«Το παράξενο χωριό...»

Σε μια απομονωμένη άκρη της νότιας Κίνας, κάπου ανάμεσα στην ομίχλη, υπήρχε ένα χωριό που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Ονομαζόταν Λάνσον. Τo πιο ξεχωριστό του χαρακτηριστικό ήταν τα μπλε του δέντρα. Οι κάτοικοι πίστευαν πως οι ρίζες τους αντλούσαν το χρώμα τους από έναν μετεωρίτη που έπεσε στο χωριό αιώνες πριν. Το φύλλα τους έλαμπαν στο φως του ήλιου και τη νύχτα έμοιαζαν να φωσφορίζουν σαν αστέρια. Το χωριό χωριζόταν στα δύο από ένα ποτάμι. Πάνω του υψωνόταν μια παλιά, ξύλινη γέφυρα, με σκαλισμένες μορφές δράκων και φτερωτών λιονταριών. Οι ντόπιοι την αποκαλούσαν«Σύνδεση των Σιωπών». Έλεγαν πως όποιος τη διέσχιζε με καθαρή καρδιά, μπορούσε να βρει απαντήσεις στις ερωτήσεις που φοβόταν να κάνει. Εκεί ζούσε μια νεαρή γυναίκα που ονομαζόταν Λι Χουά. Είχε χάσει τους γονείς της σε μια κατολίσθηση, χρόνια πριν. Είχε μάθει να ζει μόνη, να μιλά στα δέντρα και να βρίσκει παρηγοριά στον ήχο του νερού, κάτω απ' τη γέφυρα. Οι συγχωριανοί της την εβλεπαν με καλοσύνη, αλλά απ' απόσταση. Η Λι Χουά είχε μάθει να μην περιμένει πολλά από τους άλλους. Μια μέρα, ενας ξένος έφτασε στο χωριό. Ήταν ζωγράφος και ταξίδευε, για ν' αποτυπώνει τοπία που δεν υπήρχαν σε κανένα χάρτη. Μαγεμένος απ' τα μπλε δέντρα, άρχισε να ζωγραφίζει στη σκιά τους κάθε μέρα. Η Λι Χουά παρακολουθούσε από μακριά, ώσπου τόλμησε να του μιλήσει. Σιγά σιγά άρχισαν να γίνονται φίλοι κι ο ξένος της έμαθε πως κάθε μοναξιά μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη, αν την δεχτείς χωρίς φόβο. Ένα απόγευμα οι δυο τους κάθισαν στη γέφυρα. Ο ήλιος έπεφτε και τα δέντρα γύρω τους έλαμπαν το μπλε, υπερκόσμιο χρώμα τους. Ο ξένος γύρισε και της είπε:
- Η μοναξιά μπορεί να γίνει η δύναμη ή η αδυναμία καθενός μας, οπότε... εσύ διαλέγεις τι θα συμβεί με σένα. Η Λι Χουά κράτησε τη φράση αυτή στην καρδιά της. Δεν ήξερε αν ο ξένος θα έμενε ή θα έφευγε απ' το χωριό, αλλά για πρώτη φορά η γέφυρα δεν της φαινόταν μόνο πέρασμα αλλά κι ένα σύμβολο. Σύμβολο του μέσα και του έξω κόσμου της, της επιλογής να μείνει κλειστή ή ν' ανοίξει. Από τότε, κάθε φορά που έπεφτε ο ήλιος, καθόταν στη γέφυρα και μιλούσε ατελείωτες ώρες με τους ανθρώπους που περνούσαν. Τα μπλε δέντρα αδιάκοπα συνέχιζαν ν' ανθίζουν και το Λάνσον επιμελώς να κρύβει τη μαγεία του. Αλλά η Λι Χαυά δεν ήταν πια μόνη. Έγινε η φωνή και το φως που ένωνε τις Σιωπές στο διηνεκές! (Μιχ.Γιώρ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»