«Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των ερωτευμένων...»
Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των ερωτευμένων, ένα ταξίδι δίχως πάντα εύκολο προορισμό.
Η ιστορία αρχίζει το 2009 στο προαύλιο του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Συναντιούνται για πρώτη φορά κι ερωτεύονται δύο φοιτητές, ο Άλκης κι η Μαργαρίτα. Εκείνος σπουδάζει στο πρώτο έτος, πολιτικός μηχανικός κι εκείνη έχει εισαχθεί στην Ιατρική Σχολή. Οι δύο νέοι περνούν μια όμορφη και δημιουργική φοιτητική ζωή, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν μεταξύ τους δυνατή συντροφική σχέση.
Η ιστορία αρχίζει το 2009 στο προαύλιο του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Συναντιούνται για πρώτη φορά κι ερωτεύονται δύο φοιτητές, ο Άλκης κι η Μαργαρίτα. Εκείνος σπουδάζει στο πρώτο έτος, πολιτικός μηχανικός κι εκείνη έχει εισαχθεί στην Ιατρική Σχολή. Οι δύο νέοι περνούν μια όμορφη και δημιουργική φοιτητική ζωή, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν μεταξύ τους δυνατή συντροφική σχέση.
Τα χρόνια κυλούν γρήγορα κι ήρεμα, ώσπου φτάνει η ώρα της αποφοίτησης. Το 2017 η Μαργαρίτα εκφράζει έντονα την επιθυμία να εργαστεί στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, ενώ την ίδια χρονιά ο Άλκης διορίζεται σε μια κρατική υπηρεσία μ' εξαιρετικές προοπτικές εξέλιξης και υψηλό μισθό. Κάπου εδώ, διακόπτεται το ταξίδι των ερωτευμένων. Αλλάζει προορισμό ή συνεχίζει δίχως στόχο;
Η Μαργαρίτα -με πολλή σκέψη- αποφασίζει να δεχθεί την πρόταση στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Μετακομίζει στη Σομαλία, όπου θα εργαστεί, φροντίζοντας τους κατοίκους της περιοχής. Ο Άλκης δε θα την ακολουθήσει στο ταξίδι της. Την υποστηρίζει, όμως, στην απόφασή της. Έχει αναλάβει σημαντική θέση εργασίας και δυσκολεύεται να κάνει σύντομα νέα αλλαγή στη ζωή του. Ωστόσο, υποφέρει απίστευτα για τον αποχωρισμό απ' την αγαπημένη του. Το ίδιο βασανίζεται κι η Μαργαρίτα, η οποία μάλιστα νιώθει αρκετά υπεύθυνη για την κατάσταση.
Δεκέμβριος του 2017. Βρισκόμαστε στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Ο Άλκης συνοδεύει τη Μαργαρίτα στο ταξίδι της. Πρόκειται να πάει με το τρένο στην Αθήνα κι από εκεί με τους υπόλοιπους γιατρούς της αποστολής να φτάσουν αεροπορικώς στην Αφρική. Οι δυο νέοι -λιγομίλητοι, σοβαροί και λυπημένοι για τον χωρισμό-, δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Κρατά σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου, χαμηλώνουν το βλέμμα κι επιχειρούν να παγώσουν τον χρόνο, για λίγο. Τα βήματά τους, αργά και μακρόσυρτα, αποκαλύπτουν τον πόνο τους, που 'ναι ζωγραφισμένος στα πρόσωπά τους. Φτάνει η στιγμή που η Μαργαρίτα πρέπει να επιβιβαστεί στο τρένο. Τον αγκαλιάζει στοργικά, του χαϊδεύει τα μαλλιά και του δίνει έναν φάκελο, που βγάζει βιαστικά απ' την τσάντα. Ο Άλκης παίρνει μηχανικά τον φάκελο, της εύχεται καλό ταξίδι και γυρίζει το πρόσωπό του από την άλλη. Δε θέλει να δει η αγαπημένη τα δάκρυα στα μάτια του.
