«Το Τρένο των δύο Κόσμων»

Ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί ψηλά, βάφοντας τον ουρανό μ' αποχρώσεις του πορτοκαλί και του φλογερού κίτρινου. Η ζέστη ανέβαινε απ' τη βάση των σιδηροτροχιών σαν αόρατη φλόγα. Ο σταθμός ολάκερος έμοιαζε με ζωντανό παζάρι. Παιδιά φώναζαν, γυναίκες κρατούσαν στο χέρι κατσαρόλες φαγητού, άντρες σκαρφάλωναν στα σιδερένια σκαλοπάτια του τρένου. Σαν αυτό να ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Ο Αμίρ στεκόταν σφιχτά μπλεγμένος ανάμεσα σε ιδρωμένα κορμιά, φωνές σπαραγμού και ψυχρές βαλίτσες. Το σακίδιό του -το μοναδικό του υπάρχοντο- παρέμενε κρεμασμένο στον ώμο του. Μέσα του έκρυβε ένα ιερό σημειωματάριο -με λέξεις που δεν είχε τολμήσει να μοιραστεί με κανέναν-, μια φωτογραφία της μητέρας του κι ένα σπιρτόκουτο γεμάτο αποξηραμένα φύλλα μέντας. Του τα είχε δώσει η γιαγιά, για να θυμάται το σπίτι. Η αμαξοστοιχία ξεκίνησε μ' ένα δυνατό τράνταγμα. Η αναχώρηση έφερε κύμα σιωπής για λίγα δεύτερα, σα να είχαν συνειδητοποιήσει όλοι -εκείνην ακριβώς τη στιγμή- πως άφηναν πίσω κάποιον, κάτι ή ένα κομμάτι τους.  Δευτερόλεπτα μετά, το βουητό ξανάρχισε. 
    Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, το χιόνι έπεφτε απαλά. Ο σταθμός ήταν σχεδόν άδειος. Εκτός από μια νεαρή γυναίκα κι έναν άντρα που στέκονταν κοντά στο τελευταίο βαγόνι του τρένου. Η Έλενα δεν ένιωθε το κρύο. Τα μάτια της καρφωμένα 
στα δικά του, προσπαθούσαν ν' αποθηκεύσουν κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του. «Θα σου γράφω!», του είπε σιγανά. «Ξέρω...», της απάντησε κι έσκυψε να φιλήσει το μέτωπό της. Η βαλίτσα του ήταν ήδη δίπλα στις ράγες. Το τρένο σφύριξε για τελευταία φορά. Μέσα σε μια στιγμή ο άντρας χάθηκε, όπως χάνονται οι ήχοι που διαλύονται στο φως. Η Έλενα έμεινε να κοιτάζει την άδεια αποβάθρα, τα παπούτσια -βυθισμένα στο χιόνι- και τα δάχτυλά της, ακόμα ζεστά απ' τ' άγγιγμά του. 
    Το ταξίδι του Αμίρ κράτησε ώρες. Κάποια στιγμή, σ' έναν ενδιάμεσο σταθμό, όταν το τρένο σταμάτησε για λίγο, κατέβηκε να ξεμουδιάσει. Ένιωσε τον ώμο του ελαφρύ κι αμέσως κατάλαβε: το σακίδιό του είχε κάνει φτερά. Έψαξε γύρω, ρώτησε, φώναξε. Ήταν μάταιο. Κάποιος το είχε πάρει, ίσως απλά από ανάγκη. Μα, για τον Αμίρ ήταν όλο το βιος του. Χωρίς χαρτιά, χωρίς χρήματα, χωρίς την ταυτότητα, κάθισε σε μια πέτρα δίπλα στις ράγες. Σκεφτόταν να τα παρατήσει. Δεν είχε πού να πάει, δεν ήξερε κανέναν στην πόλη. Ένας ηλικιωμένος που στεκόταν πιο πέρα, τον πλησίασε. «Χάθηκες;», ρώτησε με φωνή βαριά, μα και ζεστή. Ο Αμίρ δεν απάντησε. Απλώς κοίταξε προς το μέρος του. «Όταν, παιδί μου, δεν έχεις τίποτα τότε γεννιέται μια μοναδική ευκαιρία: να δημιουργήσεις τα πάντα απ' την αρχή!», είπε ο γέροντας και του 'δωσε λίγο ψωμί. Ο Αμίρ πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε. Δεν ήξερε ακόμα πώς, αλλά δε θα σταματούσε.  
