«Το ρολόι της Αγάπης»
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πόλη, όπου οι άνθρωποι έτρεχαν χωρίς να κοιτάζουν γύρω τους, ζούσε ένας κύριος μ' ένα παλιό ρολόι στο χέρι. Μα δεν ήταν σαν τ' άλλα συνηθισμένα ρολόγια που μετρούν ώρες και λεπτά. Απεναντίας, αυτό μετρούσε χαμόγελα που δεν χαρίστηκαν, όνειρα που χάθηκαν κι αγκαλιές που δεν δόθηκαν ποτέ. Κάθε φορά που το κοίταζε, το ρολόι έλαμπε απαλά. Του έδειχνε τις χαμένες του στιγμές. Σα μικρές σταγόνες από έναν κόσμο που κάποτε ήταν δικός του. Ο καιρός κυλούσε ήσυχα, τα δέντρα ντύνονταν και ξεντύνονταν τα φύλλα τους, οι εποχές άλλαζαν ρούχα κι εκείνος έμενε πάντα ίδιος. Μόνος, αθόρυβος και παγιδευμένος σ ένα ατελείωτο τικ-τακ των αναμνήσεων του ώσπου μια μέρα, σε έναν δρόμο που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη, άκουσε ένα γέλιο. Ήταν τόσο ελαφρύ και γλυκό που έμοιαζε με άνεμο που παίζει με τα φύλλα. Τράβηξε τα κλαδιά ενός παλιού φράχτη και βρέθηκε μπροστά σε έναν μυστικό κήπο, γεμάτο λουλούδια που μοιάζαν να ψιθυρίζουν παραμύθια. Στο κέντρο του κήπου, μια κυρία χόρευε με γυμνά πόδια στο γρασίδι, γελώντας όπως γελούν όσοι ξέρουν να αγαπούν τη ζωή. Ένα πουλί κόκκινο πετούσε σε κύκλους πάνω από το κεφάλι της, τραγουδώντας έναν σκοπό, τόσο όμορφο που έμοιαζε ν' ανήκει σε άλλη εποχή.
Ο κύριος στάθηκε μαγεμένος. Το ρολόι στο χέρι του άρχισε να πάλλεται, σα να είχε καρδιά που ξυπνούσε από βαθύ ύπνο. Η κυρία τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια της, χωρίς να μιλήσει, προσκαλώντας τον. Όταν τα χέρια τους αγγίχτηκαν, το ρολόι έσβησε, σώπασε. Δε χρειαζόταν πια να μετράει τις χαμένες στιγμές. Είχε βρει μια στιγμή που δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε αυγή τους έβρισκε να χορεύουν μαζί -ανάμεσα σε τριαντάφυλλα και γιασεμιά-, κάτω απ' τον ίδιο ουρανό. Τα γέλια τους ενώνονταν με τα τραγούδια του κόκκινου πουλιού κι οι καρδιές τους χτυπούσαν στον ρυθμό μιας αγάπης τόσο αληθινής που ο χρόνος ντρεπόταν να σταθεί μπροστά τους. Ο κόσμος τους είχε απλά αλλάξει. Ήταν γεμάτος από απλά θαύματα, όπως το φως της αυγής και το άγγιγμα ενός χεριού.
Ο κύριος στάθηκε μαγεμένος. Το ρολόι στο χέρι του άρχισε να πάλλεται, σα να είχε καρδιά που ξυπνούσε από βαθύ ύπνο. Η κυρία τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια της, χωρίς να μιλήσει, προσκαλώντας τον. Όταν τα χέρια τους αγγίχτηκαν, το ρολόι έσβησε, σώπασε. Δε χρειαζόταν πια να μετράει τις χαμένες στιγμές. Είχε βρει μια στιγμή που δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε αυγή τους έβρισκε να χορεύουν μαζί -ανάμεσα σε τριαντάφυλλα και γιασεμιά-, κάτω απ' τον ίδιο ουρανό. Τα γέλια τους ενώνονταν με τα τραγούδια του κόκκινου πουλιού κι οι καρδιές τους χτυπούσαν στον ρυθμό μιας αγάπης τόσο αληθινής που ο χρόνος ντρεπόταν να σταθεί μπροστά τους. Ο κόσμος τους είχε απλά αλλάξει. Ήταν γεμάτος από απλά θαύματα, όπως το φως της αυγής και το άγγιγμα ενός χεριού.
Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά, κι ακόμη καλύτερα. Το ρολόι τους κοιμόταν βαθιά θαμμένο στη γη, εκεί όπου το τικ-τακ δεν είχε καμία δύναμη. Και κάθε φορά, που το πουλί τραγουδά, οι άνθρωποι λένε πως κάπου εκεί κοντά, δυο καρδιές συνεχίζουν να χορεύουν μαζί. Για πάντα! (Τ.Συγκ.)

Comments
Post a Comment