Το τρένο περνά από μπροστά του, αργά και βασανιστικά. Αισθάνεται πως μαζί χάνεται κι η ζωή του. Δεν μπορεί ν' αναπνεύσει. Το χιόνι έχει παγώσει κάθε σημείο του σώματος, κυρίως την ψυχή του. Έμεινε ζωντανός-νεκρός, σ' ένα κάτασπρο τοπίο. Να κάνει αντίθεση με τη μαυρισμένη του ψυχή. Δεν ξέρει πώς οφείλει ν' αντιδράσει. Κάθεται σ' ένα μισοχιονισμένο παγκάκι. Προσπαθεί να μαζέψει τα συντρίμμια του. Ξαφνικά, αντιλαμβάνεται πως στο χέρι κρατά το γράμμα της Μαργαρίτας. Με παγωμένα δάχτυλα σκίζει τον φάκελο. Η καρδιά του χτυπά δυνατά. Ξεκινά την ανάγνωση. Σε δυο λεπτά, καταλαβαίνει πως ο χιονιάς δεν έχει τόση δύναμη πάνω του, όση η απόγνωσή του.
Η Μαργαρίτα -με πολλή σκέψη- αποφασίζει να δεχθεί την πρόταση στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Μετακομίζει στη Σομαλία, όπου θα εργαστεί, φροντίζοντας τους κατοίκους της περιοχής. Ο Άλκης δε θα την ακολουθήσει στο ταξίδι της. Την υποστηρίζει, όμως, στην απόφασή της. Έχει αναλάβει σημαντική θέση εργασίας και δυσκολεύεται να κάνει σύντομα νέα αλλαγή στη ζωή του. Ωστόσο, υποφέρει απίστευτα για τον αποχωρισμό απ' την αγαπημένη του. Το ίδιο βασανίζεται κι η Μαργαρίτα, η οποία μάλιστα νιώθει αρκετά υπεύθυνη για την κατάσταση.
Δεκέμβριος του 2017. Βρισκόμαστε στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Ο Άλκης συνοδεύει τη Μαργαρίτα στο ταξίδι της. Πρόκειται να πάει με το τρένο στην Αθήνα κι από εκεί με τους υπόλοιπους γιατρούς της αποστολής να φτάσουν αεροπορικώς στην Αφρική. Οι δυο νέοι -λιγομίλητοι, σοβαροί και λυπημένοι για τον χωρισμό-, δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Κρατά σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου, χαμηλώνουν το βλέμμα κι επιχειρούν να παγώσουν τον χρόνο, για λίγο. Τα βήματά τους, αργά και μακρόσυρτα, αποκαλύπτουν τον πόνο τους, που 'ναι ζωγραφισμένος στα πρόσωπά τους. Φτάνει η στιγμή που η Μαργαρίτα πρέπει να επιβιβαστεί στο τρένο. Τον αγκαλιάζει στοργικά, του χαϊδεύει τα μαλλιά και του δίνει έναν φάκελο, που βγάζει βιαστικά απ' την τσάντα. Ο Άλκης παίρνει μηχανικά τον φάκελο, της εύχεται καλό ταξίδι και γυρίζει το πρόσωπό του από την άλλη. Δε θέλει να δει η αγαπημένη τα δάκρυα στα μάτια του.
Το τρένο περνά από μπροστά του, αργά και βασανιστικά. Αισθάνεται πως μαζί χάνεται κι η ζωή του. Δεν μπορεί ν' αναπνεύσει. Το χιόνι έχει παγώσει κάθε σημείο του σώματος, κυρίως την ψυχή του. Έμεινε ζωντανός-νεκρός, σ' ένα κάτασπρο τοπίο. Να κάνει αντίθεση με τη μαυρισμένη του ψυχή. Δεν ξέρει πώς οφείλει ν' αντιδράσει. Κάθεται σ' ένα μισοχιονισμένο παγκάκι. Προσπαθεί να μαζέψει τα συντρίμμια του. Ξαφνικά, αντιλαμβάνεται πως στο χέρι κρατά το γράμμα της Μαργαρίτας. Με παγωμένα δάχτυλα σκίζει τον φάκελο. Η καρδιά του χτυπά δυνατά. Ξεκινά την ανάγνωση. Σε δυο λεπτά, καταλαβαίνει πως ο χιονιάς δεν έχει τόση δύναμη πάνω του, όση η απόγνωσή του.