     Η Έλενα γύρισε σπίτι της, με χέρια άδεια και βαριά καρδιά. Άνοιξε το τετράδιό της κι άρχισε να γράφει. Κάθε λέξη ήταν ένα κομμάτι του που αρνούνταν να ξεχάσει. Το πρώτο γράμμα το έστειλε την ίδια μέρα. Το δεύτερο την επόμενη εβδομάδα. Δεν ήξερε αν θα τα λάμβανε, ή αν θα απαντούσε. Η ίδια ένιωθε πως έγραφε κυρίως για τον εαυτό της. Για να μείνει δυνατή. Συνέχισε τις σπουδές της. Άρχισε κιόλας να δουλεύει σε μια μικρή γκαλερί, να εκθέτει πίνακες ζωγραφικής. Μια μέρα, κρέμασε έναν πίνακα που είχε ζωγραφίσει: ένα τρένο μέσα στη νύχτα, με δύο ανθρώπους να στέκονται στο χιόνι. Ο πίνακας λεγόταν «Αναχώρηση». Ήταν το βίωμα, η ζωή της. Κι ας μην είχε ποτέ ξαναδεί εκείνον. 
    Ο Αμίρ βρήκε τελικά καταφύγιο σε μια φτηνή πανσιόν. Έπλενε πιάτα σε μια καντίνα, κοιμόταν σε μια σοφίτα και τα βράδια συνέχιζε να γράφει σ' ένα καινούργιο τετράδιο, που του χάρισε κάποιος συνάδελφος. Το πρώτο του ποίημα το έδωσε τυπωμένο σε μια κοπέλα που τον βοήθησε, μια μέρα που δεν είχε να πληρώσει το εισιτήριο.      Τα χρόνια πέρασαν. Ο Αμίρ έγινε γνωστός μέσα απ' τις λέξεις του. Μιλούσε για ταξίδια, για αποχωρισμούς, για έναν ήλιο που καίει κι ένα χιόνι που σκεπάζει σιωπηλά τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Μια μέρα, σ' ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ της Βιέννης, συνάντησε μια γυναίκα. Αυτός στεκόταν μπροστά στον πίνακα ενός τρένου που χάνεται μέσα στη νύχτα. Έμεινε ώρα να κοιτάζει τον πίνακα. Η Έλενα γύρισε και τον αναγνώρισε. Διατηροούσε το ίδιο βλέμμα, χρόνια μετά. Δεν είπαν τίποτα στην αρχή. Μόνο χαμογέλασαν. Ο Αμίρ της έτεινε το χέρι. «Ίσως πάντοτε να ταξιδεύαμε μαζί, σε διαφορετικά βαγόνια του ίδιου τρένου», της είπε. Η Έλενα χαμογέλασε. Του έδειξε το πίσω μέρος του πίνακα. Εκεί, με μικρά γράμματα, έγραφε: «Για εκείνον που κάποτε ταξίδεψε μόνος, αλλά δεν ξέχασε να κοιτάζει τον ουρανό!» Το τρένο των δύο κόσμων τους είχε φέρει στο ίδιο σημείο. Κι αυτή τη φορά, δε θα έφευγε κανείς.  
