«Μοναχική ιστορία...»
Η μοναξιά μπορεί να γίνει δύναμη ή αδυναμία καθενός μας, οπότε κάθε μοναχική ιστορία έχει καλά κρυμμένο το δικό της μυστικό. Η δική μας διαδραματίζεται σ' ένα πανέμορφο, παραδοσιακό χωριό στην Κίνα, κοντά στην επαρχία Χουνάν. Εκεί ζει μόνος ο Τσενγκλί, έχοντας χάσει την οικογένειά του, κατά τη διάρκεια του δεύτερου σινοϊαπωνικού πολέμου, το 1937.
Ο Ήρωας μας βίωσε, όπως κι άλλα παιδιά, τις τραγικές συνέπειες ενός καταστροφικού πολέμου. Του κλέψανε τα χρόνια της παιδικής ανεμελιάς κι αθωότητας. Ήταν περίπου οχτώ χρονών, όταν σκοτώθηκαν οι γονείς του κι αναγκάστηκε -πριν μαζέψει τα συντρίμμια της ζωής του- να εργαστεί σκληρά, για να επιβιώσει. Χρειάστηκε ν' αλλάξει πολλές δουλειές. Βίωσε τραγικά το πρόσωπο της ορφάνιας, της εκμετάλλευσης, μέχρις ότου εξασφαλίσει λίγο ρύζι, καμιά γλυκοπατάτα ή κανά μήλο, ώστε να μην πεθάνει από πείνα. Όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο τον πλήγωνε η κακία των ανθρώπων, η σκληρότητα κι η αδικία. Όσο περισσότερο γνώριζε τους ανθρώπους, τόσο περισσότερο αγαπούσε τα ζώα, τα δέντρα κι όλα τα πλάσματα της φύσης. Για κάποιον λόγο, ένιωθε τον πόνο του να μικραίνει, να γλυκαίνει, ν' απαλαίνει, όταν βρισκόταν στην αγκαλιά της φύσης. Δεν άργησε η ημέρα που βρήκε καταφύγιο στον ποταμό Τσούο, όπου η μαγική του θέα ήταν βάλσαμο στην ψυχή. Σ' όποιο σημείο του ορίζοντα κι αν κοίταζε ο Τσενγκλί, έβλεπε πέτρινα σπίτια, καταπράσινα δέντρα, πολύχρωμα λουλούδια, λογής λογής ζωάκια, μια ξύλινη, παραδοσιακή γέφυρα. Σηματοδοτούσε για εκείνον το πέρασμά από μία φορτική ζωή στη Νιρβάνα. Συνέβαλλε στη σωτηρία της ψυχής του. Σε ηλικία μόλις δώδεκα χρονών έφτιαξε την πρώτη του παραδοσιακή βάρκα. Επρόκειτο για μια επίπεδη κατασκευή, φτιαγμένη από ξύλο, που χρησιμοποιούνταν κυρίως σε ποτάμια και λίμνες, είτε για ψάρεμα είτε για μεταφορά προϊόντων. Κάποιες φορές, η βάρκα που ονομάζεται Σαμπάν, λειτουργούσε κι ως πλωτό σπίτι. Ο Τσενγκλί, με τη βάρκα του, ώρες ατέλειωτες ψάρευε και ηρεμούσε. Με τους ήχους του νερού, τους ήχους του αέρα και το κελάιδησμα των πουλιών. Πόσο ανακουφισμένος αισθανόταν ο Τσενγκλί! Μακριά απ' την ένταση της πόλης, τη σκληρότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, τους γρήγορους ρυθμούς της ζωής. Κι η γέφυρα... πόσες σκέψεις του γεννούσε!
Θυμόταν τα φτωχικά, μα ευτυχισμένα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, όταν ζούσε η οικογένειά του. Σα να βλέπει ακόμη μπροστά του τη μητέρα να βαδίζει πάνω στη γέφυρα, κρατώντας σφιχτά το χέρι του. Θυμάται ατέλειωτες φορές με τους γονείς να περπατούν κάτω απ' το φως του ήλιου σφιχταγκαλιασμένοι κι εκείνος να ταΐζει τα ψάρια της λίμνης. Θυμάται τις αγκαλιές που προσπαθούσε να κάνει με τα παπάκια, τα ηλιοβασιλέματα που απολάμβαναν στο γιοφύρι.