Η Μαργαρίτα ζητά να χωρίσουν. Δεν επιθυμεί να τον εγκλωβίσει σε μια σχέση εξ αποστάσεως, με αβέβαιο μέλλον. Η παγωνιά έχει διαπεράσει κάθε σημείο στο σώμα, έχει φωλιάσει στην ψυχή, έχει παγώσει τα δάκρυά του.
Ιούνιος 2019. Ο χρόνος περνά. Βρίσκει το ζευγάρι να βαδίζει διαφορετικές διαδρομές. Καταξιωμένοι, γεμάτοι δημιουργικότητα και προσωπική επιτυχία. Δίχως, όμως, αγάπη κι ευτυχία. Η Μαργαρίτα εργάζεται ακατάπαυστα. Βοηθά με κάθε τρόπο ασθενείς της περιοχής. Οι κάτοικοι την αγαπούν, δείχνουν ευγνωμοσύνη για την ανιδιοτελή προσφορά. Άξαφνα, η ζωή της βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο. Εξαιτίας σφοδρών βροχοπτώσεων, πλημμυρίζει το αυτοσχέδιο ιατρείο κι η Μαργαρίτα, με τους άλλους γιατρούς, παλεύουν να σώσουν φάρμακα κι ιατρικό υλικό. Ώρες είναι εκτεθειμένοι στην απίστευτη καταιγίδα. Την επομένη ανεβάζει υψηλό πυρετό. Παρά την προσπάθεια των συναδέλφων, ο πυρετός δεν υποχωρεί. Σύντομα θα διαγνωστεί με πνευμονία, βαριάς μορφής.
Ιούνιος 2019. Ο χρόνος περνά. Βρίσκει το ζευγάρι να βαδίζει διαφορετικές διαδρομές. Καταξιωμένοι, γεμάτοι δημιουργικότητα και προσωπική επιτυχία. Δίχως, όμως, αγάπη κι ευτυχία. Η Μαργαρίτα εργάζεται ακατάπαυστα. Βοηθά με κάθε τρόπο ασθενείς της περιοχής. Οι κάτοικοι την αγαπούν, δείχνουν ευγνωμοσύνη για την ανιδιοτελή προσφορά. Άξαφνα, η ζωή της βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο. Εξαιτίας σφοδρών βροχοπτώσεων, πλημμυρίζει το αυτοσχέδιο ιατρείο κι η Μαργαρίτα, με τους άλλους γιατρούς, παλεύουν να σώσουν φάρμακα κι ιατρικό υλικό. Ώρες είναι εκτεθειμένοι στην απίστευτη καταιγίδα. Την επομένη ανεβάζει υψηλό πυρετό. Παρά την προσπάθεια των συναδέλφων, ο πυρετός δεν υποχωρεί. Σύντομα θα διαγνωστεί με πνευμονία, βαριάς μορφής.
Η αντιβίωση δε βοηθά κι η κατάστασή της κρίνεται σοβαρή. Για μέρες...
Η περιοχή έχει καταστραφεί απ' τα επικίνδυνα, καιρικά φαινόμενα. Οι κάτοικοι θα χρειαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ν' αναζητήσουν νέα Γη. Επιβιβάζονται στο τρένο και ξεκινούν. Η Μαργαρίτα έχει αναρρώσει. Πρέπει να μετακομίσει κι αυτή. Όλες τις ημέρες, ανήμπορη στο κρεβάτι του πόνου, ταξιδεύει το μυαλό κι η καρδιά της διαρκώς στον Άλκη. Της είναι αδύνατο να σκεφτεί και ως πιθανότητα έστω το να πεθάνει, χωρίς να ξαναδεί τον άντρα που σημάδεψε τη ζωή της. θέλει -όσο τίποτε άλλο- να τρέξει κοντά του. Να του φωνάξει πως η ζωή χωρίς έρωτα είναι μια ζωή άδεια. Θέλει να τον αγκαλιάσει σφικτά και να μην τον ξαναφήσει.
Όλον αυτόν τον καιρό μάθαινε νέα του Άλκη, μέσω του Μάρκου, του κοινού τους φίλου και συμφοιτητή. Μάθαινε για τις επαγγελματικές του επιτυχίες, για την κοινωνική αναγνωρισιμότητα. Μάθαινε και για τη μοναχική του ζωή, καθώς δε θέλησε να δημιουργήσει νέα σχέση. Πόσο θα ήθελε να είχε δεύτερη ευκαιρία μαζί του, να φωνάξει με όλη τη δύναμή της ψυχής της πως δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά, να παραδεχθεί πως συμπεριφέρθηκε παρορμητικά και πως -αν γύριζε τον χρόνο πίσω- δε θα αντάλλασσε ποτέ την αληθινή αγάπη με την επαγγελματική σταδιοδρομία.