   Το δωμάτιο ήταν μικρό, αλλά γεμάτο φως. Οι τοίχοι του λευκοί, με πινελιές από φωτογραφίες και ποιήματα, καρφιτσωμένα εδώ κι εκεί σαν χάρτες μιας διαδρομής που δεν είχε τελειώσει. Ο Αμίρ ξυπνούσε νωρίς κάθε πρωί, πριν ακόμη το φως γεμίσει το παράθυρο. Έβραζε νερό για τσάι με μέντα -μια παλιά συνήθεια, που τηρούσε ευλαβικά από τότε που η γιαγιά του έλεγε ιστορίες δίπλα στη σόμπα. Στο γραφείο του υπήρχαν χειρόγραφα, σημειώσεις, ανοιχτά βιβλία σε ξένες γλώσσες. Έγραφε, όχι πια μόνο για όσα είχε χάσει, αλλά και για όσα είχε βρει στην πορεία της ζωής του. Οι λέξεις του είχαν πιο ήρεμο τόνο πια -κάτι σαν ποτάμι που, μετά την πλημμύρα, βρίσκει πάλι τη ροή του-. Στο ράφι δίπλα στο κρεβάτι, μια κορνίζα με τον πίνακα της Έλενας. Τον είχε αγοράσει εκείνη τη μέρα στο φεστιβάλ -όχι γιατί του άνηκε, αλλά γιατί του θύμιζε πως μερικές στιγμές δεν πρέπει να τις αφήνεις να περάσουν. Ίσως δεν υπάρξει δεύτερη ευκαιρία! Τα βράδια, δίδασκε Δημιουργική Γραφή, σ' ένα πολιτιστικό κέντρο. Νέοι άνθρωποι κατά βάση, πρόσφυγες και φοιτητές, διάβαζαν τα ποιήματά τους στις συνεστιάσεις. Κι έπειτα κοιτούσαν τον Αμίρ σα να μπορούσε να τους πει αν τα όνειρά τους είχαν θέση σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν έλεγε πολλά. Μονάχα σημείωνε συβιλλικά: «Αν έχετε φωνή, μην την σωπάσετε. Ακόμα κι αν δεν σας ακούν όλοι,  κάποιος, κάπου ίσως την έχει ανάγκη, για να συνεχίσει να ζει!» (Στ. Σπ.)

 Το Τρένο των Δύο Κόσμων
 Ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί ψηλά, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις του πορτοκαλί και του φλογερού κίτρινου. Η ζέστη ανέβαινε από τα βότσαλα των σιδηροτροχιών σαν αόρατη φλόγα. Ο σταθμός έμοιαζε με παζάρι. Παιδιά φώναζαν, γυναίκες κρατούσαν κατσαρόλες με φαγητό, άντρες σκαρφάλωναν στα σιδερένια σκαλοπάτια του τρένου σαν να ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Ο Αμίρ στεκόταν σφιχτά μπλεγμένος ανάμεσα σε κορμιά, ιδρώτα, φωνές και βαλίτσες. Το σακίδιό του — το μοναδικό πράγμα που είχε — βρισκόταν κρεμασμένο στον ώμο του. Μέσα είχε ένα σημειωματάριο με λέξεις που δεν είχε τολμήσει ποτέ να μοιραστεί με κανέναν, μια φωτογραφία της μητέρας του κι ένα κουτί σπιρτόκουτο γεμάτο αποξηραμένα φύλλα μέντας(του τα είχε δώσει η γιαγιά του για να θυμάται το σπίτι). Η αμαξοστοιχία ξεκίνησε με ένα δυνατό τράνταγμα. Η αναχώρηση έφερε ένα κύμα σιωπής για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να είχαν όλοι συνειδητοποιήσει εκείνη τη στιγμή ότι άφηναν κάτι πίσω — κάποιον, κάτι, έναν εαυτό. Ένα δευτερόλεπτο μετά, το βουητό ξανάρχισε. Πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, το χιόνι έπεφτε απαλά. Ο σταθμός ήταν σχεδόν άδειος, εκτός από μια νεαρή γυναίκα και έναν άντρα που στέκονταν κοντά στον τελευταίο βαγόνι του τρένου. Η Έλενα δεν ένιωθε το κρύο. