«Μίζερη ζωή...»

Κάποτε, παλιά στα 1974,  το ημερολόγιο έγραφε 23 Φεβρουαρίου. Γεννήθηκε ο κ. Ξενοφών τότε -το μοναδικό παιδί μιας πλούσιας οικογένειας- μ' εφόδιο αποκλειστικό τους πόρους της οικογενειακής επιχείρησης ενδυμάτων. Μετά από χρόνια, αυτή πέρασε στον έλεγχο του μικρού Ξενοφώντα, που είχε γίνει πια μεγάλος. Μονάχα στην ηλικία, όμως. Στον νου και την ψυχή παρέμενε μίζερος, "λίγος", όπως όλοι στην οικογένεια. Στη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του, υπήρξε μίζερος. Έτσι είχε ανατραφεί, έτσι έμαθε. Μίζερος, καταπιεστής, εκμεταλλευτής. Ένα άτομο που έπινε το αίμα των υφισταμένων. 
   Είχε χτίσει και μια πολυκατοικία, για να μένουν -δήθεν προς διευκόλυνσιν τους- οι εργάτες της "παραγωγικής μονάδας", όπως αποκαλούσε το τρισάθλιο εργοστάσιό του. Οι εργάτες δούλευαν εκεί μέρα νύχτα -ως και Κυριακές- να καλύψουν τη ζήτηση (ως όφειλαν, γιατί κανείς δε δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει) σ' εξαγωγές σ' όλην την Ευρώπη. 
   Η πολυκατοικία έκλεινε, "ασφάλιζε" με μια  σιδερένια πόρτα τεραστίων διαστάσεων. Όλα τα διαμερίσματα δυάρια, όλα με διπλοσφαλιστά παράθυρα, που ποτέ τους δεν άνοιγαν. Γιατί τότε η "μπόχα" της στέρησης και της ανέχειας θα εκλύονταν στην ατμόσφαιρα. Δηλητηριάζοντας κάθε ζωντανό οργανισμό τριγύρω, όπως και τους ενοίκους της μακροπρόθεσμα και συστηματικά. 
   Ο κ. Ξενοφών, κάθε πρώτο Σάββατο εκάστου μηνός και ώραν αρκούντως πρωϊνή, εμφανιζόταν για την καθιερωμένη είσπραξη. Καθόταν σε μια καρέκλα Επισήμων, αρκούντως επιβλητική, στo Θυρωρείο της πολυκατοικίας. Και τότε όλοι κι όλες -κουρασμένοι και διπλοκουρασμένες- εργάτες κι εργάτριες σχημάτιζαν μια ευθεία, μακροσκελή σειρά. Για να του παραδώσουν το αντίτιμο των εκ του νόμου απορρεόντων δικαιωμάτων του. Κοινώς έπρεπε να του δώσουν τα νοίκια του! Από το ελλιπές με όρους επαχθούς εκμετάλλευσης μεροκάματό τους. Έτσι λίγο λίγο είχε μεταφέρει τη μιζέρια του και στους εργάτες του. 
   Ένα Σάββατο, κάποιου χρόνου απροσδιόριστου, μόλις ήρθε να πάρει τα νοίκια του την έστησαν οι αγνώμονες εργάτες. Τον περίμεναν λίγο έξω από την είσοδο και τον μαχαίρωσαν. Αργά, πολλαπλά και βασανιστικά. Σαν το αίμα που τους ρουφούσε αχόρταγα τόσα χρόνια, κάθε πρώτο Σάββατο εκάστου μηνός. Έπεσε κάτω αμέσως , σωριάστηκε σαν το πληγωμένο κουτάβι ή καλύτερα σα το σάπιο κούτσουρο. Κι οι τελευταίες λέξεις που ξεστόμισε ήταν: «Συγχωρήστε με, αν μπορείτε!  Δεν ήθελα ποτέ να σας συμπεριφερθώ έτσι. Εκείνοι μ' έμαθαν να είμαι έτσι. Σκληρός, απάνθρωπος, μίζερος. Κυρίως μίζερος...» 
  Κι έπειτα ξεψύχησε. Πέθανε με μια πρωτόγνωρη ηρεμία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Οι εργάτες ξέσπασαν σε κλάματα. Πήραν τηλέφωνο την Αστυνομία. Κι έπειτα το έκαναν να φανεί ως ατύχημα. Το εργοστάσιο τη μέρα εκείνη ήταν κλειστό λόγω πένθους. Οι εργάτες αισθάνθηκαν στοιχειωδώς λύπηση για τον κ. Ξενοφώντα -για πρώτη και τελευταία φορά-. Κυρίως για τη μοναξιά της ψυχής του πρώην αφεντικού. Και ταυτόχρονα απροσμέτρητη αίσθηση απελευθέρωσης απ' τον Δυνάστη τους. 
«Να ζήσουμε, να σας θυμόμαστε, κ. Ξενοφώντα! Στην υγειά σας! Όλα εδώ μένουνε. Κι όλα τα χρέη εξωφλούνται.» Μουρμούριζαν κάπως έτσι στο μνημόσυνο του, όπου όλοι καλοέφαγαν και καλοήπιαν. Ίσως για πρώτη φορά στη πολύπαθη ζωή τους. (Β. Ε.)


Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»