«Μοναχικός Φάρος...»
Η μοναξιά μπορεί να γίνει δύναμη ή και αδυναμία για τον καθένα. Η Αριάδνη, λοιπόν, επέλεξε να την αγκαλιάσει -όχι από επιλογή-, αλλά από ανάγκη. Ο Φάρος της, ορθωμένος σα μοναχικός γίγαντας στην άκρη του βράχου, ήταν το σπιτικό, ο κόσμος της, αλλά κι η φυλακή της. Είχε μάθει να ζει με τον διαρκή, αδιάκοπο θόρυβο της θάλασσας, τον σφηριχτό αέρα και το επαναλαμβανόμενο φως που έσχιζε τη νύχτα. Ήταν αυτή ο «φάρος», η φύλακας, η μοναδική κάτοικος του απομονωμένου τόπου.
Η Αριάδνη δε θυμόταν πότε ακριβώς είχε φτάσει εδώ. Ήταν παιδί ακόμη, όταν ο πατέρας της, ο προηγούμενος φαροφύλακας, την είχε φέρει μαζί του. Όταν πέθανε πριν χρόνια εκείνος, η Αριάδνη πήρε τη θέση του. Δεν υπήρχε άλλος ενδιαφερόμενος. Κι ίσως, βαθιά μέσα της, δεν ήθελε να υπάρξει άλλος. Η μοναξιά είχε γίνει πια η πανοπλία, η ασπίδα της απέναντι στον έξω κόσμο, έναν κόσμο που την είχε πληγώσει βαθιά.
Ο φάρος βρισκόταν σ' ένα μικρό βραχώδες νησί, αρκετά μακριά απ' την ακτή, ώστε να αισθάνεται αποκομμένη απ' τον πολιτισμό. Το τοπίο ήταν άγριο κι επιβλητικό, με απότομους βράχους που βουτούσαν στη θάλασσα. Ελάχιστη βλάστηση κατάφερνε να επιβιώνει στους δυνατούς ανέμους. Το καλοκαίρι, ο ήλιος έκαιγε ανελέητος, τον χειμώνα οι καταιγίδες σφυρηλατούσαν μανιωδώς το νησί. Δοκίμαζαν την αντοχή του φάρου και της Αριάδνης.
Η καθημερινότητά της ήταν απλή, ρυθμισμένη στις ανάγκες του φάρου. Ξυπνούσε πριν την ανατολή του ήλιου, ήλεγχε τις μηχανές, καθάριζε τους φακούς, φρόντιζε να υπάρχει πάντα αρκετό καύσιμο. Κατά το μεσημέρι πήγαινε στο χωριό δίπλα, για να κάνει τα απαραίτητα ψώνια. Προσπαθούσε να φτάσει μέσω απομονωμένων μονοπατιών, ώστε να μην συναντήσει κόσμο. Οι μεσημεριανοί χαιρετισμοί και τα καλησπέρα της χαλούσαν το κέφι. Έναν άνθρωπο χαιρετούσε μονάχα. Έναν βαρκάρη, παλιό φίλο του πατέρα της. Το καλησπέρα του της ζέσταινε την καρδιά. Αναμνήσεις ξεπρόβαλαν στον νου και την ψυχή της, μόλις τον αντίκριζε. Όπως τότε που έπεσε απ' τη βάρκα κι εκείνος προσπαθούσε να την τραβήξει μ' ένα καλάμι ψαρέματος ή τα βράδια που περνούσαν οι τρεις τους, πίνοντας ουίσκι. Τότε προσπαθούσε να τους κλέψει το ποτήρι για να δοκιμάσει λιγάκι, μα δεν την άφηναν, μια κι ήταν ανήλικη.
Η Αριάδνη δε θυμόταν πότε ακριβώς είχε φτάσει εδώ. Ήταν παιδί ακόμη, όταν ο πατέρας της, ο προηγούμενος φαροφύλακας, την είχε φέρει μαζί του. Όταν πέθανε πριν χρόνια εκείνος, η Αριάδνη πήρε τη θέση του. Δεν υπήρχε άλλος ενδιαφερόμενος. Κι ίσως, βαθιά μέσα της, δεν ήθελε να υπάρξει άλλος. Η μοναξιά είχε γίνει πια η πανοπλία, η ασπίδα της απέναντι στον έξω κόσμο, έναν κόσμο που την είχε πληγώσει βαθιά.