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά του, σαν να προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του. «Θα σου γράφω», του είπε σιγανά. «Ξέρω», της απάντησε και έσκυψε να φιλήσει το μέτωπό της. Η βαλίτσα του ήταν ήδη δίπλα στις ράγες. Το τρένο σφύριξε για τελευταία φορά, και μέσα σε μια στιγμή ο άντρας χάθηκε, όπως χάνονται οι ήχοι όταν απομακρύνονται. Η Έλενα έμεινε να κοιτάζει την άδεια αποβάθρα, τα παπούτσια της βυθισμένα στο χιόνι, και τα δάχτυλά της ακόμα ζεστά από το άγγιγμά του.  Το ταξίδι του Αμίρ κράτησε ώρες. Κάποια στιγμή, σε έναν ενδιάμεσο σταθμό, όταν το τρένο σταμάτησε για λίγο, κατέβηκε να ξεμουδιάσει. Ένιωσε τον ώμο του ελαφρύ και αμέσως κατάλαβε: το σακίδιό του είχε κάνει φτερά. Έψαξε γύρω, ρώτησε, φώναξε, αλλά ήταν μάταιο. Κάποιος το είχε πάρει, ίσως απλώς από ανάγκη. Μα για τον Αμίρ ήταν όλα του. Χωρίς χαρτιά, χωρίς χρήματα, χωρίς την ταυτότητά του. Κάθισε σε μια πέτρα δίπλα στις ράγες και σκέφτηκε να τα παρατήσει. Δεν είχε πού να πάει, δεν ήξερε κανέναν στην πόλη. Τότε, ένας ηλικιωμένος που καθόταν λίγο πιο πέρα, τον πλησίασε. «Χάθηκες;» τον ρώτησε με φωνή βαριά αλλά ζεστή. Ο Αμίρ δεν απάντησε. Απλώς κοίταξε προς το μέρος του. «Όταν δεν έχεις τίποτα, παιδί μου, τότε έχεις μια μοναδική ευκαιρία: να δημιουργήσεις τα πάντα απ' την αρχή», είπε ο γέροντας και του έδωσε λίγο ψωμί. Ο Αμίρ πήρε μια ανάσα και σηκώθηκε. Δεν ήξερε ακόμα πώς, αλλά δεν θα σταματούσε εδώ.  Η Έλενα γύρισε σπίτι με χέρια άδεια και καρδιά βαριά. Άνοιξε το τετράδιό της και άρχισε να γράφει. Κάθε λέξη ήταν ένα κομμάτι του που δεν ήθελε να ξεχάσει. Το πρώτο γράμμα το έστειλε την ίδια μέρα. Το δεύτερο την επόμενη εβδομάδα. Δεν ήξερε αν τα λάμβανε, αλλά η ίδια ένιωθε ότι έγραφε και στον εαυτό της — για να μείνει δυνατή. Συνέχισε τις σπουδές της, άρχισε να δουλεύει σε μια μικρή γκαλερί και να εκθέτει πίνακες ζωγραφικής. Μια μέρα, έβαλε έναν πίνακα που είχε ζωγραφίσει η ίδια: ένα τρένο μέσα στη νύχτα, με δύο ανθρώπους να στέκονται στο χιόνι. Ο πίνακας λεγόταν «Αναχώρηση». Ήταν δικός τους. Κι ας μην τον είχε ξαναδεί. Ο Αμίρ βρήκε τελικά καταφύγιο σε μια φτηνή πανσιόν. Έπλενε πιάτα σε μια καντίνα, κοιμόταν σε μια σοφίτα, και τα βράδια συνέχιζε να γράφει σε ένα καινούργιο τετράδιο που του χάρισε κάποιος συνάδελφος. Το πρώτο του ποίημα το έδωσε τυπωμένο σε μια κοπέλα που τον βοήθησε μια μέρα που δεν είχε να πληρώσει το εισιτήριο. Τα χρόνια πέρασαν. Ο Αμίρ έγινε γνωστός μέσα από τις λέξεις του. Μιλούσε για τα ταξίδια, τους αποχωρισμούς, για έναν ήλιο που καίει και ένα χιόνι που σκεπάζει σιωπηλά τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Μια μέρα, σε ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ στην Βιέννη, συνάντησε μια γυναίκα που στεκόταν μπροστά στον πίνακα ενός τρένου μέσα στη νύχτα. Έμεινε να κοιτάζει τον πίνακα ώρα. Η Έλενα γύρισε και τον είδε. Κρατούσε το ίδιο βλέμμα, χρόνια μετά. Δεν είπαν τίποτα στην αρχή. Μόνο χαμογέλασαν. Ο Αμίρ της έτεινε το χέρι. «Ίσως να ήμασταν πάντα σε διαφορετικά βαγόνια του ίδιου τρένου», της είπε. Η Έλενα γέλασε και του έδειξε το πίσω μέρος του πίνακα. Εκεί, με μικρά γράμματα, έγραφε: "Για εκείνον που κάποτε ταξίδεψε μόνος αλλά δεν ξέχασε να κοιτάζει τον ουρανό.”Το τρένο των δύο κόσμων τους είχε φέρει στο ίδιο σημείο. Και αυτή τη φορά, δεν έφευγε κανείς.  
