«Από δύο χωριά...»

 
Χιλιάδες χρόνια προτού γεννηθεί ο Χριστός, υπήρχαν δυο χωριά στην Κίνα που έτρεφαν εχθρικές διαθέσεις το ένα για το άλλο. Το πρώτο ήταν γνωστό ως «Μπλε χωριό» κι οι κάτοικοί του ήταν κυρίως φτωχοί ψαράδες. Το άλλο το έλεγαν «Κόκκινο χωριό» κι από εκεί κατάγονταν οι πλουσιότεροι επιχειρηματίες της αυτοκρατορίας.
Προ αρκετών γενεών, θα λέγαμε, δυο πατεράδες, ήθελαν να ενώσουν τα παιδιά τους με τους  κατάλληλους συντρόφους. Ο κύριος απ' το μπλε χωριό, που ήταν ψαράς, είχε ένα γιο, τον Χιου. Απ' την άλλη, ένας απ’ τους γνωστότερους εμπόρους του κόκκινου χωριού, είχε μια κόρη, τη Σιού. Για καιρό, ο καθένας απ' τους γονείς σχεδίαζε τον γάμο του παιδιού του. Ωστόσο, οι δυο νέοι γνωρίστηκαν κάποια στιγμή κι ερωτεύτηκαν. Για πρώτη φορά, συναντήθηκαν τυχαία σε μια γιορτή με φαγητό και μουσική· βεβαίως, στα κρυφά. Ο Χιου επισκέφθηκε το κόκκινο χωριό, -λίγα μόλις χιλιόμετρα από την πατρίδα του- διότι έμαθε πως ένα μεγάλο συμπόσιο διοργανώνονταν προς τιμήν του τοπικού άρχοντα. Ως νεαρός -κι επειδή ήθελε να παντρευτεί επιτέλους- αποφάσισε να πάει. Έτσι, μετά από ώρες χορού και φαγητού, έφτασε κι ο άρχοντας της περιοχής, μαζί  με τη Σιού. Φαινόταν ντροπαλή, ήρεμη κοπέλα. Κοιτώντας τα μάτια της, όμως, ο Χιου κατάλαβε πως κάτι χρειαζόταν. Ήταν όμορφη και περιποιημένη. Έτσι, δίστασε να κάνει την πρώτη κίνηση. Ιδιαιτέρως, επειδή τη συνόδευε ο πατέρας της. Εκείνη τον παρατήρησε να κάθεται και να την κοιτά, οπότε του έκλεισε το μάτι. Ώρα μετά, όταν ο πατέρας την άφησε για λίγο μόνη, επιτέλους οι δυο νέοι ήρθαν κοντά και συστήθηκαν. Εκείνος είχε πάει να μιλήσει για δουλειές με γνωστούς του.
 - Παρατήρησα πως με κοιτάς εδώ και ώρα, Πώς σε λένε; Δε σ' έχω ξαναδεί στα μέρη μας, σχολίασε η Σιού.
  -Με λένε Χίου. Δεν είμαι από εδώ. Ήρθα, γιατί έμαθα για τη γιορτή. Μου αρέσει και το φαγητό, είπε γελώντας. Επίσης, ψάχνω μια κοπέλα όμορφη σαν κι εσένα να γίνουμε ζευγάρι. Εσύ πώς λέγεσαι;».
  -Είμαι η Σιού, κόρη ενός από τους μεγαλύτερους εμπόρους του χωριού και της χώρας ολόκληρης. Για να πω την αλήθεια, θέλω κι εγώ ένα παλικάρι, ψηλό και πρόθυμο σαν εσένα, δήλωσε ελαφρά κοκκινίζοντας.
- Απ’ ό,τι φαίνεται έχουμε τις ίδιες φιλοδοξίες. Έλα να χορέψουμε, σε λίγο τελειώνουν οι μουσικές και τα όργανα.
   Χαρούμενη η νεαρή, ήταν έτοιμη να δεχτεί την πρότασή του. Τη σταμάτησε ο πατέρας της, που μόλις εκείνη τη στιγμή, είδε τον νέο με τον οποίο συζητούσε. Τους χώρισε και μάλωσε την κόρη του, απαγορεύοντας της να κάνει παρέα με ξένους.
