«Βιολί θανάτου, Φλάουτο ζωής»
Στη σκιά μιας ξεχασμένης πόλης, όπου οι δρόμοι ήταν καλυμμένοι με σκόνη και τα φώτα έτρεμαν στην άκρη τ' ορίζοντα, η μουσική έπαψε να είναι χαρά κι έγινε όπλο.
Ο Wise, ο κλόουν με το αιματοβαμμένο μειδίασμα, περπατούσε σέρνοντας τα πόδια στο σοκάκι. Στο 'να του χέρι κρατούσε ένα παλιό, ξεθωριασμένο βιολί. Οι νότες που 'παιζε δε μοιάζαν μελωδία. Ήταν σκέτη αρρώστια. Κάθε που 'σερνε το δοξάρι στις χορδές, πνοή θανάτου πλημμύριζε τον αγέρα. Οι άνθρωποι κοιμούνταν βαθιά, δεν τους ξυπνούσε ποτέ.
Λίγοι γνώριζαν πως η μουσική του Wise ήταν κατάρα. Ήταν φτιαγμένη απ' τις κραυγές των χαμένων ψυχών. Ήταν τέχνη ξεχωριστή να ξυπνάς τον τρόμο στα βάθη της καρδιάς.
Ο Wise, ο κλόουν με το αιματοβαμμένο μειδίασμα, περπατούσε σέρνοντας τα πόδια στο σοκάκι. Στο 'να του χέρι κρατούσε ένα παλιό, ξεθωριασμένο βιολί. Οι νότες που 'παιζε δε μοιάζαν μελωδία. Ήταν σκέτη αρρώστια. Κάθε που 'σερνε το δοξάρι στις χορδές, πνοή θανάτου πλημμύριζε τον αγέρα. Οι άνθρωποι κοιμούνταν βαθιά, δεν τους ξυπνούσε ποτέ.
Λίγοι γνώριζαν πως η μουσική του Wise ήταν κατάρα. Ήταν φτιαγμένη απ' τις κραυγές των χαμένων ψυχών. Ήταν τέχνη ξεχωριστή να ξυπνάς τον τρόμο στα βάθη της καρδιάς.
Κι όμως, υπήρχε ακόμα μια σπίθα ελπίδας. Μια κοπέλα, ονόματι Melody, με μάτια καθαρά σαν το φως της χαραυγής. Στην πλάτη κουβαλούσε ένα απλό, ξύλινο φλάουτο. Δεν έμοιαζε καθόλου με όπλο. Μα, στα σωστά χέρια, μπορούσε να γίνει.
Η Melody είχε μάθει από μικρή πως κάθε ήχος κρύβει δύναμη. Ο παππούς της, προτού εξαφανιστεί -μαζί με χιλιάδες άλλους, όταν πρωτοήρθε ο Wise-, της είχε διδάξει πως η καθαρή μελωδία μπορεί να σπάσει και τη σκοτεινότερη κατάρα.
Το σχέδιο ήταν απλό και παράλληλα άκρως ριψοκίνδυνο: να φτάσει στην καρδιά της πόλης, εκεί όπου ο Wise είχε στήσει τον θρόνο του από σκιές και παγιδευμένες ψυχές. Κι εκεί να παίξει τη δική της μελωδία. Μια μελωδία που δεν καλούσε σε θάνατο, αλλά σ' αφύπνιση.
Το βράδυ που αποφάσισε την υλοποίηση του σχεδίου, το φεγγάρι ήταν χαμηλό και θλιμμένο. Έμοιαζε άρρωστο κι αυτό. Η Melody βάδιζε αθόρυβα, κρατώντας σφιχτά στο στέρνο της το φλάουτο. Κάθε της βήμα αντηχούσε υπερβολικά μες στην ερημιά.
Ξαφνικά, ένας ήχος έσκισε τον αέρα. Μια νότα, πνιχτή κι απόκοσμη, ταξίδευε στο ενδιάμεσο των σπιτιών. Ο Wise ήταν κοντά. Το στομάχι της Melody σφίχτηκε. Δεν υπήρχε πια γυρισμός.
Μπροστά της στην πλατεία, ο Wise στεκόταν ακίνητος. Το πρόσωπό του βαμμένο λευκό, με ρωγμές απ' ιδρώτα κι αίμα. Τα μάτια του δυο μαύρες οπές. Δεν έκρυβαν ίχνος ανθρώπινης ζεστασιάς.
«Ήρθες να παίξεις;», ακούστηκε η φωνή του, σιγανή σαν ψίθυρος θανάτου.