Κι ύστερα θυμάται ή μάλλον δε θέλει να θυμάται καθόλου τη γέφυρα να χάσκει αδειανή πάνω απ' την αιματοβαμμένη λίμνη! Μόνο οι στρατιώτες περνούσαν πάνω απ' τη γέφυρα και με τον έντονο βηματισμό τους παρ' ολίγο να την γκρεμίσουν. Θυμάται τους σφαγιασμένους κατοίκους του χωριού, πολλούς να έχουν πεταχτεί, σαν απορρίμματα, στη λίμνη. Θεέ μου, γιατί τόση βαρβαρότητα, τόση αλαζονεία, τόση απληστία; Ολάκερο το χωριό, όλη η λίμνη, το γιοφύρι έχουν βαφτεί κόκκινα από το αίμα των νεκρών, το αίμα αθώων ψυχών. Ο Τσενγκλί ζει, ξανά και ξανά, την τραγωδία του πολέμου που σημάδεψε την ζωή του. Ξαφνική αντιλαμβάνεται την απότομη κι απρόσμενη αλλαγή του καιρού. Μέσα σε δυο λεπτά ο ουρανός σκοτείνιασε, μαύρα σύννεφα απλώθηκαν παντού κι η δύναμη του αέρα σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Ο Τσενγκλί δεν μπορούμε να ελέγξει τη βάρκα του. Χωρίς να το καταλάβει έχασε τα κουπιά απ' τα χέρια του κι η βάρκα αναποδογύρισε. Δίχως να χάσει την ψυχραιμία του, προσπάθησε να κολυμπήσει ή να πιαστεί από κάπου, για να φτάσει στην ακτή. Οι δυνάμεις εξασθενούσαν, αλλά δεν παραδινόταν, θα προσπαθούσε να σωθεί. Άρχισε να κουράζεται και κυρίως να κρυώνει. Μούδιαζαν τα άκρα, μελάνιαζε το σώμα κι εκείνος -κοιτάζοντας τον ουρανό, εκεί που βρίσκονταν όλα τ' αγαπημένα πρόσωπα- άφηνε στο χέρι τους όλες του τις ελπίδες. Ό,τι αποφασίσουν εκείνοι! Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις του, άκουσε μια γέρικη φωνή να του μιλά: «Παιδί μου, μη φοβάσαι! Κράτα γερά!»
Ο Τσενγκλί γι' αρκετές ημέρες βρισκόταν, με υψηλό πυρετό, στην καλύβα του γέροντα ψαρά, του Λάο Λι. Επρόκειτο για έναν ηλικιωμένο κάτοικο της περιοχής που ζούσε εντελώς μόνος, καθώς ο πόλεμος στέρησε και σ' αυτόν όλη την οικογένεια. Τώρα, μοναδική ενασχόληση του Λάο είναι το ψάρεμα και μ' αυτό επιβιώνει. Μάλιστα, θεωρείται ένας από τους καλύτερους ψαράδες του χωριού. Ο γέροντας, αφού έβγαλε απ' τη λίμνη τον Τσενγκλί, χωρίς τις αισθήσεις του, φρόντισε για τη μακρά του ανάρρωση. Κι όταν συνήλθε, με το καλό, ο γέρος ψαράς του ζήτησε να μείνει στο φτωχικό του, ώστε να έχουν κι οι δύο μια συντροφιά. και έναν άνθρωπο να νοιάζεται πραγματικά. Ο Τσενγκλί δέχτηκε, χωρίς δεύτερη σκέψη. Είχε τόσο καιρό να νιώσει χαρά, ένα στοργικό χάδι, ατμόσφαιρα ασφάλειας! Είχε τόσο καιρό να φροντίσει κάποιος για το φαγητό του, την στέγη, τη θέρμανση του! Είχε ξεχάσει τι σημαίνει να είσαι παιδί. Και να τώρα που ο Θεός του έστελνε πάλι μια οικογένεια. Ο Τσενγκλί μεγάλωνε πια ήρεμα, με αγάπη στην καλύβα του ψαρά. Εκείνος, του μάθαινε όλα τα μυστικά και τις τεχνικές του ψαρέματος: πώς να χρησιμοποιεί τη βάρκα, το αγκίστρι, το καλάμι, το δόλωμα, πώς ν' αναγνωρίζει τις ιδανικές συνθήκες του νερού. Σύντομα ο Τσενγκλί