«Ούτε για τ' αναγκαία!»


Ήταν μια φορά κι έναν άλλον καιρό δυο άντρες, ο Νίκος κι ο Τάσος. Παίζανε συχνά χαρτιά στο καφενείο του χωριού. Πριν δύο χρόνια, πού να ήξεραν  ότι κάποτε θα συναντιούνταν ξανά και θα περνούσαν το απόγευμα μαζί, πάλι στο καφενείο. Παίζοντας για μια φορά ακόμη την αγαπημένη τους ποκίτσα. 
    Η ιστορία ξεκινάει πριν πολλά χρόνια, όταν ο Νίκος, γιός πλούσιας οικογένειας, αποφάσισε να ασχοληθεί με το Εμπόριο Υφασμάτων, ανοίγοντας ένα μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας. Στην αρχή, είχε δυσκολευτεί πολύ, παρόλο που είχε την βοήθεια των γονιών του. Ήταν άπειρος στον τομέα του εμπορίου. Εκεί ο Νίκος γνώρισε τον Θανάση ιδιοκτήτη μεγάλου καταστήματος με υφάσματα. Ο Θανάσης έδειξε πρόθυμος να βοηθήσει τον Νίκο και να του μάθει κάποια
βασικά για το επάγγελμα. Ωστόσο, με τον καιρό η σχέση του Νίκου με τον Θανάση εξελίχθηκε από επαγγελματική σε φιλική. Ο Θανάσης είχε ένα
πάθος, τα χαρτιά. Κάθε εβδομάδα έχανε μεγάλα ποσά σ' αυτά, κάτι που προφανώς δε γνώριζε ο Νίκος. Εκείνη την εποχή είχε κι αυτός κάποια προβλήματα με την επιχείρησή του κι έτσι ζήτησε χρήματα απ' τον Θανάση, με τον οποίο
πλέον είχαν γίνει κολλητοί. Εκείνος του εξομολογήθηκε πως δεν έχει να του δανείσει, αλλά δεν του είπε το γιατί. Ο Νίκος ρώτησε πού αλλού μπορεί να βρει χρήματα κι ο Θανάσης του πρότεινε να παίξει χαρτιά, χωρίς να του 'χει πει πόσα λεφτά έχει χάσει ο ίδιος εκεί. Στην αρχή ο
Νίκος ήταν αρνητικός στην ιδέα, αλλά έπειτα πείστηκε να πάει με τον Θανάση στη Λέσχη. Πρώτα, ο Νίκος κατάφερε να κερδίσει ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Έτσι εξόφλησε πολλά απ' τα χρέη του. Τις επόμενες μέρες, πιστεύοντας ότι θα συνεχίσει να κερδίζει ξαναπήγε -μόνος του αυτήν την φορά- στη Λέσχη, έχοντας στην τσάντα ένα πολύ μεγάλο ποσό, που είχε δανειστεί από τους γονείς του, λέγοντας ότι τα χρειάζεται για να πληρώσει κάποιους προμηθευτές. Η ώρα
πέρναγε κι ο Νίκος έχανε όλο και περισσότερα. Όμως, δεν σταματούσε, πιστεύοντας ότι στην επόμενη γύρα θα ρεφάρει. Στο τέλος της νύχτας, ο Νίκος είχε χάσει τα χρήματα που του δάνεισαν οι γονείς του κι αναγκάστηκε να φύγει. Την επομένη, όταν οι προμηθευτές έφεραν τα υφάσματα, δεν είχε αρκετά, να τους ξεχρεώσει. Δέχτηκαν να τους τα χρωστάει. Από τότε, όσα χρήματα έβγαζε απ' το μαγαζί, τα έριχνε στα χαρτιά. Δεν κρατούσε δραχμή για προμηθευτές ή συνεργάτες! Όσο περνούσε ο καιρός, χρωστούσε και περισσότερα. Κάποιοι προμηθευτές αρνούνταν να του δώσουν εμπορεύματα πια. Αποτέλεσμα; Δεν είχε επαρκή υφάσματα για τους πελάτες. Τα λιανομάγαζα σταμάτησαν να παραγγέλνουν υφάσματα και το μαγαζάκι του πήγαινε απ'  το κακό στο χειρότερα. Κάποια στιγμή, οι γονείς  κατάλαβαν πως ο Νίκος χαρτοπαίζει και σταμάτησαν να του δανείζουν. Τα κέρδη του μαγαζιού μειώνονταν, τα χρέη ιλιγγιωδώς αυξάνονταν. Ο Νίκος χρειάστηκε να κλείσει το μαγαζί. Είχε χάσει τα πάντα. Το μόνο που απέμεινε ήταν το σπίτι στο χωριό που του κληροδότησε η γιαγιά. 
    Μια μέρα μάζεψε τα αποκαΐδια του κι έφυγε για το χωριό του. Είχε περάσει εκεί μέρος των παιδικών του χρόνων. Θα δούλευε ως εργάτης, ως γεωργός, ως κτηνοτρόφος. Κάτι, τελοσπάντων, που να μη σχετίζεται μ' εμπόριο. Σίγουρα χειρονακτική δουλειά, για να ξεχνιέται το μυαλό από τις εξαρτήσεις! Κι εκεί, όμως, συνάντησε έναν παιδικό φίλο, τον Τάσο. Κάνανε πολλή παρέα παλιά. Πριν χρόνια. Ο Τάσος ήταν εργάτης και γιός πολύ φτωχής οικογένειας. Με τον Νίκο είχαν κοινό πάθος το χαρτί. Νίκος και Τάσος ενώθηκαν στη μιζέρια τους. Κάθε απόγευμα έπαιζαν στο καφενείο του χωριού! Αυτήν τη φορά χωρίς χρήματα. Κανένας τους δεν είχε! Ούτε για τ' αναγκαία! (Β.Σ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»