«Αρκούσε για μια Ζωή...»
Τέλη δεκαετίας του '80. Ο Αχιλλέας και η Αλεξία στέκονται στο χιονισμένο προαύλιο ενός μικρού σιδηροδρομικού σταθμού, κάπου στη Βόρεια Ελλάδα. Ο παγωμένος χιονιάς τους τυλίγει με τις φτερούγες του. Δεν τους νοιάζει. Το μόνο που έχει σημασία -και για τους δύο- είναι πως κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου, σφραγίζοντας την τελευταία κοινή τους στιγμή.
Ο Αχιλλέας πρέπει να φύγει. Έχει βρει δουλειά στη Γερμανία, όπως τόσοι νέοι της εποχής. Για ένα καλύτερα μέλλον, ίσως για κάποιο κοινό μέλλον... Η Αλεξία δεν μπορεί να ακολουθήσει. Η οικογένεια, το σπίτι, όλη της η ζωή είναι εδώ. Ξέρουν και οι δύο πως ίσως δε συναντηθούν ξανά.
Το τρένο σφυρίζει τη στιγμή της αναχώρησης. Ο Αχιλλέας παίρνει βαθιά ανάσα κι ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό της. «Θα σε περιμένω!», της ψιθυρίζει.
Η Αλεξία δεν απαντάει. Χαμογελάει πικρά κι αφήνει το χέρι του, με μάτια γεμάτα δάκρυα. Το τρένο ξεκινά κι εκείνη μένει πίσω, να τον κοιτάζει να απομακρύνεται. Μέχρι που χάνεται μέσα στη νύχτα.
Ένα γράμμα θα φτάσει λίγους μήνες αργότερα, γεμάτο υποσχέσεις. Μα, η ζωή εξυφαίνει πάντα τα δικά της σχέδια. Πάντοτε, αναπόδραστα!
Για μέρες, μετά την αναχώρηση του Αχιλλέα, η Αλεξία επισκέπτεται τον σταθμό σε καθημερινή βάση. Κάθε απόγευμα. Δεν περιμένει κάτι. Απλά στέκεται εκεί, σαν να μπορεί ή σα να θέλει να τον φέρει πίσω με τη σκέψη της. Η ζωή συνεχίζεται. Μέσα της, σιγοκαίει μια κρυφή ελπίδα. Πως ίσως δεν πάνε καλά τα πράγματα και γυρίσει. Μα κι εδώ δεν υπάρχει ελπίδα...
Ένα πρωί λαμβάνει το πρώτο του γράμμα. Της γράφει για την ζωή στη Γερμανία, για τη δουλεία του, για το πόσο του λείπει...
Το τρένο σφυρίζει τη στιγμή της αναχώρησης. Ο Αχιλλέας παίρνει βαθιά ανάσα κι ακουμπάει το μέτωπό του στο δικό της. «Θα σε περιμένω!», της ψιθυρίζει.
Η Αλεξία δεν απαντάει. Χαμογελάει πικρά κι αφήνει το χέρι του, με μάτια γεμάτα δάκρυα. Το τρένο ξεκινά κι εκείνη μένει πίσω, να τον κοιτάζει να απομακρύνεται. Μέχρι που χάνεται μέσα στη νύχτα.
Ένα γράμμα θα φτάσει λίγους μήνες αργότερα, γεμάτο υποσχέσεις. Μα, η ζωή εξυφαίνει πάντα τα δικά της σχέδια. Πάντοτε, αναπόδραστα!
Για μέρες, μετά την αναχώρηση του Αχιλλέα, η Αλεξία επισκέπτεται τον σταθμό σε καθημερινή βάση. Κάθε απόγευμα. Δεν περιμένει κάτι. Απλά στέκεται εκεί, σαν να μπορεί ή σα να θέλει να τον φέρει πίσω με τη σκέψη της. Η ζωή συνεχίζεται. Μέσα της, σιγοκαίει μια κρυφή ελπίδα. Πως ίσως δεν πάνε καλά τα πράγματα και γυρίσει. Μα κι εδώ δεν υπάρχει ελπίδα...