Το δωμάτιο ήταν μικρό αλλά γεμάτο φως. Οι τοίχοι του λευκοί, με πινελιές από φωτογραφίες και ποιήματα, καρφιτσωμένα εδώ κι εκεί σαν χάρτες μιας διαδρομής που δεν είχε τελειώσει. Ο Αμίρ ξυπνούσε νωρίς κάθε πρωί, πριν ακόμη το φως γεμίσει το παράθυρο. Έβραζε νερό για τσάι με μέντα — μια παλιά συνήθεια, από τότε που η γιαγιά του του έλεγε ιστορίες δίπλα στη σόμπα. Στο γραφείο του υπήρχαν χειρόγραφα, σημειώσεις, ανοιχτά βιβλία σε ξένες γλώσσες. Έγραφε, όχι πια μόνο για όσα είχε χάσει, αλλά και για εκείνα που είχε βρει στην πορεία. Οι λέξεις του είχαν πια πιο ήρεμο τόνο — σαν ποτάμι που, μετά την πλημμύρα, βρίσκει και πάλι τη ροή του. Στο ράφι δίπλα στο κρεβάτι, μια κορνίζα με τον πίνακα της Έλενας. Τον είχε αγοράσει εκείνη τη μέρα στο φεστιβάλ — όχι γιατί του άνηκε, αλλά γιατί του θύμιζε ότι μερικές στιγμές δεν πρέπει να τις αφήνεις να περάσουν δεύτερη φορά. Τα βράδια δίδασκε δημιουργική γραφή σε ένα πολιτιστικό κέντρο. Νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες και φοιτητές, διάβαζαν τα ποιήματά τους και κοιτούσαν τον Αμίρ σαν να μπορούσε να τους πει αν τα όνειρά τους είχαν θέση σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν τους έλεγε πολλά. Μόνο: «Αν έχετε φωνή, μη σωπάσετε. Ακόμα κι αν δεν σας ακούν όλοι — κάποιος, κάπου, το έχει ανάγκη.» 
