«Mary Mpo...»
Χειμώνας του 1954. Πέντε νέοι - χαρωποί, κάπως ονειροπόλοι- φιλοδοξούν να κάνουν δικό τους το απομακρυσμένο, κουκλίστικο σπίτι στο «πλάτωμα». Γνωστό σημείο συνάντησης των απανταχού ερωτευμένων του χωριού!
Ενθουσιάζονται που θα συγκατοικήσουν. Το περιμένουν πώς και πώς! Έτσι κλείνουν ραντεβού με τον ιδιοκτήτη του μελλοντικού «κοινόβιου», να υπογράψουν τα συμβόλαια. Σ' ένα τρίωρο θα έφταναν και τα φορτηγά με τα έπιπλα τους. Αργότερα και τα κορίτσια, να εποπτεύσουν τη μετακόμιση.
Κάποια στιγμή, η Λόλα κι η Λυδία κατευθύνονται στον επάνω όροφο για εξερεύνηση. Πηγαίνουν στη βεράντα, ν' απολαύσουν τη θέα. Για ώρα απορροφημένες απ' την ομορφιά της αυλής, παρατηρούν κάτι περίεργο στους θάμνους και βάζουν τις τσιρίδες. Ο Μήτσος, ο Αλέξανδρος κι ο Αριστείδης τρέχουν να δουν και πλησιάζουν φοβισμένοι. Πρόκειται για έναν τάφο, με την επιγραφή «Mary Mpo, 1986».
Κάτι δεν πάει καλά. Απ' την ταραχή τους, υποψιάζονται πως πρόκειται για δολοφονία. Ο Μήτσος δηλώνει με σθένος: «Δεν κάθομαι λεπτό σ’ αυτό το σπίτι! Πάμε γρήγορα, να φύγουμε!».
Απομακρύνονται βιαστικά, με το αμάξι, για το τοπικό ξενοδοχείο. Δυο μέρες αργότερα, αποφασίζουν να επιστρέψουν. Κάθονται στο σαλόνι, να μιλήσουν. Νιώθανε χάλια τις μέρες που μεσολάβησαν,
-Τι θα γίνει τώρα; αναρωτιέται η Λόλα.
- Πρέπει να μάθετε κάτι ακόμη.Την προηγούμενη πρόσεξα κάτι που δεν είπα. Στο δωμάτιο μου, στο συρτάρι της βιβλιοθήκης, υπάρχουν κάτι παράξενα χαρτιά. Μιλούν για μια γυναίκα, που έμενε παλιά εδώ, ψιθύρισε ο Αλέξανδρος κι έπεσε νεκρική σιγή για λίγο.
- Πού βρίσκονται αυτά τα χαρτιά; σχολίασε η Λυδία.
- Τα έβαλα σε μια κίτρινη σακούλα. Τα πήγα στην αποθήκη, απάντησε ο Αλέξανδρος.
Πήγε να τα φέρει κι οι υπόλοιποι περίμεναν με αγωνία.
- Είμαι σίγουρος πως πρόκειται για την πρώην γυναίκα του. Την έλεγαν Mary Mpo, δούλευε σε δικηγορικό γραφείο κι ήταν 36 ετών. Το 1986 εξαφανίστηκε. Από τότε αγνοείται η τύχη της, διαπίστωσε ο Αριστείδης, όταν άρχισαν να τα διαβάζουν.
Έπειτα από ένα δύσκολο βράδυ, αποφάσισαν να ρωτήσουν τον μοναδικό γείτονα σ’ εκείνην την περιοχή. Ήταν ένας παππούς, κοντά στα 76, μοναχικός, που έβγαινε σπάνια απ' το σπίτι του. Το μεσημέρι ο Μήτσος κι η Λόλα πήγαν να τον επισκεφτούν. Μπήκαν στην αυλή και χτύπησαν το κουδούνι. Εκείνος άνοιξε κι ο Μήτσος του εξήγησε ποιοι ήταν και τι ζητούσαν. Ο κύριος Γιώργος απάντησε πως δε γνωρίζει κάτι και καλά θα έκαναν να φύγουν. Τα δυο παιδιά απογοητεύτηκαν. Όταν έφτασαν σπίτι, μετέφεραν όσα είχαν συμβεί. Η Λυδία κλείστηκε στο δωμάτιό. Το πρωί, καθώς τρώγανε τα πέντε παιδιά, χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε ο Μήτσος κι αντίκρισαν τον κ. Γιώργο. Ήθελε κάτι να τους πει. Ξαφνιασμένοι, τον δέχτηκαν στο σαλόνι, όπου άρχισε να μιλά.
