφος. Αμέσως, έψαξε παραπάνω και βρήκε παλιές ζωγραφίες που φτιάχτηκαν με τον παππού. Ήταν αστείες κι ανεκτίμητες γι' αυτόν! Όταν τις έφτιαχναν, ταξίδευε μες τους, ζώντας την κάθε στιγμή. Οι ζωγραφιες απεικόνιζαν μια γυναίκα μ' ένα τεράστιο καπέλο να παίζει φλάουτο κι έχει μαζί της ένα μικρό ζωύφιο, καλό της φίλο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του. Κοιτώντας τον πίνακα, θυμήθηκε ότι ο παππούς έλεγε πως, όταν ζωγραφίζεις, πρέπει να ταξιδεύεις και να δημιουργείς όσα σκέφτεσαι και θέλεις. Η άλλη ζωγραφιά ήταν ένας κλόουν που έπαιζε βιολί σε μία λίμνη με λουλούδια με ένα πουλί να έχει κάτσει στην άκρη του βιολιού, ακούγοντας την υπέροχη μελωδία. Όταν φτιάχτηκαν οι πίνακες, ο ζωγράφος σκεφτόταν πως κάποιοι άνθρωποι δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους και πως κάθε άνθρωπος κρύβει τη δική του ιστορία. Οπότε δεν πρέπει να κρίνουμε τον άλλον απ' το εξώφυλλο, αλλά ν' ακούμε την ιστορία των άλλων.
    Μόλις τελείωσε να βλέπει και να σκέφτεται τις αναμνήσεις, πήρε τα πινέλα και τις μπογιές του παππού κι άρχισε να ζωγραφίζει. Ξαναβρήκε, λοιπόν, την έμπνευση και τον ειρμό της φαντασίας του. Όλη τη νύχτα ζωγράφιζε. Δημιούργησε το πορτρέτο του παπού και το τοπίο του χωριού που έμενε παλιά. Αυτό συνέχισε για λίγους μήνες ωσότου αποφάσισε να δείξει τα έργα του στον κόσμο. Ήρθε σε συμφωνία με διάφορα μουσεία ζωγραφικής και πουλούσε πλέον τους πίνακες του σε δημοπρασίες. Δεν έδωσε ποτέ τα κάδρα που είχαν τη μεγαλύτερη συναισθηματική αξία γι' αυτόν. Ήταν οι πίνακες του παππού, του χωριού του κι αυτοί που έφτιαξαν μαζί. Επίσης, όταν πήγαινε σε συνεντεύξεις, έλεγε όλη την ιστορία του, για να καταλάβει ο κόσμος ότι δεν πρέπει κάποιος να τα παρατάει. Χρειάζεται, αντίθετα, να θυμάται ότι υπάρχει πάντα κάτι ή κάποιος κάποιος που πάντα θα σε βοηθάει να κάνεις αυτό που αγαπάς.
    Τέλος, ο ζωγράφος κατάφερε να πετύχει τ' όνειρό του. Βρήκε μια όμορφη σύζυγο που ήταν συγγραφέας. Δημιούργησαν το δικό τους βιβλίο, με βάση την δική τους ιστορία. Με τα δικά του σκίτσα και τη δική της αφήγηση. Μετά την επιτυχία αυτή, έφεραν στον κόσμο ένα όμορφο μωράκι που -κι εκείνο με τη σειρά του- θα δημιουργήσει, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, τη δική του ιστορία. Κι αυτό θα περνά από γενιά σε γενιά, σαν τα παραμύθια. Τέλος παραμυθιού, καληνύχτα σας! (Νικ. Τσ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»