Ο φάρος βρισκόταν σ' ένα μικρό βραχώδες νησί, αρκετά μακριά απ' την ακτή, ώστε να αισθάνεται αποκομμένη απ' τον πολιτισμό. Το τοπίο ήταν άγριο κι επιβλητικό, με απότομους βράχους που βουτούσαν στη θάλασσα. Ελάχιστη βλάστηση κατάφερνε να επιβιώνει στους δυνατούς ανέμους. Το καλοκαίρι, ο ήλιος έκαιγε ανελέητος, τον χειμώνα οι καταιγίδες σφυρηλατούσαν μανιωδώς το νησί. Δοκίμαζαν την αντοχή του φάρου και της Αριάδνης.
Η καθημερινότητά της ήταν απλή, ρυθμισμένη στις ανάγκες του φάρου. Ξυπνούσε πριν την ανατολή του ήλιου, ήλεγχε τις μηχανές, καθάριζε τους φακούς, φρόντιζε να υπάρχει πάντα αρκετό καύσιμο. Κατά το μεσημέρι πήγαινε στο χωριό δίπλα, για να κάνει τα απαραίτητα ψώνια. Προσπαθούσε να φτάσει μέσω απομονωμένων μονοπατιών, ώστε να μην συναντήσει κόσμο. Οι μεσημεριανοί χαιρετισμοί και τα καλησπέρα της χαλούσαν το κέφι. Έναν άνθρωπο χαιρετούσε μονάχα. Έναν βαρκάρη, παλιό φίλο του πατέρα της. Το καλησπέρα του της ζέσταινε την καρδιά. Αναμνήσεις ξεπρόβαλαν στον νου και την ψυχή της, μόλις τον αντίκριζε. Όπως τότε που έπεσε απ' τη βάρκα κι εκείνος προσπαθούσε να την τραβήξει μ' ένα καλάμι ψαρέματος ή τα βράδια που περνούσαν οι τρεις τους, πίνοντας ουίσκι. Τότε προσπαθούσε να τους κλέψει το ποτήρι για να δοκιμάσει λιγάκι, μα δεν την άφηναν, μια κι ήταν ανήλικη.
Το βράδυ, άναβε τον φάρο. Παρακολουθούσε το φως να σαρώνει τη θάλασσα, καθοδηγώντας τα πλοία με ασφάλεια. Στον ελεύθερο χρόνο της, διάβαζε βιβλία που το πλοίο ανεφοδιασμού μετέφερε μια φορά τον μήνα. Έγραφε στο ημερολόγιο της και ζωγράφιζε πίνακες με θέμα τη θάλασσα και τον φάρο.
Η μοναξιά, όμως, είχε και το τίμημά της. Υπήρχαν νύχτες που η Αριάδνη ένιωθε να την πνίγει η απουσία της ανθρώπινης επαφής. Θυμόταν στιγμές απ' το παρελθόν: χαμόγελα, αγκαλιές, συζητήσεις. Αναρωτιόταν πώς θα ήταν να ζούσε μια φυσιολογική ζωή -με φίλους, έρωτα, οικογένεια-. Αλλά οι σκέψεις αυτές έμοιαζαν απαγορευμένοι καρποί, γλυκείς στην αρχή, γεμάτοι τύψεις και πόνο στο τέλος.
