«Οι περιπέτειες μιας ζωής...»

Αγγλία γύρω στα 1700 μ.Χ. Τότε, οι άνθρωποι κινδύνευαν απ' τους πειρατές και τους φοβούνταν. Μα, στο σπίτι των πλούσιων Γράνμπαλ, ο μικρός Γιόχαν ήρθε,  έχοντας σαφή πρόθεση να γίνει ένας πειρατής! Δέκα χρόνια μετά, στα 20 του, κάνει βόλτα στο κρύο  μιας χειμωνιάτικης νύχτας, στο αγαπημένο λιμάνι. Τη στιγμή π' αγναντεύει την αιώνια αγαπημένη -το κοιμώμενο γαλάζιο- ξεπροβάλει το πειρατικό καράβι στον ορίζοντα. Ο Γιόχαν ενθουσιάζεται. Μέχρι τότε δεν έχει ξαναδεί κάτι ανάλογο! Καθώς πλησιάζει, κρύβεται σ’ ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο. Φοβάται πώς θα τον βρουν και θα τον σκοτώσουν. Όταν οι πειρατές βγαίνουν στο λιμάνι, τους παρακολουθεί, να δει τι θα κάνουν. Τη στιγμή που μπαίνουν στην πόλη, ο Γιόχαν ανεβαίνει στο καράβι τους και κρύβεται σ' ένα σαπιοβάρελο. Κάποια στιγμή, οι πειρατές επιστρέφουν μεθυσμένοι στη βάση τους και σαλπάρουν μ' αργούς ρυθμούς γι’ άγνωστα μέρη. Μαζί τους σαλπάρει κι ο Γιόχαν –χωρίς, βέβαια, να τον έχουν καταλάβει-. Ώρες αργότερα, ο Γιόχαν μη αντέχοντας πια το βαρέλι, βγαίνει αθόρυβα, ν' ανιχνεύσει τριγύρω.      
    Ξαφνικά, πετάγεται μπρος του ο Μπεν, ο αγριότερος των πειρατών. Εξοργισμένος με τον απρόσκλητο επισκέπτη, τον αρπάζει και τον οδηγεί στον Καπετάνιο. Προτείνει να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Γιόχαν τους παρακαλεί κλαίγοντας να μην το κάνουν, αφού θέλει κι ο ίδιος να γίνει πειρατής. Θέλει να γίνει ένας απ' αυτούς, το νέο μέλος της ομάδας. Ο καπετάνιος ενθουσιάζεται. Κάποιος τον έχει για πρότυπο! Έτσι ο Γιόχαν γλυτώνει τη θάλασσα κι ανήκει πια στο πλήρωμα. Ένα μήνα αργότερα εξελίσσεται σ’ ένα απ' τα πιστότερα μέλη της ομάδας. Νιώθει τρισευτυχισμένος! Έχει καταφέρει να γίνει ό, τι ονειρευόταν. Εφτά χρόνια μετά, αναδεικνύεται Καπετάνιος του καραβιού κι αρχηγός των πειρατών. 
    Ενώ ταξίδευαν με προορισμό τη Μαδρίτη, μια μέρα ξεσπά πρωτόγνωρη καταιγίδα. Το καράβι πέφτει ανεξέλεγκτο στα πελώρια βράχια. Καταστρέφεται ολοσχερώς. Αρκετά μέλη του πληρώματος σώζονται, βρίσκοντας καταφύγιο στα γύρω ερημονήσια. Κι ο Γιόχαν καταλήγει σ' ένα απ' αυτά. Αναζητά παντού τα μέλη του πληρώματος. Επίσης, αν υπάρχουν ιθαγενείς, για να τον βοηθήσουν. Καταλαβαίνει πως έμεινε ολομόναχος. Ψάχνει για νερό και φαγητό. Πρέπει να επιβιώσει! 
    Μετά από ώρες ανούσιας περιπλάνησης, συνειδητοποιεί πως έχει ανάγκη ένα καταφύγιο, για να περάσει τη νύχτα που πλησιάζει απειλητική. Καθώς ψάχνει για βοηθητικά υλικά, ανακαλύπτει στα νότια ένα ναυαγισμένο πειρατικό καράβι. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ξεκινά να μαζεύει ό,τι μπορεί να του φανεί χρήσιμο. Φτιάχνει το πρόχειρο καταφύγιό του, οπότε 
τον παίρνει ο ύπνος καταταλαιπωρημένο. Τα ξημερώματα ο ήλιος χαϊδεύει τα κύματα της θάλασσας με τις χρυσαφένιες του ακτίνες, ενώ ο Γιόχαν νανουρίζεται από κελαηδίσματα εξωτικών πουλιών. Το στομάχι του διαμαρτύρεται εδώ και ώρα. Μαζεύει φρούτα κι αφού παίρνει δυνάμεις τρώγοντας καλά, αρχίζει να φτιάχνει τη σχεδία του. Σκοπεύει να γυρίσει στην πατρίδα!