-Παιδιά, δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Είχα τύψεις. Είμαι ο πατέρας του. Λέγομαι Γιώργος Μπο. Η γυναίκα μου ήταν Αγγλίδα. Όταν χωρίσαμε, ήταν περίπου 40 χρονών. Το 1982 ο γιος μου πήγε στη μητέρα του. Στην Αγγλία, γνώρισε τη Μαίρη. Την αγάπησε και γύρισαν μαζί από εκεί. Μένανε στο σπίτι μου. Έξι μήνες αργότερα, αποφάσισαν να παντρευτούν. Κανείς μας δεν είχε αντίρρηση. Τα πρώτα χρόνια ζούσαν αγαπημένοι. Η Mary δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Ήταν ορφανή. Κι έπειτα, άρχισαν οι καυγάδες. Ήταν άδικο! Μόλις είχαν μετακομίσει στο σπίτι τους, αυτό που μένετε τώρα εσείς. Ακολούθησαν ομηρικοί, άγριοι καβγάδες. Του ζήτησε διαζύγιο. Ήταν Αύγουστος του 1986. Ο γιος μου τη χτύπησε, για πρώτη φορά. Ο κ. Γιώργος είχε δακρύσει. Συνέχισε.Την χτυπούσε βάναυσα, ακατάπαυστα. Μια μέρα ξέφυγε απ' το σπίτι κι ήρθε σε μένα. Ήταν γεμάτη αίματα, πονούσε κι έκλαιγε γοερά. Έκλαψα κι εγώ. Λίγο αργότερα, κατέρρευσε στο πάτωμα και δεν ξανασηκώθηκε. Εκείνη τη νύχτα, ο πόνος με σημάδευσε. Η αφήγηση τελείωσε κι ο κύριος Γιώργος αποχώρησε σιωπηλά. Μα, η καρδιά του δεν άντεξε. Φτάνοντας σπίτι, ξανάζησε όσα είχε βιώσει η νύφη του κι η ψυχή του πέταξε πλάι της.
Τα παιδιά δεν κατάλαβαν τι συνέβη. Έψαχναν το παρελθόν αργά κι αναποφάσιστα. Λίγες μέρες μετά, η Λόλα κι ο Αλέξανδρος πήγαν να τον ξαναβρούν να ζητήσουν πρόσθετες εξηγήσεις. Χτυπούσαν για ώρα. Δεν άνοιγε κανείς. Αλλά η μπαλκονόπορτα έχασκε μισάνοιχτη. Μπήκαν και τον είδαν στο πάτωμα. Φώναξαν το 166. Ήταν ήδη αργά. Η κηδεία έγινε το άλλο πρωί. Όταν τελείωσε, γύρισαν σπίτι στενοχωρημένοι. Η Λυδία δεν άντεχε να συνεχίσουν το ψάξιμο.
Την έπεισαν με πολλή προσπάθεια. Μια βδομάδα αργότερα, βγήκαν στην αγορά. Μπρος στο μπακάλικο, η Λυδία άκουσε πως ο ιδιοκτήτης τους θα επέστρεφε σύντομα. Έστειλαν τον Μήτσο να «ψαρέψει» τον μπακάλη. Ο Αλέξανδρος κι η Λόλα έψαξαν το σπίτι του κ. Γιώργου. Βρήκαν εφημερίδες κι ένα βραχιόλι. Είχε ξεραμένο αίμα πάνω του. Ενώ όλα μοιάζαν ήρεμα, δέχτηκαν μια παράξενη κλήση. Ακουγόταν μονάχα μια ανάσα. Έκλεισαν τη συσκευή αναστατωμένοι. Βγήκαν απ' το σπίτι, να πάρουν αέρα. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Για λίγο σταμάτησαν. Συνέβαιναν περίεργα πράγματα. Ένα βράδυ με άγρια βροχή, τα φώτα αναβόσβηναν και περίεργοι ήχοι ακούγονταν.
Η Λόλα πήγε να δει. Έρχονταν απ' το μπάνιο. Αναστατώθηκε που απ' τη βρύση έτρεχε αίμα, αντί για νερό. Κοίταξε ταραγμένη τον καθρέφτη του μπάνιου. Ήταν γραμμένο: «Ήρθε η ώρα σας!» Ούρλιαξε από τρόμο. Έφυγε τρέχοντας. Πανικόβλητη. Κανείς δεν τη σταματούσε. Είχε τρελαθεί μ' όσα είδε!
Οι υπόλοιποι προσπάθησαν να την ηρεμήσουν. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Τους τα είπε όλα. Παρακαλούσε να φύγουν. Σκέφτηκαν να φωνάξουν γιατρό. Δεν ήξεραν τι να πουν. Προσωρινά φύγανε απ' το σπίτι .Μείνανε σε ξενοδοχείο μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.
Η Λόλα συνήλθε γρήγορα.Το απόγευμα συνάντησαν μια κυρία. Για καλή τους τύχη, γνώριζε το παρελθόν. Λεγόταν Κάτι κι ήξερε πώς θα σώζονταν από το μαρτύριο τους. Ήθελαν όλοι να ξεφύγουν απ' τον λαβύρινθο. Την άκουσαν προσεχτικά. Η μόνη λύση είναι: «να πάρουν το βραχιόλι και να το πάνε στην παραλία, που περνούσαν τις ώρες τους ο κύριος και η κυρία Μπο, όταν ήταν ακόμη πολύ ερωτευμένοι. Έπρεπε να το θάψουν στο σημείο που πρωτοφιλήθηκαν, λέγοντας τα κατάλληλα λόγια!».
