«Έρωτας πολέμου...»

 
Φθινόπωρο του 1922, λίγο έξω απ' την Αθήνα. Μόλις έχουν φτάσει οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Οι άνθρωποι αυτοί, προσπαθώντας να
ορθοποδήσουν φτιάχνουν τα σπίτια τους. Αυτοσχέδια, πρόχειρα παραπήγματα  στην αρχή. Προσπαθούν να βάλουν μια τάξη στη ζωή τους. 
Ο Ιάκωβος -ένας άνθρωπος ταλαιπωρημένος απ' τη ζωή, που πολεμούσε πολύ καιρό στο μέτωπο της Τουρκίας- μόλις τελείωσε την κατασκευή του σπιτιού του. Ζει μόνος του, καθώς έχασε την οικογένειά του στη διάρκεια του Μεγάλου Χαμού. Στο γειτονικό σπίτι μένει μία γυναίκα, η Θεώνη, μαζί με δυο νεαρές κοπέλες. Με την κόρη της, τη Βασιλική, κι ένα ξένο κορίτσι, την Ελένη. Είχε φτάσει με τους πρόσφυγες απ' τη Μικρά Ασία κι είχε χάσει κι αυτή τους γονείς της. 
    Ο Ιάκωβος -θέλοντας να στηρίξει τις τρεις γυναίκες που δεν είχαν άλλο στήριγμα- αρχίζει να τις βοηθά με κάθε τρόπο, κυρίως οικονομικά. Κι έτσι, μαζί με τη βοήθεια, δεν άργησε να έρθει κι ο έρωτας. 
   Ένας χρόνος έχει περάσει απ' την στιγμή που ο Ιάκωβος κι η Θεώνη γνωρίστηκαν. Η Θεώνη θέλοντας να σεβαστεί τη μνήμη του άντρα της -που η τύχη του αγνοούνταν ακόμη- αντιστέκεται στην αγάπη της για τον Ιάκωβο. 
Της ήταν πραγματικά δύσκολο να μιλήσει για τα συναισθήματα που έτρεφε προς το πρόσωπο του καλού τους γείτονα. Πολύ περισσότερο να τα ομολογήσει στην κόρη της. Ετούτη, ακόμη περίμενε τον πατέρα να γυρίσει... Ο μόνος υποστηρικτής της Θεώνης στην ιστορία αυτή ήταν η Ελένη. Πάντα τη βοηθούσε ψυχολογικά, συναισθηματικά και πρακτικά, ώστε να μην καταλάβει κάτι η κόρη της. 
    Τα χρόνια περνούσαν, με τον Ιάκωβο και τη Θεώνη να έχουν έρθει πιο κοντά. Είχαν ήδη βρεθεί ερωτικά, αρκετές φορές, χωρίς να το ξέρει η Βασιλική. Η Θεώνη, βλέπετε,  είχε ακόμη δισταγμούς να μιλήσει στην κόρη, ώστε να μπορέσουν -επιτέλους- να γίνουν κανονικό ζευγάρι με τον Ιάκωβο. 
    Ώσπου μια μέρα συνέβη κάτι που θ' ανέτρεπε τα πάντα. Η Βασιλική κατάλαβε ότι η σχέση της Θεώνης με τον νέο τους γείτονα δεν ήταν απλά φιλική. Ακολούθησε μια σύγκρουση που κανένας δεν περίμενε. Απ' τον θυμό για τη μητέρα της που τόλμησε να επιχειρήσει να ξαναφτιάξει τη ζωή της -μετά τον επίσημο θάνατο του πατέρα- , φεύγει απ' το πατρικό. Πάει και ζητάει δουλειά σ' ένα κοντινό ξενοδοχείο, «της Υψηλής Κοινωνίας», όπως λεγόταν. Εκεί γνωρίζει έναν πελάτη του ξενοδοχείου, πλούσιο βιομήχανο του εξωτερικού. Την ερωτεύεται και την παίρνει μαζί του στη Σικελία. Η Βασιλική, έκτοτε, δεν ξαναγυρίζει ποτέ πίσω στην Ελλάδα. Δε θα ξαναδεί ποτέ πια τη μητέρα της! 
    Παρόλο που η Θεώνη στεναχωρήθηκε πολύ για την προδοσία της κόρης της, χάρηκε κιόλας απ' την άλλη. Είχε μάθει τα νέα από μια γειτόνισσα που δούλευε κι αυτή στο ξενοδοχείο. Μέσα της καταλαβαίνει πολύ καλά, πως τώρα είναι η ευκαιρία να ζήσει τον έρωτά της με τον Ιάκωβο. Οι μέρες περνούν, με τη Θεώνη και τον Ιάκωβο να έχουν γίνει πλέον κανονικό ζευγάρι.
Όλα φαίνεται να πηγαίνουν τέλεια, σε σημείο να σκέφτονται τη συμβίωση. Σε δυο βδομάδες πρόκειται να παντρευτούν. Οι προετοιμασίες του γάμου έχουν ξεκινήσει. 
   Ώσπου ένα γεγονός έρχεται να καταστρέψει τα πάντα, τη ζωή της Θεώνης για μια φορά ακόμη. Η καμπάνα της εκκλησιάς του χωριού χτυπά ακανόνιστα, πένθιμα. Η Θεώνη αναστατώνεται. Ένας νεκρός, από φόνο. Το νέο κυκλοφορεί γρήγορα στο χωριό. Λες να είναι ο Ιάκωβος; Λείπει δύο μέρες τώρα, χωρίς να έχει δώσει ίχνη της παρουσίας του. Έφυγε και δουλειές το πρωί και θα επέστρεφε αργά τ' απόγευμα. 
    Όταν η Θεώνη πληροφορείται τα δυσάρεστα, ξεσπά σε λυγμούς. Έχουν όλα τελειώσει. 
    Είναι, όντως, νεκρός ο Ιάκωβος; Ή μήπως πρόκειται για σχέδιο κάποιου που θέλει να εκδικηθεί τη Θεώνη; Ποιος άλλος ήξερε το μυστικό τους; Τα ερωτήματα θα μείνουν αναπάντητα... πιθανόν για το υπόλοιπο της μοναχικής πια ζωής της Θεώνης. (Γ.Σ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»