Όλους τους μήνες ένιωθε ένα κενό μέσα της. Δεν είχε τη δύναμη να παραδεχθεί το λάθος. Να επιστρέψει στα συντρίμμια, που προκάλεσε η ίδια. Με τι θράσος να εισβάλλει πάλι στη ζωή του Άλκη; Με την πρόσφατη ασθένειά της, πήρε το μήνυμα που της έστειλε το σύμπαν. Στη ζωή ερχόμαστε για να ζήσουμε, ν' αγαπήσουμε, ν' αγαπηθούμε. Και με την καρδιά γεμάτη, να προσφέρουμε ή να δημιουργήσουμε. Τώρα το γνώριζε καλά. Στη Σομαλία υπήρξε μισός άνθρωπος. Η απόφαση πάρθηκε. Θα επέστρεφε στην Ελλάδα, εκεί που είχε τόσες αναμνήσεις.
Κοντεύουν μεσάνυχτα. Η Μαργαρίτα ανήσυχη δεν μπορεί να κοιμηθεί. Τα συναισθήματα, οι σκέψεις δεν αφήνουν να ηρεμήσει. Η κατάσταση πρέπει ν' αντιμετωπιστεί. Κάθεται στο τραπέζι. Ξεκινά να γράφει στον Μάρκο. Εξομολογείται τα πάντα και του ανακοινώνει την απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα. Ακόμη κι αν δεν έχει μέλλον με τον Άλκη, της αρκεί που θ' αναπνέουν τον ίδιο αέρα, θα περπατούν στα ίδια σοκάκια. Πριν καλά-καλά ολοκληρώσει το γράμμα, αναζητά εισιτήριο επιστροφής με την κοντινότερη ημερομηνία. Η καρδιά φτερουγίζει από χαρά, αγωνία, προσμονή για την ημέρα που θα βρίσκεται πάλι στα πάτρια εδάφη.
Ιούλιος 2019. Πόσο πραγματικά περίεργη είναι η ζωή! Πριν περίπου δύο χρόνια έφευγε από Θεσσαλονίκη, συμπάσχοντας τους πονεμένους ανθρώπους. Λυπημένη για τη ζωή που αφήνει πίσω. Τώρα ταξιδεύει προς Θεσσαλονίκη, έχοντας στο μυαλό τα λυπημένα, γεμάτα ευγνωμοσύνη, μάτια των κατοίκων της Σομαλίας ή των αγαπημένων συναδέλφων. Η αμαξοστοιχία κοντεύει να φτάσει στον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί που είδε τον Άλκη τελευταία φορά.
Το πρόσωπο της Μαργαρίτας έχει κολλήσει στο τζάμι του παραθύρου. Με λαχτάρα αναζητά τ' αγαπημένα άτομα της πατρίδας. Η καρδιά της χτυπά γρήγορα και τα χέρια έχουν ιδρώσει από άγχος. Όπου κι αν στρέψει το βλέμμα της δε συναντά κανέναν. Έχει ήδη αποβιβαστεί από το τρένο, έχει αφήσει παράμερα τις λιγοστές αποσκευές και μηχανικά πληκτρολογεί στο κινητό τον αριθμό τηλεφώνου των γονιών της και του Μάρκου. Δυστυχώς, οι κλήσεις προωθούνται και κανείς δεν απαντά. Η Μαργαρίτα φανερά λυπημένη κάνει την τελευταία προσπάθεια, αναζητώντας με το βλέμμα κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. Η προσπάθεια αποτυγχάνει πάλι. Παίρνει τις αποσκευές και κατευθύνεται προς τη στάση των ταξί.