Ένα βράδυ, στη διάρκεια μιας σφοδρής καταιγίδας, η Αριάδνη άκουσε έναν θόρυβο. Έναν θόρυβο διαφορετικό από τον συνηθισμένο βρυχηθμό της θάλασσας και του ανέμου. Έμοιαζε με χτύπημα, σαν κάποιος να χτυπούσε την πόρτα απεγνωσμένα. Διστακτικά άνοιξε κι είδε έναν άντρα στην πόρτα. Ήταν τραυματισμένος, βρεγμένος ως το κόκαλο κι έτρεμε απ' το κρύο. Τον έβαλε μέσα, τον τύλιξε με κουβέρτες και του 'δωσε ζεστό τσάι. Ο άντρας ονομαζόταν Αχιλλέας. Ήταν ναυτικός και το πλοίο του είχε ναυαγήσει στα βράχια κοντά στο νησί. Η Αριάδνη τον περιέθαλψε και τον φρόντισε. Μέρα με τη μέρα, ο Αχιλλέας γινόταν καλύτερα. Της έλεγε ιστορίες απ' τα ταξίδια του: για μακρινές χώρες, εξωτικά λιμάνια και παράξενους ανθρώπους. Η Αριάδνη άκουγε μ' ενδιαφέρον. Ένιωθε -για πρώτη φορά μετά από χρόνια- να ξυπνά μέσα της μια σπίθα περιέργειας και ενθουσιασμού, όπως τότε με το ουίσκι.
Όσο περνούσαν οι μέρες, η Αριάδνη κι ο Αχιλλέας έδεναν όλο και περισσότερο. Μιλούσαν για το όνειρα, τις ελπίδες και τους φόβους τους. Η Αριάδνη άρχισε να βλέπει τον κόσμο μ' άλλα μάτια. Ο Αχιλλέας της έδειξε ότι η ζωή δεν ήταν μοναξιά και καθήκον μόνο, αλλά περιπέτεια, αγάπη και συντροφικότητα. Εκείνη τον εξοικείωσε με τα κατατόπια του φάρου. Ένα δεύτερο χέρι της ήταν χρήσιμο. Μάλιστα, του γνώρισε και τον βαρκάρη. Από κείνη τη στιγμή τα βράδια τους έμοιαζαν, όπως παλιά. Όλοι μαζεμένοι, λέγοντας ιστορίες και πίνοντας ουίσκι. Τώρα βέβαια μπορούσε να πίνει κι αυτή, χωρίς να χρειάζεται να καταστρώνει απαίσια σχέδια, για να κλέψει μια γουλίτσα.
Ωστόσο, η παραμονή του Αχιλλέα στο νησί δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Είχε κι αυτός μια οικογένεια να προσέξει, μια ζωή να ζήσει. Η Αριάδνη το γνώριζε, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Είχε συνηθίσει την παρουσία, τη φωνή, το χαμόγελό του. Φοβόταν ότι, αν έφευγε, η ζωή της θα ήταν πάλι ένα κενό.
Η μέρα του αποχαιρετισμού έφτασε. Το πλοίο ανεφοδιασμού ήρθε να πάρει και τον Αχιλλέα. Η Αριάδνη τον συνόδευσε μέχρι την προβλήτα, γεμάτη δάκρυα στα μάτια. Εκείνος την αγκάλιασε σφιχτά και της είπε:
«Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, Αριάδνη. Μου έσωσες τη ζωή, μου έδειξες τι σημαίνει να ζεις αληθινά».
Τη φίλησε απαλά στο μέτωπο κι ανέβηκε στο πλοίο. Η Αριάδνη έβλεπε ν' απομακρύνεται, μέχρι που χάθηκε στον ορίζοντα το πλοίο.
Επέστρεφε στον φάρο. Ξανά μόνη. Αυτή τη φορά η μοναξιά δεν ήταν ίδια. Δεν ήταν πια φυλακή, αλλά ένας χώρος περισυλλογής, αναμονής. Η Αριάδνη ήξερε ότι ο Αχιλλέας θα επέστρεφε. Κι αν δεν το έκανε, θα είχε πάντα στην καρδιά της την ανάμνηση της αγάπης του. Αυτής που είχε ανθίσει στον φάρο. Ανάμεσα σε δύο μοναχικούς ανθρώπους που βρήκαν ο ένας στον άλλον το φως που πάντοτε έψαχναν! (Χρ.Ελ.)

Comments
Post a Comment