περπατούσε στα χνάρια του γέροντα ψαρά και, με τα χρόνια, θα γινόταν κι ο ίδιος πετυχημένος αλιέας. Η ψαριά του κάθε βράδυ δε συγκρινόταν με κανενός άλλου. Μπορούσε, με το πλήθος των ψαριών που ψάρευε καθημερινά, να βελτιώσει αισθητά την ποιότητα ζωής του. Ο Τσενγκλί, όμως, είχε άλλα όνειρα. Μόλις επέστρεφε κάθε βράδυ απ' το μπάρκο του, προτού ξημερώσει, έπαιρνε σχεδόν τη μισή του ψαριά και με το φως του φεγγαριού τη μοίραζε στα φτωχικά σπιτικά που είχαν κυρίως μικρά παιδιά. Ο χειρότερος εφιάλτης του Τσενγκλί ήταν η πιθανότητα κάποια παιδιά να βίωναν όσα έζησε εκείνος στην παιδική του ηλικία. Αργότερα, παντρεύτηκε μια καλοσυνάτη κοπέλα του χωριού, απέκτησε πέντε παιδιά, έκανε τον Λάο Λι παππού κι άνοιξε το δικό του ιχθυοπωλείο. Ποτέ, όμως, δεν ξέχασε τη συνήθειά του ν' αφήνει ανώνυμα ψάρια στις φτωχές οικογένειες. Ο Τσενγκλί χόρταινε ο ίδιος, όταν έβλεπε χορτασμένα τα παιδιά, και γελούσε, όταν τα έβλεπε χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Προσπάθησα με κάθε τρόπο να βοηθήσει το χωριό του, να συμπεριφέρεται ανθρώπινα κι εγκάρδια. Γιατί πίστευε πως ισχύει αυτό, που λέει κι ο Καζαντζάκης, πως «έστω κι ένα παιδί να πεινάει στον κόσμο, ο πολιτισμός μας έχει αποτύχει...» (Αποστ.Χρ.)
Κι ύστερα θυμάται ή μάλλον δε θέλει να θυμάται καθόλου τη γέφυρα να χάσκει αδειανή πάνω απ' την αιματοβαμμένη λίμνη! Μόνο οι στρατιώτες περνούσαν πάνω απ' τη γέφυρα και με τον έντονο βηματισμό τους παρ' ολίγο να την γκρεμίσουν. Θυμάται τους σφαγιασμένους κατοίκους του χωριού, πολλούς να έχουν πεταχτεί, σαν απορρίμματα, στη λίμνη. Θεέ μου, γιατί τόση βαρβαρότητα, τόση αλαζονεία, τόση απληστία; Ολάκερο το χωριό, όλη η λίμνη, το γιοφύρι έχουν βαφτεί κόκκινα από το αίμα των νεκρών, το αίμα αθώων ψυχών. Ο Τσενγκλί ζει, ξανά και ξανά, την τραγωδία του πολέμου που σημάδεψε την ζωή του. Ξαφνική αντιλαμβάνεται την απότομη κι απρόσμενη αλλαγή του καιρού. Μέσα σε δυο λεπτά ο ουρανός σκοτείνιασε, μαύρα σύννεφα απλώθηκαν παντού κι η δύναμη του αέρα σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Ο Τσενγκλί δεν μπορούμε να ελέγξει τη βάρκα του. Χωρίς να το καταλάβει έχασε τα κουπιά απ' τα χέρια του κι η βάρκα αναποδογύρισε. Δίχως να χάσει την ψυχραιμία του, προσπάθησε να κολυμπήσει ή να πιαστεί από κάπου, για να φτάσει στην ακτή. Οι δυνάμεις εξασθενούσαν, αλλά δεν παραδινόταν, θα προσπαθούσε να σωθεί. Άρχισε να κουράζεται και κυρίως να κρυώνει. Μούδιαζαν τα άκρα, μελάνιαζε το σώμα κι εκείνος -κοιτάζοντας τον ουρανό, εκεί που βρίσκονταν όλα τ' αγαπημένα πρόσωπα- άφηνε στο χέρι τους όλες του τις ελπίδες. Ό,τι αποφασίσουν εκείνοι! Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις του, άκουσε μια γέρικη φωνή να του μιλά: «Παιδί μου, μη φοβάσαι! Κράτα γερά!»