Στουμπας Σπυρος Α’2

 Το Τρένο των Δύο Κόσμων
 Ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί ψηλά, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις του πορτοκαλί και του φλογερού κίτρινου. Η ζέστη ανέβαινε από τα βότσαλα των σιδηροτροχιών σαν αόρατη φλόγα. Ο σταθμός έμοιαζε με παζάρι. Παιδιά φώναζαν, γυναίκες κρατούσαν κατσαρόλες με φαγητό, άντρες σκαρφάλωναν στα σιδερένια σκαλοπάτια του τρένου σαν να ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Ο Αμίρ στεκόταν σφιχτά μπλεγμένος ανάμεσα σε κορμιά, ιδρώτα, φωνές και βαλίτσες. Το σακίδιό του — το μοναδικό πράγμα που είχε — βρισκόταν κρεμασμένο στον ώμο του. Μέσα είχε ένα σημειωματάριο με λέξεις που δεν είχε τολμήσει ποτέ να μοιραστεί με κανέναν, μια φωτογραφία της μητέρας του κι ένα κουτί σπιρτόκουτο γεμάτο αποξηραμένα φύλλα μέντας(του τα είχε δώσει η γιαγιά του για να θυμάται το σπίτι). Η αμαξοστοιχία ξεκίνησε με ένα δυνατό τράνταγμα. Η αναχώρηση έφερε ένα κύμα σιωπής για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να είχαν όλοι συνειδητοποιήσει εκείνη τη στιγμή ότι άφηναν κάτι πίσω — κάποιον, κάτι, έναν εαυτό. Ένα δευτερόλεπτο μετά, το βουητό ξανάρχισε. Πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, το χιόνι έπεφτε απαλά. Ο σταθμός ήταν σχεδόν άδειος, εκτός από μια νεαρή γυναίκα και έναν άντρα που στέκονταν κοντά στον τελευταίο βαγόνι του τρένου. Η Έλενα δεν ένιωθε το κρύο. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά του, σαν να προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του. «Θα σου γράφω», του είπε σιγανά. «Ξέρω», της απάντησε και έσκυψε να φιλήσει το μέτωπό της. Η βαλίτσα του ήταν ήδη δίπλα στις ράγες. Το τρένο σφύριξε για τελευταία φορά, και μέσα σε μια στιγμή ο άντρας χάθηκε, όπως χάνονται οι ήχοι όταν απομακρύνονται. Η Έλενα έμεινε να κοιτάζει την άδεια αποβάθρα, τα παπούτσια της βυθισμένα στο χιόνι, και τα δάχτυλά της ακόμα ζεστά από το άγγιγμά του. Το ταξίδι του Αμίρ κράτησε ώρες. Κάποια στιγμή, σε έναν ενδιάμεσο σταθμό, όταν το τρένο σταμάτησε για λίγο, κατέβηκε να ξεμουδιάσει. Ένιωσε τον ώμο του ελαφρύ και αμέσως κατάλαβε: το σακίδιό του είχε κάνει φτερά. Έψαξε γύρω, ρώτησε, φώναξε, αλλά ήταν μάταιο. Κάποιος το είχε πάρει, ίσως απλώς από ανάγκη. Μα για τον Αμίρ ήταν όλα του. Χωρίς χαρτιά, χωρίς χρήματα, χωρίς την ταυτότητά του. Κάθισε σε μια πέτρα δίπλα στις ράγες και σκέφτηκε να τα παρατήσει. Δεν είχε πού να πάει, δεν ήξερε κανέναν στην πόλη. Τότε, ένας ηλικιωμένος που καθόταν λίγο πιο πέρα, τον πλησίασε. «Χάθηκες;» τον ρώτησε με φωνή βαριά αλλά ζεστή. Ο Αμίρ δεν απάντησε. Απλώς κοίταξε προς το μέρος του. «Όταν δεν έχεις τίποτα, παιδί μου, τότε έχεις μια μοναδική ευκαιρία: να δημιουργήσεις τα πάντα απ' την αρχή», είπε ο γέροντας και του έδωσε λίγο ψωμί. Ο Αμίρ πήρε μια ανάσα και σηκώθηκε. Δεν ήξερε ακόμα πώς, αλλά δεν θα σταματούσε εδώ. Η Έλενα γύρισε σπίτι με χέρια άδεια και καρδιά βαριά. Άνοιξε το τετράδιό της και άρχισε να γράφει. Κάθε λέξη ήταν ένα κομμάτι του που δεν ήθελε να ξεχάσει. Το πρώτο γράμμα το έστειλε την ίδια