Η Melody δεν απάντησε. Σήκωσε το φλάουτο, πήρε βαθιά ανάσα και... Η πρώτη νότα που ακούστηκε ήταν καθαρή, ευθεία. Σαν την ακτίνα του ήλιου, σε χειμωνιάτικο πρωινό.
Ο Wise γέλασε. Ένα γέλιο που έκαμνε τα παράθυρα να τρίζουν. Ανταπέδωσε με το βιολί του. Οι νότες ήταν βαριές, πηχτές. Έπεφταν στη μελωδία της Melody πάνω σα μολύβι. Επιχειρούσαν να τη συνθλίψουν. Η μάχη είχε αρχίσει.
Η Melody ένιωθε το βάρος της μουσικής του να της πιέζει το στήθος. Τα δάχτυλά της ήθελαν να παγώσουν, να μείνουν ακίνητα. Θυμήθηκε, όμως, τα λόγια του παππού: «Όταν ο φόβος σ' αγγίξει, παίξε δυνατότερα!» Έκλεισε τα μάτια κι άφησε τη μελωδία να μεγαλώσει. Σχημάτισε έναν ήχο καθαρότερο, πιο φωτεινό. Κάθε της νότα έσπρωχνε προς τα πίσω το σκοτάδι, κομμάτιαζε το πέπλο τρόμου που είχε απλώσει ο Wise. Ο κλόουν ούρλιαξε. Το πρόσωπό του στράβωσε και το βιολί άρχισε να σπάει στις άκρες. Ήταν κι εκείνος δυνατός. Μάζεψε ό,τι απέμεινε απ' το βιολί κι έπαιξε μια τελευταία, σπαρακτική μελωδία. Ήταν ένα κάλεσμα προς τα βάθη της ύπαρξης, στα έγκατα του κόσμου. Απ' το έδαφος ξεπήδησαν σκιές, δίχως μορφή. Όρμησαν προς τη Melody. Για μια στιγμή, ο φόβος την τύλιξε σαν παγωμένο πέπλο. Ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Κι έπειτα θυμήθηκε: η μελωδία δεν ήταν μόνο δική της. Ήταν όλων όσων είχαν χαθεί. Όλων όσων περίμεναν ν' ελευθερωθούν. Άρχισε πάλι να παίζει. Αυτή τη φορά, όχι για να νικήσει, μα για να σώσει.
Η μουσική της έγινε ποταμός. Έπλυνε τις σκιές, τις σκόρπισε στον άνεμο. Ο Wise άρχισε να συρρικνώνεται. Το γέλιο του μετατράπηκε σε στριγκλιά. Τελικά, -μ' ένα τελευταίο, πνιχτό επιφώνημα- εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω μόνο το κατεστραμμένο βιολί του. Η Melody έμεινε μόνη, ακουμπώντας λαχανιασμένη στο κέντρο της πλατείας. Το φλάουτο έκλαιγε στα χέρια της απ' την ένταση. Η πόλη ήταν σιωπηλή. Μα όχι νεκρή. Αργά, σα να ξυπνούσαν από βαθύ λήθαργο, οι άνθρωποι άρχισαν να εμφανίζονται απ' τα σπίτια. Τα μάτια τους, θολά άλλοτε, τώρα ξαναέλαμπαν.
Η Melody χαμογέλασε. Ήξερε πως η μάχη δεν είχε τελειώσει οριστικά. Πάντοτε θα υπήρχε κάποιος Wise, με κάποια σκοτεινή μελωδία. Τώρα, όμως, γνώριζε και κάτι άλλο. Η ελπίδα είχε ήχο. Κι όσο υπήρχαν ψυχές που μπορούσαν να τραγουδήσουν, το σκοτάδι δε θα κέρδιζε ποτέ το παιχνίδι! (Ελεά.Λιώ.)
Το σχέδιο ήταν απλό και παράλληλα άκρως ριψοκίνδυνο: να φτάσει στην καρδιά της πόλης, εκεί όπου ο Wise είχε στήσει τον θρόνο του από σκιές και παγιδευμένες ψυχές. Κι εκεί να παίξει τη δική της μελωδία. Μια μελωδία που δεν καλούσε σε θάνατο, αλλά σ' αφύπνιση.
Το βράδυ που αποφάσισε την υλοποίηση του σχεδίου, το φεγγάρι ήταν χαμηλό και θλιμμένο. Έμοιαζε άρρωστο κι αυτό. Η Melody βάδιζε αθόρυβα, κρατώντας σφιχτά στο στέρνο της το φλάουτο. Κάθε της βήμα αντηχούσε υπερβολικά μες στην ερημιά.