Η περιοχή έχει καταστραφεί απ' τα επικίνδυνα, καιρικά φαινόμενα. Οι κάτοικοι θα χρειαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ν' αναζητήσουν νέα Γη. Επιβιβάζονται στο τρένο και ξεκινούν. Η Μαργαρίτα έχει αναρρώσει. Πρέπει να μετακομίσει κι αυτή. Όλες τις ημέρες, ανήμπορη στο κρεβάτι του πόνου, ταξιδεύει το μυαλό κι η καρδιά της διαρκώς στον Άλκη. Της είναι αδύνατο να σκεφτεί και ως πιθανότητα έστω το να πεθάνει, χωρίς να ξαναδεί τον άντρα που σημάδεψε τη ζωή της. θέλει -όσο τίποτε άλλο- να τρέξει κοντά του. Να του φωνάξει πως η ζωή χωρίς έρωτα είναι μια ζωή άδεια. Θέλει να τον αγκαλιάσει σφικτά και να μην τον ξαναφήσει.
Όλον αυτόν τον καιρό μάθαινε νέα του Άλκη, μέσω του Μάρκου, του κοινού τους φίλου και συμφοιτητή. Μάθαινε για τις επαγγελματικές του επιτυχίες, για την κοινωνική αναγνωρισιμότητα. Μάθαινε και για τη μοναχική του ζωή, καθώς δε θέλησε να δημιουργήσει νέα σχέση. Πόσο θα ήθελε να είχε δεύτερη ευκαιρία μαζί του, να φωνάξει με όλη τη δύναμή της ψυχής της πως δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά, να παραδεχθεί πως συμπεριφέρθηκε παρορμητικά και πως -αν γύριζε τον χρόνο πίσω- δε θα αντάλλασσε ποτέ την αληθινή αγάπη με την επαγγελματική σταδιοδρομία.
Όλους τους μήνες ένιωθε ένα κενό μέσα της. Δεν είχε τη δύναμη να παραδεχθεί το λάθος. Να επιστρέψει στα συντρίμμια, που προκάλεσε η ίδια. Με τι θράσος να εισβάλλει πάλι στη ζωή του Άλκη; Με την πρόσφατη ασθένειά της, πήρε το μήνυμα που της έστειλε το σύμπαν. Στη ζωή ερχόμαστε για να ζήσουμε, ν' αγαπήσουμε, ν' αγαπηθούμε. Και με την καρδιά γεμάτη, να προσφέρουμε ή να δημιουργήσουμε. Τώρα το γνώριζε καλά. Στη Σομαλία υπήρξε μισός άνθρωπος. Η απόφαση πάρθηκε. Θα επέστρεφε στην Ελλάδα, εκεί που είχε τόσες αναμνήσεις.
Κοντεύουν μεσάνυχτα. Η Μαργαρίτα ανήσυχη δεν μπορεί να κοιμηθεί. Τα συναισθήματα, οι σκέψεις δεν αφήνουν να ηρεμήσει. Η κατάσταση πρέπει ν' αντιμετωπιστεί. Κάθεται στο τραπέζι. Ξεκινά να γράφει στον Μάρκο. Εξομολογείται τα πάντα και του ανακοινώνει την απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα. Ακόμη κι αν δεν έχει μέλλον με τον Άλκη, της αρκεί που θ' αναπνέουν τον ίδιο αέρα, θα περπατούν στα ίδια σοκάκια. Πριν καλά-καλά ολοκληρώσει το γράμμα, αναζητά εισιτήριο επιστροφής με την κοντινότερη ημερομηνία. Η καρδιά φτερουγίζει από χαρά, αγωνία, προσμονή για την ημέρα που θα βρίσκεται πάλι στα πάτρια εδάφη.
Ιούλιος 2019. Πόσο πραγματικά περίεργη είναι η ζωή! Πριν περίπου δύο χρόνια έφευγε από Θεσσαλονίκη, συμπάσχοντας τους πονεμένους ανθρώπους. Λυπημένη για τη ζωή που αφήνει πίσω. Τώρα ταξιδεύει προς Θεσσαλονίκη, έχοντας στο μυαλό τα λυπημένα, γεμάτα ευγνωμοσύνη, μάτια των κατοίκων της Σομαλίας ή των αγαπημένων συναδέλφων. Η αμαξοστοιχία κοντεύει να φτάσει στον σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί που είδε τον Άλκη τελευταία φορά.