Τα παιδιά μάζεψαν τα πράγματά τους. Πήραν το αμάξι κι αποχώρησαν. Στη διαδρομή έμοιαζαν χαμένοι. Ήταν ταραγμένοι κι αναστατωμένοι! Από λάθος, απροσεξία ή μοίρα, τράκαραν. Η Λόλα δεν άντεξε. Πήρε το όπλο απ' την τσάντα και το έβαλε στο στόμα της. Η Λυδία προσπάθησε να την προλάβει. Τη στιγμή εκείνη ήχησε η σκανδάλη. Ο Αλέξανδρος σταμάτησε το αμάξι και μηχανικά καθάρισαν το αίμα. Το άλλο πρωί έγινε η κηδεία. Στον τάφο της έβαλαν ό,τι αγαπούσε πιο πολύ: μια φωτογραφία δική τους, των πέντε.Την έβγαλαν τα Χριστούγεννα, πριν πάνε στο καινούργιο τους σπίτι. Το σπίτι του τρόμου!
Αργότερα, τα παιδιά πληροφορήθηκαν πως ο πρώην ιδιοκτήτης επέστρεφε σε δυο μέρες, με την πτήση 228. Την επομένη άκουσαν ειδήσεις: «Το σκάφος της πτήσης 228 κατέπεσε, παρά τις απέλπιδες απόπειρες του έμπειρου πιλότου. Οι επιβαίνοντες και το πλήρωμα σκοτώθηκαν ακαριαία.» Η παρέα συνειδητοποίησε πως ο κύριος υπαίτιος είχε χαθεί. Οριστικά. Ο Μήτσος σχολίασε: «Τώρα είναι που δεν τα παρατάω. Θα συνεχίσω...για την Λόλα. Ήταν άδικο ό,τι έπαθε. Όποιος θέλει, μαζί μου!» Ο Αριστείδης τα παράτησε. Το ίδιο κι ο Αλέξανδρος. Μάζεψαν ό,τι είχαν και δεν είχαν κι εξαφανίστηκαν απ' το καταραμένο σπίτι.
Είχαν μείνει η Λύδια κι ο Μήτσος μόνο. Εκείνο το βράδυ, η Λυδία ονειρεύτηκε τη Λόλα. Θα συνέχιζαν μαζί, της δήλωσε. Σηκώθηκε ξαφνικά κι έβαλε τα κλάματα.Το πρωί τα μετέφερε όλα στον Μήτσο. Πήραν την απόφαση να πάνε το ματωμένο βραχιόλι, όπου τους είπε η γυναίκα. Το απόγευμα το έθαψαν στην παραλία, λέγοντας τα λόγια. Το πνεύμα της νεκρής ούρλιαζε, απειλώντας.τους: «Φύγετε απ' το σπίτι μου! Θα έχετε άσχημο τέλος!» Μετά εξαφανίστηκε. Εκείνοι γύρισαν τρομαγμένοι. Είχε βραδιάσει. Έξω έβρεχε. Οι δρόμοι πλημμύριζαν. Η Λυδία δήλωσε στον Μήτσο πως δε άντεχε πια. Εκείνος την μετέπεισε. Ήρεμη πήγε για μπάνιο. Κλείνοντας την πόρτα του λουτρού, τα φώτα αναβόσβησαν. Το παράθυρο άνοιξε με δύναμη. Η Λυδία γλίστρησε. Έπεσε στο πάτωμα. Ακούστηκε ο πάταγος της πτώσης. Ο Μήτσος, με το άκουσμα του γδούπου, μπήκε στο μπάνιο. Είδε τη Λύδια στο πάτωμα. Νεκρή. Κατηγόρησε τον εαυτό του.
Μάρτης του 1969: «Δυο μέρες νωρίτερα, ένας παράξενος άνδρας χτύπησε την πόρτα μου. Άνοιξα και ζήτησε να μου μιλήσει. Τον έλεγαν Μήτσο. Μου διηγήθηκε τα πάντα. Όλα όσα σας αφηγούμαι τώρα. Η ιστορία που διαβάσατε βασίστηκε σ' όσα μου εξιστόρησε. Τελικά, ανακάλυψε την αλήθεια. Ήθελε να την πει σε εμένα. Ήθελε να μαθευτεί.Να γνωρίζει ο κόσμος! .Σοκαρίστηκα. Αργότερα ο Μήτσος παντρεύτηκε κι έκανε δυο δίδυμα κορίτσια. Τα βάπτισε Λόλα και Λυδία. Δεν ξαναμίλησε στους άλλους. Τα άφησε όλα πίσω του. Συνέχισε τη ζωή του. Κι εγώ σας μεταφέρω -αφιερωμένη- την Ιστορία του.» (Α.Μ. & Κ.Κ.)

Comments
Post a Comment