«Υπόσχεση Παρελθόντος...»

Η νύχτα ήταν γλυκιά, γεμάτη υποσχέσεις. Το φεγγάρι έριχνε το φως του στο καταπράσινο λιβάδι. Δυο νέοι στέκονταν κάτω από μια όμορφη, γερασμένη βελανιδιά. Η Μαριάν κρατούσε σφιχτά το χέρι του Έντγκαρ. Σα να προσπαθούσε να φυλακίσει την κοινή στιγμή για πάντα. 
   «Θα είμαστε μαζί για πάντα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε με παιδική αφέλεια -που ενδόμυχα έκρυβε φόβο κι αβεβαιότητα-, ενώ συνάμα τον κοιτούσε στα μάτια.
   «Για πάντα!», της υποσχέθηκε εκείνος. «Ό,τι κι αν συμβεί θα 'μαστε μαζί.»
    Ωστόσο, η ζωή αδιαφορεί επιδεικτικά για τις υποσχέσεις των ανθρώπων. Λίγους μήνες αργότερα, η Μαριάν παντρεύτηκε αναγκαστικά έναν άντρα που δεν αγαπούσε. Η οικογένειά της είχε φροντίσει γι’ αυτό. Θεωρούσε πως τα χρήματα κι η κοινωνική θέση είχαν μεγαλύτερη αξία από την αγάπη. Ο Έντγκαρ, από την άλλη, δεν είχε άλλη επιλογή. Η φτώχεια τον ανάγκασε, μαζί με την οικογένεια του, να φύγουν για την Αμερική. Πίστευαν πως εκεί θα εύρισκαν πιθανότατα πιο αξιόλογες επαγγελματικές ευκαιρίες. Άλλωστε, ο πατέρας του είχε χάσει πρόσφατα τη δουλειά του. Αυτό σήμαινε πως ο Έντγκαρ έπρεπε ν' αφήσει πίσω του το μόνο πράγμα που αγαπούσε πραγματικά. Κι αυτό δεν ήταν άλλο από την Μαριάν. 
    Τα χρόνια πέρασαν. Ο Έντγκαρ, με σκληρή δουλειά, υπομονή κι επιμονή πέτυχε. Είχε πια στη διάθεσή του ό,τι ονειρευόταν πάντοτε το παιδί μέσα του: χρήμα, κύρος, ένα δικό του σπίτι, υπερπολυτελές, που κανείς δεν μπορούσε να του το πάρει. Ωστόσο, ήταν μόνος, απίστευτα μόνος! Δεν παντρεύτηκε ποτέ, γιατί ποτέ δεν ξέχασε τη μεγάλη του αγάπη, τη Μαριάν.
   Η Μαριάν, από την άλλη, έζησε μια ζωή γεμάτη σιωπηλή δυστυχία. Ο σύζυγός της ήταν ψυχρός, αυταρχικός κι αποστασιοποιημένος απ' εκείνη. Ποτέ της δεν τον αγάπησε.
   Τώρα πια χήρα, στεκόταν μπροστά στο γραφείο της. Κρατούσε ένα κομμάτι χαρτιού. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, σαν να είχε ξαναγίνει εκείνο το κοριτσόπουλο κάτω απ' τη βελανιδιά. Στο μυαλό της είχε μόνο αυτόν που της κρατούσε συντροφιά εκείνο το βράδυ...
  «Αγαπημένε μου Έντγκαρ, ξέρω πως πέρασαν πολλά χρόνια. Ξέρω πως ίσως να με έχεις ξεχάσει. Ίσως να έχεις φτιάξει τη ζωή σου, ίσως να μην υπάρχει πια χώρος για μένα σ' αυτή. Πολλά κι ασαφή «ίσως». Αν, θυμάσαι ακόμα, αν ακόμη νοιάζεσαι, σε περιμένω εκεί που κάποτε μου 'δωσες την υπόσχεση πως θα 'μαστε πάντα
μαζί.»
   Υπέγραψε με τρεμάμενο χέρι κι έστειλε την  επιστολή, γεμάτη ελπίδα, ταραχή και προσμονή. Η απάντηση έφτασε μερικές εβδομάδες μετά. Όταν αργότερα ο Έντγκαρ πήρε στα χέρια του το κιτρινισμένο χαρτί, το διάβαζε αχόρταγα, ξανά και ξανά. Τόσα χρόνια αναρωτιόταν αν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Τώρα που είχε την ευκαιρία, δεν ήξερε αν είχε το θάρρος να τη γραπώσει. Πού ήταν εκείνος ο νεαρός που υποσχέθηκε ότι θα την αγαπούσε για πάντα; Ζούσε ακόμη μέσα του ή είχε γίνει κάποιος άλλος; Δε γνώριζε ακόμη, φοβόταν...
    Ο χρόνος είχε αφήσει τα σημάδια πάνω του. Οι εμπειρίες κι οι δυσκολίες που πέρασε στον δρόμο προς την επιτυχία είχαν αλλάξει την καρδιά του, στ' αλήθεια. Όταν διάβασε τις τελευταίες της λέξεις, ένιωσε να ξυπνάει κάτι μέσα του.
   «Σε περιμένω εκεί που κάποτε μου 'δωσες την υπόσχεση πως θα 'μαστε πάντα μαζί.» Πώς θα μπορούσε να την αφήσει να περιμένει; Πώς θα μπορούσε να μην πάει;
    Λίγες μέρες αργότερα, βρισκόταν πάλι στην Αγγλία. Στεκόταν μπροστά στη γέρικη βελανιδιά.
Τα χέρια και η καρδιά του σφιγμένα. Ο χρόνος είχε αλλάξει τα πάντα, εκτός απ' το μέρος αυτό. Ούτε τις αναμνήσεις του από εκείνο το βράδυ.
Ένας απαλός θόρυβος ακούστηκε πίσω. Γύρισε, για να κοιτάξει. Η Μαριάν στεκόταν εκεί, λίγο αλλαγμένη απ' τα χρόνια, αλλά με το ίδιο πάντα νεανικό βλέμμα. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, όταν τον αντίκρισε. «Ήρθες!», παρατήρησε. Ο Έντγκαρ δε μίλησε καθόλου. Αντ' αυτού την πλησίασε και πήρε τα χέρια της στα δικά του. Αμέσως ξανάνιωσε σαν το έφηβο εκείνο αγόρι, κάτω απ' τη βελανιδιά. Τώρα πια μπορούσε να κρατήσει την υπόσχεση που 'χε δώσει πριν τόσα χρόνια.
     Τελικά, το μόνο σίγουρο είναι πως κάποια συναισθήματα δεν πεθαίνουν ποτέ. (Π.Μ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»