Το πρόσωπο της Μαργαρίτας έχει κολλήσει στο τζάμι του παραθύρου. Με λαχτάρα αναζητά τ' αγαπημένα άτομα της πατρίδας. Η καρδιά της χτυπά γρήγορα και τα χέρια έχουν ιδρώσει από άγχος. Όπου κι αν στρέψει το βλέμμα της δε συναντά κανέναν. Έχει ήδη αποβιβαστεί από το τρένο, έχει αφήσει παράμερα τις λιγοστές αποσκευές και μηχανικά πληκτρολογεί στο κινητό τον αριθμό τηλεφώνου των γονιών της και του Μάρκου. Δυστυχώς, οι κλήσεις προωθούνται και κανείς δεν απαντά. Η Μαργαρίτα φανερά λυπημένη κάνει την τελευταία προσπάθεια, αναζητώντας με το βλέμμα κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. Η προσπάθεια αποτυγχάνει πάλι. Παίρνει τις αποσκευές και κατευθύνεται προς τη στάση των ταξί.
Γύρω της κόσμος πολύς. Εκείνη νιώθει μόνη. Πριν το συνειδητοποιήσει, φτάνει στο μέρος που είδε για τελευταία φορά τη μεγάλη της αγάπη. Πόσες αναμνήσεις, Θεέ μου! Προβάλλουν μπροστά της ολοζώντανες! Σα να μην πέρασε μια μέρα. Κάθεται στο παγκάκι μπροστά της, κλείνει τα μάτια κι εύχεται να γυρνούσε πίσω τον χρόνο. Τι δε θα δινε να ένιωθε πάλι ένα χάδι του Άλκη! Τώρα, έχει την αίσθηση πως το μέρος αναβλύζει το άρωμα, πως νιώθει τ' άγγιγμά του στα μαλλιά της, πως ακούει την ανάσα του. Είναι όλα τόσο ζωντανά στο μυαλό. Αρνείται ν' ανοίξει τα μάτια, δε θέλει να τελειώσει τ' όνειρο, ώσπου ακούει τη φωνή. Είναι σίγουρη πως πρόκειται για τη φωνή του Άλκη. Τα μάτια ανοίγουν μηχανικά. Ναι, έχει δίκιο. Μπροστά της βρίσκεται ο άνθρωπος που τόσο αγάπησε στη ζωή της.
Το αίμα της Μαργαρίτας παγώνει. Αισθάνεται πως τ' άκρα της δε λειτουργούν. Η φωνή της σβήνει. Θέλει ν' απλώσει το χέρι προς το μέρος του, αλλά δεν μπορεί. Εκείνος δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τα δάκρυα του. Στο ίδιο μέρος, πριν δυο χρόνια αποχαιρετούσε την αγαπημένη του. Και τώρα…τώρα την έχει πάλι κοντά του. Την αγκαλιάζει στοργικά, της χαμογελά, της κρατά γερά το χέρι. Ο ήλιος δύει, όχι για πάντα. Σε λίγο, θ' ανατείλει πάλι. Όπως η αγάπη του Άλκη και της Μαργαρίτας. Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των Ερωτευμένων. Τώρα η Μαργαρίτα κι ο Άλκης γνωρίζουν καλά πως θα είναι πάλι συνταξιδιώτες στο ίδιο ταξίδι. (Τ. Κατηκ.)
Το αίμα της Μαργαρίτας παγώνει. Αισθάνεται πως τ' άκρα της δε λειτουργούν. Η φωνή της σβήνει. Θέλει ν' απλώσει το χέρι προς το μέρος του, αλλά δεν μπορεί. Εκείνος δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τα δάκρυα του. Στο ίδιο μέρος, πριν δυο χρόνια αποχαιρετούσε την αγαπημένη του. Και τώρα…τώρα την έχει πάλι κοντά του. Την αγκαλιάζει στοργικά, της χαμογελά, της κρατά γερά το χέρι. Ο ήλιος δύει, όχι για πάντα. Σε λίγο, θ' ανατείλει πάλι. Όπως η αγάπη του Άλκη και της Μαργαρίτας. Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των Ερωτευμένων. Τώρα η Μαργαρίτα κι ο Άλκης γνωρίζουν καλά πως θα είναι πάλι συνταξιδιώτες στο ίδιο ταξίδι. (Τ. Κατηκ.)

Comments
Post a Comment