«Το τρένο των ονείρων...»

Εκείνο το απόγευμα στον σταθμό, είχε πάρα πολύ κόσμο. Δεν υπήρχε χώρος για κανέναν. Ο ήλιος έκαιγε τον ουρανό και κάτω στη γη, οι άνθρωποι ανήσυχοι, στριμώχνονταν σαν να ήθελαν να ξεφύγουν από κάτι που τους κυνηγούσε. Ίσως απ' τη φτώχεια, απ' τη μοναξιά, μπορεί κι απ' τον ίδιο τους τον εαυτό! Μέσα σ' όλο αυτό το πλήθος κόσμου, δυο άνθρωποι συναντήθηκαν. Όχι με λόγια, ούτε με φωνές. Μ' ένα βλέμμα. Αρκετό για να ενώσει τα προσωπικά τους μονοπάτια σ' ένα κοινό ταξίδι.
    Η Κατερίνα κι ο Κωνσταντίνος, δύο άνθρωποι ξένοι. Ξένοι ακόμη και για τον ίδιο τους τον εαυτό. Ίσως γι' αυτό αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον, τόσο εύκολα. Χωρίς να το σκεφτούν, πιάστηκαν χέρι-χέρι και χώθηκαν ανάμεσα στο πλήθος που πολιορκούσε το τελευταίο βαγόνι του παλιού τρένου. 
   Δεν ήξεραν πού πήγαιναν. Δεν είχαν ούτε εισιτήριο, ούτε προορισμό. Είχαν μόνο μια ανάγκη. Να φύγουν. Να ξεκινήσουν την κοινή τους πορεία. Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των ερωτευμένων.
    Το τρένο σφύριξε. Οι άνθρωποι αποχαιρέτησαν τους δικούς τους. Άλλοι φώναζαν, έσπρωχναν για να πιάσουν τη θέση τους. Η Κατερίνα κι ο Κωνσταντίνος κατάφεραν να χωθούν από την πίσω πόρτα. Ανέβηκαν, κουβαλώντας μαζί τους μόνο ένα σακίδιο κι ένα μικρο κουτί γεμάτο επιστολές που ποτέ δε θα διαβαστούν. 
    Το ταξίδι άρχισε. Μέρες και νύχτες κυλούσαν, σβήνοντας το παρελθόν και ξαναχτίζοντας το παρόν. Έξω απ' τα παράθυρα, ο κόσμος έτρεχε. Χωριά ξεχασμένα, λόφοι, ποτάμια που γυάλιζαν κάτω απ' τον ήλιο. Μα τίποτε απ' όλα αυτά δεν τους αφορούσε. Όλη τους η ζωή είχε περιοριστεί σ' ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, σε μια αγκαλιά. Τις νύχτες, όταν το τρένο σταματούσε για λίγο σε ερημικούς σταθμούς, κατέβαιναν μαζί. Ο χειμώνος είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα δόντια του. Τα φώτα στους σταθμούς τρεμόπαιζαν, το κρύο τύλιγε τα σώματά τους. Μα τα χέρια τους παρέμεναν ενωμένα και γι' αυτό ζεστά.
    Μιλούσαν λίγο, μα οι λέξεις ήταν περιττές. Η Κατερίνα του έλεγε ιστορίες για μέρη που δεν είχε δει ποτέ. Κι ο Κωνσταντίνος της μιλούσε για όνειρα που φοβόταν να πιστέψει. Κάθε φορά που κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, καταλάβαιναν πως δεν χρειάζονταν χάρτες ούτε οδηγίες, για να συννενοηθούν. Γιατί ο έρωτας είναι μύθος ανέκφραστος! Κι οι δικοί τους μύθοι γράφονταν σιωπηλά, ανάμεσα στις στάσεις, στα χαμόγελα, στα βλέμματα και στα δάκρυα που μοιράζονταν κρυφά.
    Καθώς οι μέρες περνούσαν, ένα βράδυ το τρένο σταμάτησε για περισσότερο χρόνο σ' έναν μικρό σταθμό, σχεδόν ξεχασμένο. Κάτω από ένα κιτρινισμένο φως, μόνοι πια, στάθηκαν μπροστά στις ράγες, ενώ το τρένο σιωπούσε πίσω τους. Η Κατερίνα άφησε το σακίδιο της στο έδαφος. Ο Κωνσταντίνος έβγαλε απ' την τσέπη του ένα εισιτήριο που δεν έγραφε ούτε αφετηρία ούτε προορισμό. Μόνο μια λέξη: «Μαζί!» Κοιτάχτηκαν. «Πού πάμε;», ρώτησε εκείνος. Κι η φωνή του έσπασε απ' τη συγκίνηση. Η Άννα χαμογέλασε.
«Πού αλλού; Εκεί που μας πάει το τρένο της καρδιάς!» Το φως του σταθμού άρχισε να φωτίζει, να τρεμοπαίζει εντονότερα. Σα να ήθελε να τους ευχηθεί καλή τύχη. Χωρίς δεύτερη σκέψη, αγκαλιάστηκαν. Ένιωσαν τον παλμό ο ένας του άλλου, την ανάσα, το βάρος και την ελαφρότητα της αγάπης τους.
     Το τρένο σφύριξε πάλι, έτοιμο ν' αναχωρήσει. Μ' αυτήν τη φορά, για τον τελευταίο προορισμό. Δεν ένιωθαν πλέον καθόλου φόβο. Ανέβηκαν ξανά στο τρένο για τελευταία φορά. Όχι επειδή έπρεπε, ούτε επειδή ήθελαν να φτάσουν κάπου. Μα γιατί ήξεραν πως αυτό το ταξίδι ήταν η ίδια τους η ζωή.
    Γατζωμένοι ο ένας απ' τον άλλον, κοιτούσαν το σκοτάδι που απλωνόταν έξω απ' το παράθυρο.
Το άγνωστο δεν του τρόμαζε. Είχαν πια ο ένας τον άλλον. Κι όταν αργότερα κάποιος θα ρωτούσε για κείνη  την τρελή διαδρομή, που είχαν κάνει, θα χαμογελούσαν μόνο και θα ψιθύριζαν:
«Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των ερωτευμένων, γιατί ο έρωτας είναι ένας μύθος ανέκφραστος!»
Επειδή κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με λόγια εκείνο που μόνο η καρδιά ξέρει να ζει! (Τοκ.Πολυξ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»