    Έτσι, ο Χιου καταλαβαίνει πως είναι ώρα να απομακρυνθεί -για την ώρα τουλάχιστον- και να μην την πλησιάσει. 
    Όταν έφυγε ο πατέρας της Σιού, σκαρφίστηκε ένα καλό σχέδιο. Εκείνο το βράδυ, μετά το πανηγύρι, ακολουθεί τη νεαρή και μαθαίνει που μένει. Ήταν ένα μεγάλο κτήριο με πανέμορφο, καταπράσινο κήπο κι ωραία αγάλματα. Κατάλαβε πως δε θα ήταν εύκολο να την κερδίσει. Η ίδια, -παρ’ όλα αυτά δεν είχε ιδέα για το τι επρόκειτο να συμβεί. Ξάπλωνε απλά στο μικρό της περβάζι βυθισμένη στις σκέψεις της 
- Μακάρι να μπορέσω να έχω έστω μια στιγμή ακόμη με το παλληκάρι εκείνο, σκέφτηκε.
  Ξαφνικά ο Χίου εμφανίζεται μπροστά στο παράθυρό της και της χαμογελά. Εκείνη νομίζει πως ονειρεύεται, κάτι που φυσικά δεν ισχύει. Ανοίγει το παράθυρο του δωματίου της και μπαίνει γρήγορα μέσα. Της λέει να κάνει ησυχία ώστε να μην τον καταλάβουν.
- Πέρασα γρήγορα κι ευτυχώς δε με είδε κανείς. Ήρθα για σένα, γιατί κατάλαβα πως είσαι αγνή και ταπεινή ψυχή. Ακόμη κι αν μίλησα μαζί σου για λίγα λεπτά, σε ένιωσα βαθιά, της είπε.
 - Ήλπιζα κι εγώ να σ' έχω για μια στιγμή πάλι κοντά μου. Ευτυχώς, βγήκε αληθινή αυτή μου η παράκληση, του απάντησε.
 - Έλα, λοιπόν, τι κάθεσαι; Θα σε πάρω μαζί, στο σπιτικό μου να ζήσουμε σα ζευγάρι.
 - Σίγουρα; Και τι θα πει ο πατέρας μου; Του απαντά αυτή.
- Έχεις δίκιο! Μετά θα βάλει ολόκληρη φρουρά να σε ψάχνει. Καλύτερα να κάτσω για λίγο εδώ στα κρυφά, της λέει.
 - Πιο συνετό και φρόνημο αυτό. Έλα να τα πούμε, να γνωριστούμε καλύτερα.
Περίπου μια ώρα μετά, ο Χίου αποφασίζει να φύγει, για να μην τον τσακώσουν και βάζει το σχέδιό του σ' εφαρμογή.
Την επομένη, που έχει επιστρέψει ο Χιου σπίτι του, ανακοινώνει στον πατέρα τουτα ευχάριστα νέα.
 - Πατέρα, βρήκα μια κοπέλα αγνή κι όμορφη, που έχει κιόλας πολλά λεφτά. Έχουμε γνωριστεί και φαίνεται να της αρέσω. Τι λες; Θα πάμε να ζητήσουμε το χέρι της απ' τον πατέρα της; 
 - Εύγε παιδί μου! Θα σωθούμε κι εμείς από τη φτώχεια. Αλλά, δε μου είπες, από πού κατάγεται η νεαρή; Δεν πιστεύω να είναι του χωριού;
 - Όχι, πατέρα. Είναι... -διστάζει να του πει- είναι από το κόκκινο χωριό. Γνωρίζω πως δεν έπρεπε να πάω εκεί, αλλά δες ποια κατάφερα να βρω!
 - Εκείνο το μέρος είναι επικίνδυνο! Εάν σε έπιαναν και μάθαιναν ότι είσαι από το μπλε, θα σε σκότωναν. Έχω όμως μια ιδέα! Θα προσπαθήσουμε να την πάρεις.
