«Δε θα σ' αφήσω ποτέ, Αννούλα μου!»

Θεσσαλονίκη, 1970. Επικρατεί απόλυτη σιγή. Μια εικόνα σιωπηρή, επώδυνη, σχεδόν αβάσταχτη. Αποχωρίζονταν όλοι τους αγαπημένους τους, όσους φεύγουν στην ξενιτιά για ένα καλύτερο μέλλον! «Σ αγαπώ τόσο πολύ! Μα, τούτη τη φορά πρέπει να σ' αποχωριστώ», ψιθύρισε στο αυτί της Άννας ο Δημήτρης, λίγο πριν ανέβει στο τρένο. Πήγαινε μετανάστης στη Γερμανία. Η Άννα δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα, γίνονται ποταμός, την πνίγουνε. Ψυχραιμότερος, ο Δημήτρης, υπόσχεται να γράφει όσο πιο συχνά γίνεται και μόλις τακτοποιηθεί από εργασία και στέγη, «θα... έρθεις και σύ, Αννούλα μου...»
    Κατά την επιβίβαση, τους βομβαρδίζουν οι ευχές «καλό ταξίδι, να προσέχεις, θα μου λείψεις, να φροντίζεις τα παιδιά!», ανάμεσα στα δάκρυα συγκίνησης που τους συνεπαίρνουν.
   Μήνες πέρασαν κι η Άννα διάβαζε ανελλιπώς τα γράμματα του Δημήτρη. Της έγραφε για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, ότι είχε βρει στέγη κοντά στη βιομηχανική περιοχή της Στουτγκάρδης και δουλειά ως εργάτης στη φάμπρικα της.
 Κάνε υπομονή, Άννα μου, ο καιρός περνάει, το καλοκαίρι θα κατέβω Ελλάδα... μα, ο καιρός πέρασε κι ο Δημήτρης αρρώστησε βαριά και δεν μπόρεσε να έρθει με το τρένο στην Ελλάδα!
Η Άννα άρχισε να ανησυχεί, αποφάσισε να ταξιδέψει στη Γερμανία, να βρει τον Δημήτρη... ήξερε τη διεύθυνση απ' τα γράμματα που της έστελνε...Ε, δε θα ήταν και τόσο δύσκολο, σκέφτηκε...μάζεψε ό,τι οικονομίες είχε και η αναχώρηση δεν άργησε. Όταν έφτασε στη Στουτγκάρδη, έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάποιον να μπορεί να συνεννοηθεί, δεν ήξερε γερμανικά. Βρήκε τυχαία έναν ταξιτζή Έλληνα, του εξήγησε πού ήθελε να πάει, μόλις έφτασε η χαρά απερίγραπτη,  όμως…χτυπάει, ξαναχτυπάει, κανείς δεν απαντά... θα περιμένω, σκέφτεται, θα είναι στη δουλειά ο Δημήτρης! Οι ώρες περνούν, βράδιασε, κανείς δε φάνηκε... τώρα τι κάνουμε; Βρήκε  ένα πανδοχείο κοντά, πέρασε τη νύχτα, μα το πρωί έπρεπε να μάθει τι συμβαίνει ... πήγε ξανά στο σπίτι του Δημήτρη, ρώτησε γείτονες, της είπαν ότι αρρώστησε βαριά, νοσηλεύεται σε νοσοκομείο του Βερολίνου! Κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία, σκέφτεται να πάει στην αδερφή της, στο Μόναχο, ευτυχώς όλα πάνε καλά, τη βρήκε χωρίς δυσκολία! Εδώ θα μείνεις, όσο καιρό θες, κι αν θέλεις, θα βρεις και δουλειά, της είπε η αδερφή της, η Ευθυμία.         
    Ο νους ταξιδεύει στον άντρα της, τον Δημήτρη, εύχεται να είναι καλά. Δεν υπάρχει τρόπος να επικοινωνήσουν κι αυτό την αποθαρρύνει... η Άννα βρίσκει δουλειά, σ' εταιρεία γραφικής ύλης, στη συσκευασία. Δεν έχει νέα του Δημήτρη για καιρό, προσπαθεί να βρει τρόπο να μάθει, όμως, άδικα! Πέρασαν δυο χρόνια κι ο καημός άπειρος που 'χασε τα ίχνη του άντρα της.
    Πηγαίνει συχνά απ' το σπίτι του μήπως μάθει, αλλά το σπίτι έχει πια νοικιαστεί αλλού! Πάει και στο Προξενείο, τίποτα, καμιά θετική απάντηση... ούτε κι απ' το νοσοκομείο του Βερολίνου! Τα χρόνια κυλούν, κάποτε κατέβηκε στη Ελλάδα, πήγε στον σταθμό, στο ίδιο σημείο που είχε αποχωριστεί τον Δημήτρη. Ίδια εικόνα, πάλι! Συγγενείς αποχαιρετούν αγαπημένα πρόσωπα που φεύγαν για την ξενιτιά! Δάκρυα κυλούν στα μάτια της. Πού να 'ναι ο Δημήτρης της;
    Φτάνοντας στο πατρικό της, μια έκπληξη την περιμένει: ο Δημήτρης, ολοζώντανος μπροστά της. Απίστευτο! Πέφτει στην αγκαλιά του, κλαίει με λυγμούς, από χαρά αυτήν τη φορά! Ο Δημήτρης εξηγεί πως έπαθε σοβαρό ατύχημα, χτύπησε στο κεφάλι, έπαθε αμνησία. Έτσι, χωρίς μνήμη, για χρόνια τον φρόντιζαν οι Γερμανοί, χωρίς να ξέρουν ποιος ήταν! Έτσι εξηγείται…σκεφτεται η Άννα. «Δε θα σ' αφήσω ποτέ, Αννούλα μου!» και τα δάκρυα τους γίνονται αμοιβαία υπόσχεση αιώνιας συνύπαρξης! (Παντ.Δ)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»