«Η δύναμη της Μοναξιάς»

 
Κωνσταντινούπολη, αρχές του 20ου αιώνα. Εκεί ζούσε η κυρία Ελπίδα Ζάχου, κόρη ενός ευκατάστατου υφασματέμπορου. Υπήρξε μοναχοπαίδι, με καλή μόρφωση κι ευγενικούς τρόπους κι είχε επιλέξει να βρίσκεται πάντα δίπλα στον πατέρα. Τον βοηθούσε, ώστε να επιλέγουν τα σωστά υφάσματα για το κατάστημα. Ο πατέρας άκουγε πάντοτε τη γνώμη της και εμπιστευόταν πολύ το γούστο της. Ήταν
απαιτητική με την ποιότητα, ευγενική με τους πελάτες και σκληρή με τους προμηθευτές. Αδυναμία της τα μεταξωτά μαντήλια που στόλιζαν το λαιμό της. Όπως και κάθε κυρίας της καλής κοινωνίας, όπου θεωρούνταν αναγκαίο αξεσουάρ. Αγαπούσε, επίσης, τα φανταχτερά κουμπιά που με δεξιοτεχνία κοσμούσαν τα κομψά σακάκια και παλτό της. Φρόντιζε να υπάρχει πάντα επαρκής ποικιλία αυτών στο κατάστημα.        Εντυπωσίαζε με την αριστοκρατική εμφάνιση και το αυστηρό ύφος της τους πάντες. Το μόνο μειονέκτημα; Την προσωπική της ζωή χαρακτήριζε η μοναχικότητα. Δεν είχε και δεν επεδίωκε να έχει εκτενείς κοινωνικές επαφές. Μετά το σχόλασμα, επέλεγε -κατά βάση- να μένει στο σπίτι. Για να διαβάσει ή να κάνει παρέα στη μητέρα. Απέφευγε, εξ συστήματος, τις περιττές συναναστροφές και κυρίως τις βραδινές εξόδους. Το γεγονός, στενοχωρούσε τους γονείς της, οι οποίοι, φυσικά, προσπαθούσαν να της αλλάξουν τρόπο ζωής. Δεν άντεχε η οικογενειακή υπόληψη να τους μείνει γεροντοκόρη.
«Τα χρόνια περνούν», σχολίαζαν, «θα μείνεις μόνη στη ζωή...» Εκείνη, συνήθως, δεν απαντούσε  και κλεινόταν στο δωμάτιό της.
    Την ίδια εποχή στην Κύπρο ζούσε ο κύριος Εμμανουήλ Κωνσταντίνου. Εργαζόταν ως καθηγητής Πανεπιστημίου, στον κλάδο της ιστορικής Έρευνας. Είχε δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια με δυο γλυκά παιδιά. Μέχρι που έχασε τη σύζυγο, λόγω σοβαροτάτης ασθένειας. Κλείστηκε στον εαυτό του, έγινε ψυχρός κι απόμακρος με όλους, εκτός απ' τα παιδιά του. Δεν μπορούσε να διαχειριστεί την απώλεια και δυσκολευόταν με την ανατροφή των παιδιών. Η δουλειά στο Πανεπιστήμιο δεν τον
ενδιέφερε πια, όσο παλιότερα. Παρόλα αυτά, συνέχιζε κανονικά τις παραδόσεις μαθημάτων. Ωστόσο, οι σχέσεις του με τους συναδέλφους και τους φοιτητές ήταν πλέον τυπικές. Η αγωνία για το μεγάλωμα των παιδιών, χωρίς την παρουσία της μητέρας, τον κατάπινε. Ήταν το μόνο που τον απασχολούσε εκείνη την περίοδο. Τότε απ' το Πανεπιστήμιο διοργανώθηκε μια εκπαιδευτική επίσκεψη στην Πόλη, στην οποία του πρότειναν να συμμετέχει ως συνοδός. Εκείνος δέχτηκε διστακτικά, θεωρώντας το ταξίδι ως μια καλή ευκαιρία ν' αλλάξει παραστάσεις. Στη διάρκεια του ταξιδιού ο ξεναγός τους γκρουπ τους ενημέρωσε πως πολύ κοντά στο ξενοδοχείο τους βρισκόταν το διάσημο κατάστημα του κ. Ζάχου.        Αποφασίζει, λοιπόν, να το επισκεφτεί. Εκεί γνωρίζει την κόρη του, τη δεσποινίδα Ελπίδα, κι
ενθουσιάζεται με την εμφάνισή της. Κι η κυρία Ελπίδα, όμως, θαυμάζει την ευγένεια και τους λεπτούς τρόπους του κυρίου Εμμανουήλ. Την προσκαλεί ν' ακολουθήσει στη θεατρική παράσταση που θα παρακολουθήσει η ομάδα φοιτητών του, εκείνο τ' απόγευμα. Εκείνη -παρά τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες της- δέχεται την πρόσκληση. 
    Το επόμενο βράδυ, δείπνησαν μαζί. Το πρωί, ο κύριος Εμμανουήλ επέστρεφε στην Κύπρο. Στο τέλος της βραδιάς, αντάλλαξαν διευθύνσεις και συμφώνησαν ν' αλληλογραφούν. Τους επόμενους μήνες -εκτός από αλληλογραφία- αντάλλαξαν επισκέψεις κι υποσχέσεις. Σε μια απ' αυτές, ο κ. Εμμανουήλ γνώρισε τους γονείς της κυρίας Ελπίδας και ζήτησε το χέρι της. Ο πατέρας της, πιο ευτυχισμένος από ποτέ, δέχτηκε αμέσως. Έτσι οι δυο αυτοί άνθρωποι ένωσαν τις μοναξιές τους και μεγάλωσαν τα υπάρχοντα παιδιά, με τον καλύτερο τρόπο, στην Κύπρο. (Χρ.Ε.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»