«Φωνές μοναξιάς...»

Μείνε κοντά μου! Μόνο για μια μέρα... να ξαναζήσω τις στιγμές που δεν πρόλαβα. Μείνε λίγο ακόμα. Ν' αγκαλιαστούμε κάτω απ' το φως, δίπλα σ' έναν σταθμό τρένου. Εκείνον, απ' όπου κάποιο πρωί έφυγες. Μαζί με άλλους. Δε θα ξεχάσω τη μέρα εκείνη. Ποτέ. Τον υπερκόσμιο, τον εκθαμβωτικό ήλιο. Το θείο φως με τις πορτοκαλίζουσες απολήξεις. Παραμένει ακριβώς, όπως σου αρέσει. Υπό άλλες συνθήκες,  θα με κρατούσες απ' το χέρι. Θα πηγαίναμε εκεί, όπου κανείς δε θα γνώριζε. Που κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί. Τέτοιες μέρες θα ετοίμαζες ένα καλάθι μ' όμορφα εδέσματα ή ποικίλα ροφήματα. Στην άκρη θ' ακουμπούσες διακριτικά λίγα λευκά ή κίτρινα λουλούδια. «Αυτά τα λουλούδια για σένα! Να σου φωτίζουν τη μέρα, όπως εσύ φωτίζεις τη δική μου!», θα σχολίαζες.
    Μου λείπεις πολύ! Είσαι τόσο μακριά πλέον! Δεν μπορώ να μυρίσω το άρωμά σου, δεν μπορώ να δω το υπέροχο χαμόγελό σου. Αυτό που φώτιζε τη μέρα μου. Αμυδρά το φέρω πια μονάχα στη μνήμη μου. Τώρα, πού χαρίζεις τη ζεστή αγκαλιά σου; Πού χάθηκε το φως σου;
    Στον τόπο που πήγες, ξέρω πως βοηθάς τους ανθρώπους. Ξέρω πως κάτι τέτοιο σε κάνει χαρούμενο. Ξέρω πως εκείνοι σε χρειάζονται. Κι εγώ; Θρηνώ.
    Την πρώτη μέρα της φυγής όλα μοιάζαν κατάμαυρα. Τίποτα δεν έδειχνε πια ζωντανό. Την δεύτερη μου έστειλες σημάδι μέσω τρένου. Όπως έφυγες, έτσι μου 'στειλες μια υπέροχη αγκαλιά να με συντροφεύει. Μια γκριζόσταχτη γατούλα -απ' τα αγαπημένα σου ζώα- ήρθε, για να γίνει στήριγμα στη μοναξιά μου. Να θερμάνει την κρύα μου ψυχή. Περνούν οι μέρες και την βλέπω να μεγαλώνει. Έχει τα χρώματά σου: καφέ μάτια, καφέ τρίχωμα και πεταχτά κόκκινα σημάδια στο πρόσωπό της. Και... μου θυμίζει εσένα. Λες και μετέφερες, με κάποιον μαγικό τρόπο, τα χαρακτηριστικά σου σ' εκείνη. Λες κι επανατοποθέτησες το είναι σου μέσα της.
     Στο γράμμα που έστειλες, εσώκλεισες μια ζωγραφιά από τη μέρα της μεγάλης φυγής σου. Με καθηλώνει διαρκώς σε εκείνην τη μέρα. Που έφυγες, χωρίς γυρισμό. Με τα κίτρινα χρώματα, με τους ανθρώπους να ανεβαίνουν στο τρένο. Θυμάμαι, επειδή δε χωρούσαν, κάθονταν σε κάθε του σπιθαμή. Ακόμη και πάνω στο τρένο. Οι συγγενείς περίλυποι χαιρετούσαν. Έμεναν πίσω αποσβολωμένοι. Όπως, κι εγώ, διάολε! Συγκινητικό, δε λέω. 
    Μου έγραψες πως είναι κάπως δύσκολα τα πράγματα εκεί που βρίσκεσαι. Ανησύχησα για σένα. Παραπάνω απ’ ό,τι ανησυχούσα πριν. Ελπίζω ο λόγος που σ' οδήγησε στην Αφρική να σου βγει σε καλό. Να κάνεις υγιείς όσους περισσότερους ανθρώπους μπορείς. Να ασκήσεις ευσυνείδητα το επάγγελμά σου. Όπως ακριβώς ήθελες πάντα. Ως γιατρός του κόσμου.
    Μου είπες πως θα έλειπες περίπου έξι μήνες. Έχει περάσει ήδη ένας χρόνος. Δε μου έχεις
στείλει κάτι άλλο. Το παραμικρό, πλην του ζωντανού σου αντιγράφου. Αλήθεια, τώρα ανησυχώ πολύ. Υπερβολικά, θα έλεγα. Θα συντονίσω τις δουλειές μου, θα πάρω τη γάτα μας και θα έρθω να σε βρω. Το αποφάσισα.
    Ημέρα Τετάρτη, μήνας Φεβρουάριος, αριθμός ημέρας 25η. Χρονολογία 2009. Σήμερα ξεκινώ. Θα βρεθώ σύντομα κοντά σου. Μπήκα στο ίδιο τρένο που κάποτε μπήκες κι εσύ. Φόρεσα το παλτό που μου έκανες δώρο στην πρώτη μας επέτειο. Το φόρεσα, για να πάρω δύναμη. Ό,τι και να μάθω, ό,τι και να γίνει, θέλω να είμαι πλάι σου. Έφτασα. Πηγαίνω αμέσως προς τη σκηνή που -όπως είχες γράψει- πιθανόν να βρίσκεσαι. Ρωτάω για σένα. Μου απαντούν πως κόλλησες μια λοίμωξη και δεν τα κατάφερες. Δεν αντέχει το είναι μου. Παγώνω. Θέλω ν' ανοίξει η γη, να με καταπιεί. Θέλω να βρεθώ κοντά σου. Στον κάτω κόσμο! 
