«Ταξιδεύοντας στον κόσμο της φαντασίας...»
Γιατί έχει τόση φασαρία; Ποιος άνοιξε τα φώτα; Ένα Σάββατο είχα να κοιμηθώ κι ούτε αυτό δε μ' άφησαν! Ανοίγοντας τα μάτια, αντικρίζω κάτι πρωτόγνωρο. Μια θέα μοναδική, ανυπέρβλητη. Πρώτη φορά βρίσκομαι σ' ένα τέτοιο μέρος. Περιτριγυρίζομαι από πράσινο! Παντού γύρω μου υπάρχουν πανύψηλα δέντρα και λουλούδια που μερικά τ' αντικρίζω για πρώτη φορά. Αποδείχτηκε, εν τέλει, πως η φασαρία ήταν κάποιος καταρράκτης που κατέληγε σε λίμνη με κρυστάλλινα νερά! Ήταν τόσο καθαρά που μπορούσα ν' αντικρίσω τον πυθμένα, να διακρίνω τα ψάρια κι ό,τι άλλο κολυμπούσε εκεί. Τη θέση της λάμπας δωματίου έχει πάρει ένας περίλαμπρος ήλιος. Με ζεσταίνει με τις ακτίνες του τόσο που λες ξημέρωσε, εδώ και ώρες. Πουλιά τραγουδούν. Κυριολεκτικά. Δεν κελαηδούν απλώς, τραγουδούν τραγούδια που δεν έχω ξανακούσει. Έχω, όμως, την αίσθηση πως θα γίνουν τ' αγαπημένα μου!
Εκτός απ' τα τραγούδια των πουλιών ακούω φωνές, κάποιοι συζητούν. Τελικά δεν είμαι μόνη μου εδώ. Ακολούθησα τις φωνές, ώσπου έφτασα σ' ένα ξέφωτο, όπου η βλάστηση δεν είναι τόσο πυκνή. Μου πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσω πως οι φωνές δεν είναι ανθρώπινες, αλλά φωνές ζώων. Μπροστά μου βρίσκονται ένας λαγός, μια χελώνα κι ένας εξωτικός παπαγάλος, πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου. Μαλώνουν για το ποιος κέρδισε στον αγώνα δρόμου που είχαν κάνει. Ο λαγός γκρίνιαζε πως ήταν άδικο κι ήθελε επανάληψη. Η χελώνα διαφωνούσε. Έλεγε πως τον νίκησε στα ίσα, ενώ ο παπαγάλος -ως κριτής- υποστήριζε τα λεγόμενα της χελώνας. Η συζήτηση τους σταμάτησε απότομα, όταν με είδαν. Δε φαίνονταν τρομαγμένα. Μόνο περίεργα για τον λόγο που βρισκόμουν εκεί. Αποδείχτηκε πως είχα δίκιο, αφού αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με ρώτησαν. Τους απάντησα πως δεν είχα ιδέα πώς και γιατί βρέθηκα εκεί. Η χελώνα εξιστόρησε τι είχε συμβεί την τελευταία φορά που είχε δει άνθρωπο. Θυμήθηκε πως τους εκμεταλλεύτηκε και προσπάθησε να τους πουλήσει, για να βγάλει χρήματα. Αυτή η ιστορία μ' έκανε να συνειδητοποιήσω ότι δεν ήμουν -καθόλου μα καθόλου- ευπρόσδεκτη. Δεν μπορούσα να τους κατηγορήσω! Είχαν όλο το δίκιο του κόσμου να απεχθάνονται τους ανθρώπους! Συμφώνησαν να με βοηθήσουν να φύγω. Υπό τον όρο να δώσω υπόσχεση κι όρκο βαρύ να μην πω σε κανέναν γι'αυτό το μέρος.