  Αρχικά ενθουσιάζεται με την ιδέα. Στην πορεία ανακαλύπτει πως δεν είναι εύκολο το εγχείρημα, καθώς χρειάζονται μέρες ατέλειωτου κόπου και αγώνα. Παρόλα αυτά, δεν το βάζει κάτω. Τελικά, καταφέρνει να φτιάξει μια σχεδία ξύλινη. Θεωρεί αμφίβολο αν θα καταφέρει να εκπληρώσει τον ρόλο της. Κατά το μεσημέρι ξεκινά με θάρρος το ταξίδι. Λίγο πριν σκοτεινιάσει, φοβάται τυχόν τρικυμία, αφού έχει βγάλει αέρα. Τα μεσάνυχτα οι θόρυβοι ακούγονται πια βίαιοι, τρομακτικοί. Ο αέρας πότε δυναμώνει κι άλλοτε χαμηλώνει. Ξανά και ξανά, ακατάπαυστα. Ο μικρός πειρατής δεν το βάζει κάτω. Συνεχίζει φοβισμένος το ταξίδι, αλλά μαγεμένος κιόλας από την ιδέα της περιπέτειας. Αφού παλεύει ατέλειωτες ώρες με τα κύματα, αντικρίζει στεριά κι απ' τη χαρά του νομίζει πως πρόκειται για την Αγγλία. 
  Μόλις πατάει στεριά, βλέπει τρεις ανθρώπους να ψαρεύουν, τους μιλάει αγγλικά, μα δεν ανταποκρίνονται. Απογοητεύεται, με το που συνειδητοποιεί πως δε είναι στην πατρίδα. Καταπονημένος,  πάει στην πόλη για νυχτερινό κατάλυμα. Φτάνει στο πανδοχείο και ρωτάει πού βρίσκεται. Είναι στη Νορβηγία. Μένει τρεις μέρες και ξεκινάει για την Αγγλία, αφού προμηθεύεται τ' αναγκαία για το ταξίδι.
   Μετά από μέρες αργές, βασανιστικές, φτάνει στην πατρίδα. Κατεβαίνει στο λιμάνι και τρέχει στο σπίτι του. Όταν φτάνει, στη θέση του αγαπημένου κτιρίου, αντικρίζει ερείπια. Τότε καταλαβαίνει πόσα χρόνια θαλασσοδερνόταν. Θυμάται καλούς παιδικούς φίλους. Πάει στο σπίτι κάποιου να ρωτήσει τι απέγιναν οι γονείς του. Μαθαίνει περίλυπος πως έχουν πεθάνει, πριν τέσσερα χρόνια. Του άφησαν και μεγάλη περιουσία. Την επομένη ο Γιόχαν βρίσκεται στον συμβολαιογράφο να μάθει τι κληρονόμησε. 
   Το πρώτο πράγμα, που κάνει, είναι να ξαναχτίσει το σπίτι που μεγάλωσε. Κάποια στιγμή παντρεύεται την Έμιλυ κι αποκτούν ένα 
κορίτσι, την Τζασμίν. Τα χρόνια περνούν. Ο Γιόχαν χάνει την πολυαγαπημένη του σύντροφο από καρκίνο, απομένοντας το μοναδικό στήριγμα για την κόρη τους.
   Αρκετά χρόνια αργότερα η πλέον ενήλικη μορφωμένη Τζασμίν ετοιμάζεται για γάμο. Οι πειρατικές ιστορίες του πατέρα της έχουν περάσει στη σφαίρα της φαντασίας πια. Έγιναν αγαπημένο ανάγνωσμα για τα παιδάκια της πόλης. 
  Μονάχα ο Γιόχαν γυρνάει κλεφτά πότε πότε σε κείνη την εποχή, αγκαλιά μ’ ένα σύννεφο από όνειρα. Άλλωστε, πρόκειται για τα νιάτα, τις περιπέτειες, την ίδια του τη Ζωή! Πώς μπορούσε αλήθεια να τις απαρνηθεί; (Γ. Μ.)
στήριγμα για την κόρη τους.
  Έπειτα από χρόνια ήρθε η ώρα για την πλέον ενήλικη 
και μορφωμένη Τζασμίν να παντρευτεί. Οι πειρατικές 
ιστορίες του πατέρα της είχαν περάσει πια στη σφαίρα 
της φαντασίας και είχαν γίνει αγαπημένο ανάγνωσμα για 
όλα τα παιδάκια της πόλης τους. 
  Μονάχα ο Γιόχαν γυρνούσε κλεφτά κάποια βράδια 
σε κείνη την εποχή αγκαλιά μ’ ένα σύννεφο από όνειρα. 
Άλλωστε υπήρξαν τα νιάτα ,οι περιπέτειες ,η ίδια του η 
ΖΩΗ!                                        κατάλαβε πόσα χρόνια θαλασσοδερνόταν.
Θυμήθηκε κάποιους παιδικούς του φίλους. 
  Πήγε στο σπίτι ενός απ’ αυτούς και τον ρώτησε τι απέγιναν οι 
γονείς του. Εκείνος του απάντησε πως είχαν πεθάνει πριν 
τέσσερα χρόνια και του είχαν αφήσει μια μεγάλη περιουσία .Την 
επόμενη μέρα ο Γιόχαν πήγε στο συμβολαιογράφο για να μάθει 
πόσα είχε κληρονομήσει . 
   Το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να ξαναχτίσει το σπίτι που 
μεγάλωσε. Κάποια στιγμή παντρεύτηκε την Έμιλυ και έκαναν ένα 
κορίτσι, την Τζασμίν. Τα χρόνια πέρασαν κι ο Γιόχαν έχασε την 
πολυαγαπημένη του βασανιστικές , έφτασε στην πατρίδα. 
Κατέβηκε στο λιμάνι και έτρεξε στο σπίτι του. 
κ αταλάβει

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»