Ο Τσενγκλί γι' αρκετές ημέρες βρισκόταν, με υψηλό πυρετό, στην καλύβα του γέροντα ψαρά, του Λάο Λι. Επρόκειτο για έναν ηλικιωμένο κάτοικο της περιοχής που ζούσε εντελώς μόνος, καθώς ο πόλεμος στέρησε και σ' αυτόν όλη την οικογένεια. Τώρα, μοναδική ενασχόληση του Λάο είναι το ψάρεμα και μ' αυτό επιβιώνει. Μάλιστα, θεωρείται ένας από τους καλύτερους ψαράδες του χωριού. Ο γέροντας, αφού έβγαλε απ' τη λίμνη τον Τσενγκλί, χωρίς τις αισθήσεις του, φρόντισε για τη μακρά του ανάρρωση. Κι όταν συνήλθε, με το καλό, ο γέρος ψαράς του ζήτησε να μείνει στο φτωχικό του, ώστε να έχουν κι οι δύο μια συντροφιά. και έναν άνθρωπο να νοιάζεται πραγματικά. Ο Τσενγκλί δέχτηκε, χωρίς δεύτερη σκέψη. Είχε τόσο καιρό να νιώσει χαρά, ένα στοργικό χάδι, ατμόσφαιρα ασφάλειας! Είχε τόσο καιρό να φροντίσει κάποιος για το φαγητό του, την στέγη, τη θέρμανση του! Είχε ξεχάσει τι σημαίνει να είσαι παιδί. Και να τώρα που ο Θεός του έστελνε πάλι μια οικογένεια. Ο Τσενγκλί μεγάλωνε πια ήρεμα, με αγάπη στην καλύβα του ψαρά. Εκείνος, του μάθαινε όλα τα μυστικά και τις τεχνικές του ψαρέματος: πώς να χρησιμοποιεί τη βάρκα, το αγκίστρι, το καλάμι, το δόλωμα, πώς ν' αναγνωρίζει τις ιδανικές συνθήκες του νερού. Σύντομα ο Τσενγκλί περπατούσε στα χνάρια του γέροντα ψαρά και, με τα χρόνια, θα γινόταν κι ο ίδιος πετυχημένος αλιέας. Η ψαριά του κάθε βράδυ δε συγκρινόταν με κανενός άλλου. Μπορούσε, με το πλήθος των ψαριών που ψάρευε καθημερινά, να βελτιώσει αισθητά την ποιότητα ζωής του. Ο Τσενγκλί, όμως, είχε άλλα όνειρα. Μόλις επέστρεφε κάθε βράδυ απ' το μπάρκο του, προτού ξημερώσει, έπαιρνε σχεδόν τη μισή του ψαριά και με το φως του φεγγαριού τη μοίραζε στα φτωχικά σπιτικά που είχαν κυρίως μικρά παιδιά. Ο χειρότερος εφιάλτης του Τσενγκλί ήταν η πιθανότητα κάποια παιδιά να βίωναν όσα έζησε εκείνος στην παιδική του ηλικία. Αργότερα, παντρεύτηκε μια καλοσυνάτη κοπέλα του χωριού, απέκτησε πέντε παιδιά, έκανε τον Λάο Λι παππού κι άνοιξε το δικό του ιχθυοπωλείο. Ποτέ, όμως, δεν ξέχασε τη συνήθειά του ν' αφήνει ανώνυμα ψάρια στις φτωχές οικογένειες. Ο Τσενγκλί χόρταινε ο ίδιος, όταν έβλεπε χορτασμένα τα παιδιά, και γελούσε, όταν τα έβλεπε χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Προσπάθησα με κάθε τρόπο να βοηθήσει το χωριό του, να συμπεριφέρεται ανθρώπινα κι εγκάρδια. Γιατί πίστευε πως ισχύει αυτό, που λέει κι ο Καζαντζάκης, πως «έστω κι ένα παιδί να πεινάει στον κόσμο, ο πολιτισμός μας έχει αποτύχει...» (Αποστ.Χρ.)

Comments
Post a Comment