«Τρόποι διαφυγής...»
Βρισκόμαστε σ' ένα μικρό χωριό της Κρήτης του 1925. Το χωριό περιβάλλεται από καταπράσινους λόφους, πέτρινα σπίτια με κεραμίδια, κι έναν παλιό χωματόδρομο που οδηγεί στο καφενείο του χωριού. Εδώ ζει ο Μανώλης, ένας νεαρός ζωγράφος, μαθητευόμενος του Πωλ Σεζάν.
Ευαίσθητος, παθιασμένος με τη φύση και τους ανθρώπους. Είναι κι ο Γιάννης με τον Σήφη στον ίδιο τόπο. Ο πρώτος, παλιός ιδιοκτήτης του καφενείου, σοφός, παρατηρητικός, παίζει καθημερινά χαρτιά με τους φίλους του. Ο δεύτερος, άνδρας με μυστηριώδες παρελθόν και πολλά μυστικά, ξένος στο χωριό, με αδυναμία στον τζόγο.
Ο Μανώλης μένει στο σπίτι που του άφησε ο παππούς του στην εξοχή. Στον ελεύθερο χρόνο του, ζωγραφίζει τοπία του χωριού: τα χωράφια, τους λόφους, τα πολύχρωμα λουλούδια, τα σπίτια με τα τραχιά χρώματα της Κρήτης. Το απόγευμα, περνά απ' το παλιό καφενείο όπου οι χωρικοί παίζουν χαρτιά. Εκεί παρατηρεί τον Γιάννη με τον Σήφη να παίζουν σιωπηλά, αδιάκοπα. Χωρίς ποτέ να φαίνεται ο νικητής. Αποφασίζει να τους ζωγραφίσει ο Μανώλης. Εμπνέεται απ' το φως που πέφτει στο πρόσωπό τους, τη στάση των χεριών, τη σιωπηλή ένταση ανάμεσά τους. Καθώς αρχίζει να σχεδιάζει, παρατηρεί κάτι παράξενο: κάθε φορά που επιστρέφει στο καφενείο, η παρτίδα είναι πάντα στην ίδια φάση, οι δύο άντρες στην ίδια ακριβώς θέση, με τα ίδια φύλλα
στα χέρια τους. Αρχίζει να υποπτεύεται πως κάτι δεν πάει καλά.
Μια μέρα, ρωτά τον Γιάννη πόσον καιρό παίζουν την παρτίδα αυτή. Ο γέρος του απαντά, μ' ένα χαμόγελο μυστηριώδες: «Η παρτίδα δεν τελειώνει ποτέ, αγόρι μου. Δεν μπορεί πια να τελειώσει...» Κάποια νύχτα, αποφασίζει ο Μανώλης να κρυφτεί στο καφενείο. Μόλις χτυπά μεσάνυχτα το ρολόι, οι δυο άνδρες εξαφανίζονται σ' ένα ανεξήγητο φως που διαχέεται από τα έγκατα του τραπεζιού. Το επόμενο πρωί, όλα είναι, όπως πριν, φυσιολογικά: οι δύο άνδρες βρίσκονται στις θέσεις τους, παίζοντας σα να μην έχει συμβεί απολύτως τίποτα.
Αργότερα, ο Μανώλης ανακαλύπτει ένα παλιό ημερολόγιο του Σεζάν, τυχαία. Αναφέρει πως κάποτε είχε αφήσει ημιτελή μια ζωγραφιά, με τίτλο, «παρτίδα χαρτιών». Αποτύπωνε δυο άνδρες, που δεν ήταν απλοί χωρικοί, αλλά «σύμβολα αιώνιου διλήμματος». Κατευθύνεται γρήγορα προς τον λόφο, που ζωγράφιζε τα τοπία του. Αποφασίζει να ολοκληρώσει τον πίνακα της «παρτίδας». Αυτήν τη φορά, για διαφορά ζωγραφίζει τους άνδρες να βάζουν κάτω τα φύλλα τους και να σηκώνονται απ' το τραπέζι. Το ίδιο βράδυ, όταν επιστρέφει στο καφενείο, οι
Αργότερα, ο Μανώλης ανακαλύπτει ένα παλιό ημερολόγιο του Σεζάν, τυχαία. Αναφέρει πως κάποτε είχε αφήσει ημιτελή μια ζωγραφιά, με τίτλο, «παρτίδα χαρτιών». Αποτύπωνε δυο άνδρες, που δεν ήταν απλοί χωρικοί, αλλά «σύμβολα αιώνιου διλήμματος». Κατευθύνεται γρήγορα προς τον λόφο, που ζωγράφιζε τα τοπία του. Αποφασίζει να ολοκληρώσει τον πίνακα της «παρτίδας». Αυτήν τη φορά, για διαφορά ζωγραφίζει τους άνδρες να βάζουν κάτω τα φύλλα τους και να σηκώνονται απ' το τραπέζι. Το ίδιο βράδυ, όταν επιστρέφει στο καφενείο, οι
δυο άνδρες δεν είναι πια εκεί. Στη θέση τους υπάρχει μόνο ένα άδειο τραπέζι και δυο παλιά ψάθινα καπέλα. Την επομένη, ο Μανώλης κρεμά τον πίνακα στον τοίχο του καφενείου. Από τότε, δεν ξαναείδε κανείς τον Γιάννη ή τον Σήφη.
Όλοι λένε πως αν κοιτάξεις προσεκτικά τον πίνακα, παρατηρείς μια ανεπαίσθητη κίνηση στα πρόσωπά τους -σα να εκφράζουν ένα αδιόρατο «ευχαριστώ».
Όλοι λένε πως αν κοιτάξεις προσεκτικά τον πίνακα, παρατηρείς μια ανεπαίσθητη κίνηση στα πρόσωπά τους -σα να εκφράζουν ένα αδιόρατο «ευχαριστώ».
Τελικά, ο Μανώλης έγινε γνωστός για τους πίνακές που αποτύπωναν την ψυχή της εξοχής του τόπου καταγωγής του. Ποτέ δε μίλησε δημόσια για την «παρτίδα» εκείνη. Μόνο στους πιο κοντινούς σχολίαζε, μ' αμυδρή νοσταλγία:
«Η τέχνη μπορεί να ελευθερώσει κι εκείνους ακόμη που ξέχασαν τους τρόπους διαφυγής τους…» (Σ.Δ.)

Comments
Post a Comment