Ένα πρωί λαμβάνει το πρώτο του γράμμα. Της γράφει για την ζωή στη Γερμανία, για τη δουλεία του, για το πόσο του λείπει...
«Μην με ξεχάσεις ποτέ!» σημειώνει στο τέλος. Η Αλέξια δε θέλει ν' απαντήσει. Τι να του πει, άλλωστε; Πως κάθε βράδυ μουσκεύει με δάκρυα το μαξιλάρι, απ' την ελπίδα να ξυπνήσει δίπλα του; Πως κάθε φορά π' ακούει το σφύριγμα του τρένου η καρδιά ραγίζει απ' το καρδιοχτύπι; Ή πως ο νους, μετανάστης ήδη, τον συντροφεύει γοερά;
Οι μήνες περνούν. Τα γράμματα συνεχίζουν να έρχονται. Δεν ακολουθούν απαντήσεις. Σιγά-σιγά τα γράμματα αραιώνουν, λιγοστεύουν, μέχρι που σταματούν.
Η Αλεξία γνώριζε πως αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Οι αποστάσεις δεν είναι εύκολες κι η ζωή πάντα βρίσκει τρόπους ν' απομακρύνει τους ανθρώπους. Ένα παραπάνω, μοιάζει αμείλικτη με τους ερωτευμένους. Πυροβολεί «κατά ρυπάς», εξαϋλώνοντας κάθε ίχνος συναισθήματος. Ίσως αυτό ν' αποτελεί και την ουσία της αγάπης: η εμμονή στη μνήμη και μια πίστη αδιαπραγμάτευτη στην εξιδανίκευση του άλλου.
Ένα βράδυ, καθώς η Αλεξία περπατά δίπλα στις ράγες, ψιθυρίζει: «Είναι ο έρωτας το ταξίδι των ερωτευμένων;» κι απαντά, μονολογώντας:
Ένα βράδυ, καθώς η Αλεξία περπατά δίπλα στις ράγες, ψιθυρίζει: «Είναι ο έρωτας το ταξίδι των ερωτευμένων;» κι απαντά, μονολογώντας:
«Τελικά, ίσως δεν έχει σημασία σε ποιο σημείο της διαδρομής βρίσκονται δυο άνθρωποι, αλλά πόσο αγαπήθηκαν στη διάρκεια της πορείας!»
Στην κομβική εκείνη στιγμή, αποφάσισε να πάψει πια να περιμένει. Και συνέχισε να ζει. Η ψυχή της «κλείδωσε» τη μέρα του αποχωρισμού στον σταθμό των τρένων στο πολύτιμο σεντούκι των αναμνήσεων και δεν την ανέσυρε πια. Είχε κατανοήσει πως η αγάπη που έζησε δε θα χανόταν ποτέ. Απλά θα μετατρεπόταν σε μια γλυκόπικρη θύμηση.
Μήνες μετά το ταξίδι του Αχιλλέα σκέφτηκε: «Τι κι αν έχει πια βρει άλλη;» Την επομένη ένα γράμμα έφτασε στο σπίτι. Υποθέτοντας πως η προηγούμενη σκέψη έμοιαζε με οπισθοχώρηση, αποφάσισε να μην αναλωθεί ξανά σε τοξικότητες. Επέλεξε να διατηρήσει μονάχα τα θετικά της σχέσης. Γι' αυτό δίστασε για μια ακόμη φορά να του απαντήσει. Ήθελε να τελειώσει όσο ομορφότερα γινόταν. Παρόλο που πονούσε, όπως κι εκείνος! Φύλαξε, λοιπόν, πολύτιμο θησαυρό του μυαλού το τρένο τ' αποχαιρετισμού, να χάνεται στην παγωμένη νύχτα. Δεν άνοιξε το γράμμα του. Δεν απάντησε πατέ! Συνέχισε να ζει. Άφησε κι εκείνον να πορευτεί στη ζωή του.
Ας επιβίωνε μονάχα η ανάμνηση του κινούμενου τρένου. Αρκούσε για μια Ζωή! (Γεωρ.Διβ.)

Comments
Post a Comment