Δεν ξέρω τι άλλο σκέφτομαι.
    Παίρνω τη γάτα, τα πράγματά σου ως ενθύμια, τη βαλίτσα μου. Ξεκινώ με όση δύναμη μου έχει απομείνει για το τρένο της επιστροφής. Δεν
μπορώ να μείνω ούτε δευτερόλεπτο εδώ. Δεν έχω -ακόμη- συνειδητοποιήσει τι μου έχουν πει. Νιώθω βαριά την αναπνοή μου. Νιώθω την καρδιά μου να πονά. Στο μυαλό ξαναπαίζουν
επαναλαμβάνόμενα σκηνές που είχαμε ζήσει μαζί, 
    Έφτασα σπίτι. Έκλεισα τα παντζούρια, τις κουρτίνες, ασφάλισα κάθε δίοδο. Έμεινα ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι σου. Κλαίω μέρα νύχτα. Κοιμάμαι ελάχιστα, δευτερόλεπτα ή και λεπτά. 
Απροσδιόριστο μέγεθος ο χρόνος, σαν ακολουθεί την απώλεια... 
Δεν τρώω, δεν θέλω να μιλήσω σε κανέναν. Το μόνο που θέλω είναι να γινόταν κάτι, να σ' αγκάλιαζα μια τελευταία φορά. Αυτό είναι αδύνατον!
    Πέρασαν μέρες απ' όταν έμαθα πως δε θα σε ξαναδώ. Είναι περίεργο, αλλά πια νιώθω την ανάγκη να κοιμηθώ. Βλέπω ένα όνειρο. Μοιάζει περίεργο, μα και ωραίο: τη γάτα μας ν' αποκτά φωνή, να μου μιλά. Μοιάζει στη δική σου φωνή. Και μια σκιά, ένα νεφέλωμα, Εσύ. Μου λες πως δεν πρόκειται γι' αλήθεια. Δεν μπορείς να κουνηθείς, δεν μπορείς να μιλήσεις. Απλά, στέκεσαι ακίνητος. Περιμένεις να σ' αγκαλιάσω. Κι έπειτα οι μορφές συμπλέκονται, η γάτα και το νεφέλωμα, η γάτα κι εσύ, γίνεστε ένα σώμα. Και το κάνω. Σας αγκαλιάζω και τους δύο ή την ολότητά σας. Άξαφνα, η αστρική σου σκόνη μεταφέρεται, ενσωματώνεται στη γάτα. Ξαναμιλάς, δηλώνοντας: «Μ αγκάλιασες για τελευταία φορά, όπως ακριβώς ζήτησες. Τώρα αποσύρομαι. Να είσαι δυνατή!» 
    Έπειτα ξυπνώ. Στο πρώτο μου ξάφνιασμα, αντικρίζω τη γάτα στρογγυλοκαθισμένη στην κοιλιά μου να με κοιτά με τα μεγάλα καφέ της μάτια, τα όμοια με τα δικά σου. Μου μιλάει κι αυτή, με γλυκόλογα σαν τα δικά σου, «Καλημέρα, αγάπη μου! Είσαι πολύ όμορφη σήμερα! Όπως πάντοτε, άλλωστε... Κοίτα, τώρα πρέπει πια να σταματήσεις τον θρήνο! Γιατί εδώ ο θρήνος τρέπεται σε μαστίγιο της ψυχής. Αν μ’ αγαπάς, λοιπόν, σταμάτα να κλαις! Θα 'ναι μια λύτρωση.»
    Μου είναι πολύ δύσκολο. Αλλά, θα το κάνω. Στο μεταξύ, η γάτα συνεχίζει να μιλά με τη φωνή
σου. Καθώς περνούν οι μέρες το συνηθίζω. Νιώθω πως σ' έχω πάλι πλάι μου.
    Δέκα χρόνια αργότερα η γάτα πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς. Φεύγει ακαριαία. Είναι το δεύτερο μεγάλο σοκ για μένα. Σ' αυτά τα δέκα χρόνια είχαμε πολλές συζητήσεις, σα να τις κάναμε μαζί. Και τώρα;
    Κι έφτασε η μέρα της κηδείας της. Μαζί μ' εκείνη έπρεπε να θάψω και το πνεύμα σου. 
Πήρα την απόφαση να γράψω αυτή τη σελίδα ημερολογίου, για να τη θάψω μαζί σας. Σας αγάπησα πολύ. Και τους δύο! Ήσαστε όλη μου 
η ζωή... Αντίο, κόσμε!
    Η πρωταγωνίστρια μας κατέληξε στη θλιβερή κλίνη μιας παρακμιακής ψυχιατρικής πτέρυγας, ενός επαρχιακού νοσοκομείου. Αξιολογήθηκε ως πάσχουσα από Διπολική Διαταραχή. Κρίθηκε πως η γάτα δε μιλούσε, όπως όλα τα ζώα. Απλώς, συζητούσε μόνη ή με τη δεύτερη προσωπικότητά της. Πέθανε την 25η Φεβρουαρίου 2020, ημέρα Τετάρτη. Δεν άντεξε τη θεραπευτική Αγωγή. Δεν άντεξε η καρδιά της τα ποικίλα σκευάσματα. Κοινώς, πέθανε απ' ό,τι της χορηγούσαν, για να συνέλθει. Ή απ' τις πολλαπλές απώλειες. 
    Στερνή της κουβέντα: «Έρχομαι, αγάπη μου, για την τελευταία μας αγκαλιά, την αιώνια. 
Να με περιμένεις, εσύ κι η γάτα μας!» (Φαν.Στ.)



Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»