  Έτσι, ντύνονται με κουστούμια και μεγάλα κόκκινα παπούτσια. Ο πατέρας βάζει κι ένα ψεύτικο μουστάκι, οπότε γίνονται αγνώριστοι. Θέλουν να μην τους καταλάβει κανείς δικός τους. Φτάνοντας στο κόκκινο χωριό και στο σπίτι της νεαρής, τολμούν να παρουσιαστούν. Ζητούν να μιλήσουν στον μεγάλο έμπορο, τον πατέρα της Σιού. Του λένε πως έχουν ρίζες απ' το κόκκινο χωριό, αλλά μένουν μακριά. Συστήνονται και κατευθείαν μπαίνουν στο ψητό.
 - Εγώ είμαι, κύριε, που μιλούσα στην κόρη σας εκείνο το βράδυ στη γιορτή, αποκρίθηκε.
 - Εσύ ήσουν ε; Σου έδωσα εγώ άδεια να ενοχλήσεις τη Σιού μου; 
  - Συγνώμη, που έγινε αυτό, δε γνώριζα ποιανού κόρη ήταν η κοπέλα! Εκείνη τη νύχτα καταλάβαμε κι οι δυο πως είμαστε ερωτευμένοι. Είναι μήπως εδώ, για να σας το πει κι η ίδια;
 - Άστα αυτά τώρα! Πες μου τι θες.
 - Θέλω να μου δώσετε το χέρι της κόρης σας και την ευλογία σας, λέει. Ο πατέρας μου συμφωνεί, όπως κι η κόρη σας.
 - Συμφωνώ, μόνο εάν το δέχεστε κι εσείς, λέει ο πατέρας του νέου.
 - Πρέπει να το παραδεχτώ, εσείς οι δυο είστε πολύ τολμηροί, που έρχεστε εδώ να ζητήσετε την κόρη μου. Δεν υπάρχει, όμως, καμία περίπτωση να σας τη δώσω. Αν είναι να παντρευτεί, θα τη δώσω σ' όποιον θέλω και θα διαλέξω εγώ προσωπικά, τους απαντά θυμωμένα 
- Φρουροί, πάρτε από μπροστά μου αυτούς τους αχρείους, τους ποταπούς! Αδαή ανθρωπάρια, πώς τολμήσατε! Ρίξτε τους, τώρα αμέσως στο δωμάτιο βασανιστηρίων, διέταξε χαιρέκακα.
- Σας παρακαλούμε λυπηθείτε μας! Θα φύγουμε και δε θα ενοχλήσουμε ξανά, εκλιπαρεί ο πατέρας του Χίου.
  -Άλλαξα γνώμη, λοιπόν ! Πηγαίνετέ τους στο δωμάτιο κι,εκτός απ' τα βασανιστήρια, τελικά πάρτε τους τα κεφάλια! Αυτό τους αξίζει! Έτσι η ιστορία μας τελειώνει θλιβερά. Δυστυχώς. 
    Την ίδια στιγμή η Σιού ακούει τα πάντα απ' το δωμάτιό της. Τρέχει έξω, να δει για τελευταία φορά τον Χίου. Τον παρακαλεί, στενοχωρημένη, αλλά ο πατέρας δεν αλλάζει γνώμη. Λίγο αργότερα, οι φρουροί φέρνουν τα κεφάλια των εκτελεσθέντων στον Κύριο του σπιτιού. Να δει ότι καθάρισε μ' αυτούς τους δύο! Μόλις η Σιού αντικρίζει το κεφάλι του αγαπημένου της, τρέχει απελπισμένη στην οροφή του σπιτιού και πηδά στο κενό. Έτσι, τελείωσαν όλα και για τη νεαρή.
   Κι έτσι μαθαίνουμε πως όλες οι ιστορίες δεν  έχουν χαρούμενο τέλος. Είναι κι αυτό μιαν ανατροπή. Δεν υπάρχει πάντα καλό στον κόσμο! Φανταστείτε πόσο αυταρχικοί μπορεί να γίνονται κάποιοι άνθρωποι, κάποιες φορές! Δε θέλουν καν ν' ακούσουν τους άλλους, μένουν στα δικά τους πιστεύω, στα δικά τους θέλω. Να γίνει, λοιπόν, μάθημα στους αναγνώστες, να μη μοιάσουν ποτέ τον πατέρα της Σιού, να είναι ανοιχτοί στις διαφορετικές απόψεις κι ιδέες, ακόμη κι αν δεν τις στηρίζουν· τουλάχιστον ν' ακούνε! (Κουτσ.Ν.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»