Ξαφνικά, ένας ήχος έσκισε τον αέρα. Μια νότα, πνιχτή κι απόκοσμη, ταξίδευε στο ενδιάμεσο των σπιτιών. Ο Wise ήταν κοντά. Το στομάχι της Melody σφίχτηκε. Δεν υπήρχε πια γυρισμός.
Μπροστά της στην πλατεία, ο Wise στεκόταν ακίνητος. Το πρόσωπό του βαμμένο λευκό, με ρωγμές απ' ιδρώτα κι αίμα. Τα μάτια του δυο μαύρες οπές. Δεν έκρυβαν ίχνος ανθρώπινης ζεστασιάς.
«Ήρθες να παίξεις;», ακούστηκε η φωνή του, σιγανή σαν ψίθυρος θανάτου.
Η Melody δεν απάντησε. Σήκωσε το φλάουτο, πήρε βαθιά ανάσα και... Η πρώτη νότα που ακούστηκε ήταν καθαρή, ευθεία. Σαν την ακτίνα του ήλιου, σε χειμωνιάτικο πρωινό.
Ο Wise γέλασε. Ένα γέλιο που έκαμνε τα παράθυρα να τρίζουν. Ανταπέδωσε με το βιολί του. Οι νότες ήταν βαριές, πηχτές. Έπεφταν στη μελωδία της Melody πάνω σα μολύβι. Επιχειρούσαν να τη συνθλίψουν. Η μάχη είχε αρχίσει.
Η Melody ένιωθε το βάρος της μουσικής του να της πιέζει το στήθος. Τα δάχτυλά της ήθελαν να παγώσουν, να μείνουν ακίνητα. Θυμήθηκε, όμως, τα λόγια του παππού: «Όταν ο φόβος σ' αγγίξει, παίξε δυνατότερα!» Έκλεισε τα μάτια κι άφησε τη μελωδία να μεγαλώσει. Σχημάτισε έναν ήχο καθαρότερο, πιο φωτεινό. Κάθε της νότα έσπρωχνε προς τα πίσω το σκοτάδι, κομμάτιαζε το πέπλο τρόμου που είχε απλώσει ο Wise. Ο κλόουν ούρλιαξε. Το πρόσωπό του στράβωσε και το βιολί άρχισε να σπάει στις άκρες. Ήταν κι εκείνος δυνατός. Μάζεψε ό,τι απέμεινε απ' το βιολί κι έπαιξε μια τελευταία, σπαρακτική μελωδία. Ήταν ένα κάλεσμα προς τα βάθη της ύπαρξης, στα έγκατα του κόσμου. Απ' το έδαφος ξεπήδησαν σκιές, δίχως μορφή. Όρμησαν προς τη Melody. Για μια στιγμή, ο φόβος την τύλιξε σαν παγωμένο πέπλο. Ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Κι έπειτα θυμήθηκε: η μελωδία δεν ήταν μόνο δική της. Ήταν όλων όσων είχαν χαθεί. Όλων όσων περίμεναν ν' ελευθερωθούν. Άρχισε πάλι να παίζει. Αυτή τη φορά, όχι για να νικήσει, μα για να σώσει.
Η μουσική της έγινε ποταμός. Έπλυνε τις σκιές, τις σκόρπισε στον άνεμο. Ο Wise άρχισε να συρρικνώνεται. Το γέλιο του μετατράπηκε σε στριγκλιά. Τελικά, -μ' ένα τελευταίο, πνιχτό επιφώνημα- εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω μόνο το κατεστραμμένο βιολί του. Η Melody έμεινε μόνη, ακουμπώντας λαχανιασμένη στο κέντρο της πλατείας. Το φλάουτο έκλαιγε στα χέρια της απ' την ένταση. Η πόλη ήταν σιωπηλή. Μα όχι νεκρή. Αργά, σα να ξυπνούσαν από βαθύ λήθαργο, οι άνθρωποι άρχισαν να εμφανίζονται απ' τα σπίτια. Τα μάτια τους, θολά άλλοτε, τώρα ξαναέλαμπαν.
Η Melody χαμογέλασε. Ήξερε πως η μάχη δεν είχε τελειώσει οριστικά. Πάντοτε θα υπήρχε κάποιος Wise, με κάποια σκοτεινή μελωδία. Τώρα, όμως, γνώριζε και κάτι άλλο. Η ελπίδα είχε ήχο. Κι όσο υπήρχαν ψυχές που μπορούσαν να τραγουδήσουν, το σκοτάδι δε θα κέρδιζε ποτέ το παιχνίδι! (Ελεά.Λιώ.)

Comments
Post a Comment