«Όταν οι άνθρωποι μονιάζουν...»
Βρισκόμαστε σ' ένα μικρό χωριό της Ιταλίας, ανάμεσα στους καταπράσινους λόφους της Τοσκάνης. Το χωριό Καστελλόνε ήταν γεμάτο παλιά πέτρινα σπίτια με κεραμιδένιες στέγες και μπαλκόνια γεμάτα βασιλικό και γεράνια. Οι κάτοικοι ζούσαν απλά, με αγάπη για τη γη και τον ήλιο. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους κι οι μέρες κυλούσαν ήρεμα. Με πολλή δουλειά στα χωράφια και ξένοιαστα απογεύματα στην πλατεία. Στην καρδιά του χωριού, επιβίωνε ένα μικρό καφέ με τ' όνομα «Il Sole». Ήταν στημένο με στρογγυλά, ξύλινα τραπέζια και μια μυρωδιά από φρεσκοψημένο εσπρέσο, που ζάλιζε κάθε περαστικό. Εκεί περνούσαν τ' απογεύματά τους ο Λουίτζι κι ο Μάριο, δύο φίλοι που 'ταν αχώριστοι. Ο Λουίτζι, ένας αδύνατος άντρας με καπέλο και παλιό μπουφάν, αγρότης στο επάγγελμα. Ο Μάριο, λίγο πιο γεμάτος, με γκρίζα γένια, ήταν πρώην μαραγκός. Κάθε απόγευμα κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, έπαιζαν χαρτιά και συζητούσαν για τα νέα του χωριού. Γενικά, η ζωή κυλούσε όμορφα στο Καστελλόνε. Ώσπου ένα πρωινό, μετά από μέρες δυνατής βροχής, ο ποταμός που περνούσε δίπλα απ' το χωριό φούσκωσε, προκαλώντας την κατάρρευση της μικρής, πέτρινης γέφυρας. Η γέφυρα αυτή ένωνε το χωριό με τ' αμπέλια, τους ελαιώνες και τα βοσκοτόπια. Έτσι, οι χωρικοί δεν μπορούσαν πια να φτάσουν στα χωράφια τους. Ορισμένοι μάλιστα είχαν αποκλειστεί στην απέναντι πλευρά. Οι κάτοικοι ανησυχούσαν. Μαζεύτηκαν στην πλατεία, μπροστά στο «Il Sole», και προσπαθούσαν να βρουν λύση. Οι περισσότεροι, όμως, δεν είχαν τα υλικά ή τα μέσα, για να φτιάξουν νέα γέφυρα. Ο μόνος, εναλλακτικός δρόμος ήταν μακρύς και κουραστικός, ειδικότερα για τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Ο Λουίτζι κι ο Μάριο άκουγαν τους πάντες να μιλούν, να αγχώνονται, να θυμώνουν και να φωνάζουν. Ο πρώτος θυμήθηκε τότε ένα παλιό μονοπάτι, σχεδόν ξεχασμένο, που περνούσε μέσα απ' τους λόφους και κατέληγε στην άλλη πλευρά του ποταμού. Το χρησιμοποιούσαν οι παππούδες του, πριν χτιστεί η γέφυρα. Ο δεύτερος, ακούγοντας το, χαμογέλασε κι είπε: «Αν καθαρίσουμε το μονοπάτι και φτιάξουμε μια πρόχειρη, ξύλινη γέφυρα στο στενό του σημείο, θα μπορέσουμε να περάσουμε!» Την επομένη, μάζεψαν μερικούς χωρικούς και πήραν όλοι μαζί το παλιό μονοπάτι. Ήταν γεμάτο αγριόχορτα και κλαδιά, αλλά υπήρχε ακόμα. Με τη βοήθεια του Μάριο και τις γνώσεις του στην ξυλουργική, κατασκεύασαν μια απλή, ξύλινη γέφυρα στο πιο ρηχό σημείο του ποταμού. Οι κάτοικοι συνεργάστηκαν με πρωτόγνωρο ενθουσιασμό. Άλλοι έκοβαν ξύλα, άλλοι καθάριζαν το μονοπάτι κι άλλοι κουβαλούσαν σανίδες με καρφιά. Σε λίγες μέρες, το μονοπάτι ήταν καθαρό κι η ξύλινη γέφυρα έτοιμη. Μπορεί να μην ήταν εντυπωσιακή, αλλά ήταν σταθερή και λειτουργική. Χάρη στη συνεργασία και την εφευρετικότητα του Λουίτζι και του Μάριο, το πρόβλημα λύθηκε. Οι κάτοικοι μπορούσαν ξανά να πάνε στα χωράφια, να φροντίσουν τα σταφύλια και να συνεχίσουν τις ζωές τους. Το χωριό έσωσε τη σοδειά του. Όλοι έμαθαν πως με λίγη προσπάθεια και πολλή συνεργασία, ξεπερνιούνται και τα πιο δύσκολα. Από κει κι έπειτα, κάθε απόγευμα -όπως παλιά- ο Λουίτζι κι ο Μάριο κάθονταν στο τραπεζάκι τους στο «Il Sole». Ο ήλιος έπεφτε πάνω στους λόφους και τα σπίτια κι η μυρωδιά του κρασιού ή του καφέ γέμιζαν τον αέρα. Το παιχνίδι με τα χαρτιά συνεχιζόταν απερίσπαστα. Ωστόσο, τώρα είχε κι έναν αέρα περηφάνειας. Το Καστελλόνε είχε δοκιμαστεί κι αντέξει τη δυσκολία. Οι δυο φίλοι ήταν η ζωντανή απόδειξη πως η καρδιά ενός χωριού χτυπά δυνατότερα, όταν οι άνθρωποί του είναι μονιασμένοι και αλληλοστηρίζονται. (Άγγ.Δ)

Comments
Post a Comment