Έτσι ξεκίνησα το ταξίδι της επιστροφής, που πιστεύω πως θα με συγκινούσε πιο πολύ, αν θυμόμουν και το ταξίδι που έκανα προς τα εδώ. Εγώ βάδιζα με τον λαγό και τη χελώνα που -προς έκπληξή μου- περπατούσε πολύ πιο γρήγορα από όσο περίμενα. Ο παπαγάλος είχε ήδη πάει πετώντας, να ειδοποιήσει αυτούς που θα με μετέφεραν. Ακόμη δεν ήξερα ποιοι ήταν. Τα ζώα δεν μου αποκάλυπταν το σχέδιο «απόδρασης» μου, όσο κι αν τους ρωτούσα.
Συνεχίσαμε να περπατάμε, ώσπου φτάσαμε σε μι' αμμουδερή παραλία. Στην αρχή έμεινα άναυδη. Δεν ήμουνα προετοιμασμένη ν' αντικρίσω τέτοια πανδαισία. Είχε φτάσει πια το σούρουπο. Τα χρώματα τ' ουρανού είχαν αλλάξει από μπλε σε πορτοκαλί και κίτρινα. Έτσι μ' έκανε ν' αναπολώ τα καλοκαίρια που κάποτε είχα περάσει στην Κρήτη.
Μόλις φτάσαμε, μας καλωσόρισαν ο παπαγάλος παρέα μ' ένα καβούρι. Κάτι τέτοιο μ' έκανε ν' απορήσω περισσότερο για το πώς σκόπευαν να με στείλουν πίσω. Πάλι καλά, τα ερωτήματά μου απαντήθηκαν, όχι πολύ αργότερα.
Όταν μου αποκάλυψαν το σχέδιο που αποτελούνταν από τρεις φάσεις, ακουγόταν σχετικώς εύκολο. Πρώτα απ' όλα έπρεπε να φάω το φυτό που είχε φέρει μαζί του το καβούρι. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα με βοηθούσε ν' αναπνέω κάτω απ' το νερό. Δεύτερον, θα κολυμπούσα, μέχρι να φτάσω σ' ένα μικρό νησάκι που δεν βρισκόταν πολύ μακριά απ' την ακτή. Εκεί θα με περίμενε ένα δελφίνι που θα με γυρνούσε πίσω, στον δικό μας κόσμο. Τρίτον, αφού θα έφτανα στη στεριά, θα συναντιόμουν μ' ένα σπουργίτι που θα μου 'δειχνε τον δρόμο για το σπίτι μας.
Βεβαίως, εξακολουθώ να είμαι λίγο προβληματισμένη αν το φυτό θα δουλέψει, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Ήδη νυχτώνει. Εάν θέλω να γυρίσω, θα πρέπει να το κάνω τώρα. Και μ' αυτή τη σκέψη στο μυαλό μασουλάω το φυτό, κολυμπώ ως το νησάκι και βρίσκω το δελφίνι. Κοιτάζω πίσω στο νησί. Ακόμα μπορώ να διακρίνω τις φιγούρες των ζώων που μ' έχουν βοηθήσει. Ούτε καν με χαιρετούν. Τόσο πολύ τους έκαναν να φοβούνται ή και να μισούν τους ανθρώπους, εκείνοι που 'χαν έρθει πριν από μένα. Βουτάω με το δελφίνι στο νερό. Φοβάμαι τόσο που κρατάω ακόμη και την ανάσα μου. Κι αν το φυτό δε δουλέψει; Κι αν δεν καταφέρω ν' αναπνεύσω; Τι θα κάνω τότε;
Υποθέτω πως δε θα μάθουμε ποτέ, καθώς μόλις πήρα θάρρος, για ν' ανοίξω τα μάτια μου, άκουσα το ξυπνητήρι να χτυπά. Ήταν όλα ένα όνειρο, μα το ένιωθα τόσο αληθινό! Ποιος αποφασίζει τι είναι αληθινό και τι όχι; Απ' την αρχή ήξερα πως ο τρόπος που είχα φτάσει εκεί ήταν μαγικός! Ποτέ, όμως, δεν περίμενα ότι θα 'ταν ο ίδιος τρόπος που κάθε βράδυ με κάνει από τότε να ταξιδεύω στον κόσμο της φαντασίας! (Π.Δ.)

Comments
Post a Comment