«Εκ βάθρων»
Όλα έχουν αλλάξει. Ξαφνικά! Σοκ. Χάσκω ανέκφραστη. Πρόσωπο του νεκρού. Δε νιώθω απολύτως τίποτε. Κι όλα συμβαίνουν με ρυθμούς εφιαλτικούς. Τόσο γρήγορα! Δεν πρόφτασα να νιώσω κάτι. Στέκομαι σε μια γωνιά. Απλά παρατηρώ τους άλλους να καλπάζουν. Θρηνώ. Οδύρομαι. Πλαντάζω. Κλάμα σιωπηλό. Ξεσπώ σε φωνές. Συχνά βουβές.
Τσιρίδες, ανέκφραστες, φωνασκούσες συνάμα.
Τόσο που λέω πως μοιάζω σφάγιο.
Κι ωστόσο, δεν ακούγομαι. Σιωπώ και φορώ το πιο λαμπρό, το δήθεν αληθές χαμόγελό μου. Βαδίζω καθημερινά στο ίδιο μέρος. Φτάνω στην ίδια τάξη, το ίδιο τμήμα. Βλέπω τις ίδιες φάτσες. Κοινών ανθρώπων. Όχι περσινές. Έχουν αλλάξει. Δεν ξέρω κάποιον φέτος, δε μου μιλά κάποιος. Κατά κυριολεξία, δε μου μιλά κανείς. Ξεκινώ τη συζήτηση εγώ πάντα. Συχνά άχαρη κι ανούσια.
Κι ωστόσο, δεν ακούγομαι. Σιωπώ και φορώ το πιο λαμπρό, το δήθεν αληθές χαμόγελό μου. Βαδίζω καθημερινά στο ίδιο μέρος. Φτάνω στην ίδια τάξη, το ίδιο τμήμα. Βλέπω τις ίδιες φάτσες. Κοινών ανθρώπων. Όχι περσινές. Έχουν αλλάξει. Δεν ξέρω κάποιον φέτος, δε μου μιλά κάποιος. Κατά κυριολεξία, δε μου μιλά κανείς. Ξεκινώ τη συζήτηση εγώ πάντα. Συχνά άχαρη κι ανούσια.
Κι εγώ πάλι την τερματίζω. Απογοητευμένη. Γνωρίζω άτομα, από παλιά. Κι είναι σα να μην τα ξέρω. Έχουν αλλάξει τόσα φέτος. Σχολείο Νο1, Σχολείο Νο2, Σχολή Χορού, Σχολή Μουσικής. Αντικρίζω νέα πρόσωπα, σχεδόν άγνωστα.
Οικεία εξωτερικά, επιφανειακά μόνο.
Κανένα δε χαμογελά. Μοιάζουν μουντά, κατσούφικα, ξέθωρα. Λυπημένα περισσότερο
ή παραπονεμένα. Συνήθως ξινά. Μοιάζουν νεκρικά. Τα νέα των παλιών τα μαθαίνω. Μεταφέρω και τα δικά μου. Τους λέω, είμαι καλά. Ψέματα! Δεν είμαι. Καθόλου. Έχουν αλλάξει πολλά. Είμαι εντάξει, νομίζω. Πρέπει να είμαι
ή τουλάχιστον να γίνω. Άλλωστε, ήταν...
επιλογή μου! Τώρα, να κλαίγομαι γι’ αυτήν;
Βρήκα, ίσως, κάποιους να ταιριάξουμε. Ή και όχι. Απλά να κυλάμε τον χρόνο μαζί, να μην είμαστε μόνοι. Να μη θεωρούμαστε αντικοινωνικοί.
Βρήκα, ίσως, κάποιους να ταιριάξουμε. Ή και όχι. Απλά να κυλάμε τον χρόνο μαζί, να μην είμαστε μόνοι. Να μη θεωρούμαστε αντικοινωνικοί.
Δεν είμαστε. Δε θέλουμε να μας θεωρούν!
Πρώτες μέρες σχολείου, λένε. Όλοι χαρούμενοι, όλοι ευχαριστημένοι. Ε, λοιπόν, εγώ δεν είμαι! Πρώτον, γιατί οι αλλαγές καθόλου δε μ' αρέσουν. Οι καινούριες παρέες δε μου αρέσουν. Δε μου αρέσουν οι καινούριοι δάσκαλοι. Ούτε το καινούριο κτίριο! Έχω πανικοβληθεί με τις αλλαγές. Λέω πως είμαι εντάξει με όλο αυτό.
Πρώτες μέρες σχολείου, λένε. Όλοι χαρούμενοι, όλοι ευχαριστημένοι. Ε, λοιπόν, εγώ δεν είμαι! Πρώτον, γιατί οι αλλαγές καθόλου δε μ' αρέσουν. Οι καινούριες παρέες δε μου αρέσουν. Δε μου αρέσουν οι καινούριοι δάσκαλοι. Ούτε το καινούριο κτίριο! Έχω πανικοβληθεί με τις αλλαγές. Λέω πως είμαι εντάξει με όλο αυτό.
Ε, λοιπόν δεν είμαι. Ούτε βράχος, ούτε Θεός! Είμαι άνθρωπος και πονάω. Μου λείπουν οι παλιοί: συμμαθητές, καθηγητές, η δασκάλα χορού, ο δάσκαλος του πιάνου. Μου λείπουν
οι φίλοι, οι βόλτες, τα πάρκα, τα γέλια, οι τετραήμερες, τα παλιά γενέθλια.
Έχουν αλλάξει τόσα! Όχι. Έχουν αλλάξει όλα! Τίποτε δε μοιάζει σταθερό. Μεγαλείο Αστάθειας! Αμόκ. Κινούμαι αμήχανα, νιώθω ευάλωτη.
Θα βρω την άκρη. Σε λίγο θα είναι καλύτερα.
Θα προσαρμοστώ. Θα συνηθίσω.
Έτσι, λέει η μάνα. Έτσι περιμένω κι εγώ.
Ν’ αλλάξουν τα πράγματα.
Γιατί, όπως μπήκαν δεν είναι σωστά. Τοποθετημένα σε λάθος θέσεις,
λανθασμένων τόπων, σε λάθος στιγμές.
Εν τέλει, λέω ξανά, έχουν αλλάξει πολλά.
Όχι. Έχουν αλλάξει όλα. Καληνύχτα σας!

Comments
Post a Comment