μέρα. Το δεύτερο την επόμενη εβδομάδα. Δεν ήξερε αν τα λάμβανε, αλλά η ίδια ένιωθε ότι έγραφε και στον εαυτό της — για να μείνει δυνατή. Συνέχισε τις σπουδές της, άρχισε να δουλεύει σε μια μικρή γκαλερί και να εκθέτει πίνακες ζωγραφικής. Μια μέρα, έβαλε έναν πίνακα που είχε ζωγραφίσει η ίδια: ένα τρένο μέσα στη νύχτα, με δύο ανθρώπους να στέκονται στο χιόνι. Ο πίνακας λεγόταν «Αναχώρηση». Ήταν δικός τους. Κι ας μην τον είχε ξαναδεί. Ο Αμίρ βρήκε τελικά καταφύγιο σε μια φτηνή πανσιόν. Έπλενε πιάτα σε μια καντίνα, κοιμόταν σε μια σοφίτα, και τα βράδια συνέχιζε να γράφει σε ένα καινούργιο τετράδιο που του χάρισε κάποιος συνάδελφος. Το πρώτο του ποίημα το έδωσε τυπωμένο σε μια κοπέλα που τον βοήθησε μια μέρα που δεν είχε να πληρώσει το εισιτήριο. Τα χρόνια πέρασαν. Ο Αμίρ έγινε γνωστός μέσα από τις λέξεις του. Μιλούσε για τα ταξίδια, τους αποχωρισμούς, για έναν ήλιο που καίει και ένα χιόνι που σκεπάζει σιωπηλά τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Μια μέρα, σε ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ στην Βιέννη, συνάντησε μια γυναίκα που στεκόταν μπροστά στον πίνακα ενός τρένου μέσα στη νύχτα. Έμεινε να κοιτάζει τον πίνακα ώρα. Η Έλενα γύρισε και τον είδε. Κρατούσε το ίδιο βλέμμα, χρόνια μετά. Δεν είπαν τίποτα στην αρχή. Μόνο χαμογέλασαν. Ο Αμίρ της έτεινε το χέρι. «Ίσως να ήμασταν πάντα σε διαφορετικά βαγόνια του ίδιου τρένου», της είπε. Η Έλενα γέλασε και του έδειξε το πίσω μέρος του πίνακα. Εκεί, με μικρά γράμματα, έγραφε: "Για εκείνον που κάποτε ταξίδεψε μόνος αλλά δεν ξέχασε να κοιτάζει τον ουρανό.”Το τρένο των δύο κόσμων τους είχε φέρει στο ίδιο σημείο. Και αυτή τη φορά, δεν έφευγε κανείς.  
Το δωμάτιο ήταν μικρό αλλά γεμάτο φως. Οι τοίχοι του λευκοί, με πινελιές από φωτογραφίες και ποιήματα, καρφιτσωμένα εδώ κι εκεί σαν χάρτες μιας διαδρομής που δεν είχε τελειώσει. Ο Αμίρ ξυπνούσε νωρίς κάθε πρωί, πριν ακόμη το φως γεμίσει το παράθυρο. Έβραζε νερό για τσάι με μέντα — μια παλιά συνήθεια, από τότε που η γιαγιά του του έλεγε ιστορίες δίπλα στη σόμπα. Στο γραφείο του υπήρχαν χειρόγραφα, σημειώσεις, ανοιχτά βιβλία σε ξένες γλώσσες. Έγραφε, όχι πια μόνο για όσα είχε χάσει, αλλά και για εκείνα που είχε βρει στην πορεία. Οι λέξεις του είχαν πια πιο ήρεμο τόνο — σαν ποτάμι που, μετά την πλημμύρα, βρίσκει και πάλι τη ροή του. Στο ράφι δίπλα στο κρεβάτι, μια κορνίζα με τον πίνακα της Έλενας. Τον είχε αγοράσει εκείνη τη μέρα στο φεστιβάλ — όχι γιατί του άνηκε, αλλά γιατί του θύμιζε ότι μερικές στιγμές δεν πρέπει να τις αφήνεις να περάσουν δεύτερη φορά. Τα βράδια δίδασκε δημιουργική γραφή σε ένα πολιτιστικό κέντρο. Νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες και φοιτητές, διάβαζαν τα ποιήματά τους και κοιτούσαν τον Αμίρ σαν να μπορούσε να τους πει αν τα όνειρά τους είχαν θέση σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν τους έλεγε πολλά. Μόνο: «Αν έχετε φωνή, μη σωπάσετε. Ακόμα κι αν δεν σας ακούν όλοι — κάποιος, κάπου, το έχει ανάγκη.» 
Στουμπας Σπυρος Α’2

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»