Στη «Χώρα του Πέρα ως Πέρα...»

Μία φορά κι έναν καιρό -κάπου σε έναν κόσμο μαγικό- πλάι σε μία μεγαλούπολη, ήταν ένα αγοράκι μοναδικό, απολύτως φυσιολογικό. 
Το αγόρι αυτό είχε κάτι εξαιρετικό, κάτι ξεχωριστό! Σίγουρα θα το καταλάβετε στο μέλλον! 
   Το αγόρι, ονόματι Τζάκομο, βασάνιζε ένα πρόβλημα μεγάλο: δεν μπορούσε καθόλου να βγει από το σπίτι, λόγω μιας βαριάς αρρώστιας. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν το εμπόδισε ποτέ να ταξιδέψει σε ολάκερη τη Γη! 
    Τώρα όλοι αναρωτιέστε, δεν το πιστεύετε καν πως έχει πάει παντού: από το Ντουμπάι ως τις Μπαχάμες, απ' τη Φεριτόπια μέχρι τη Χώρα του Ποτέ, απ' το παλάτι της Έλσας ως τον απομονωμένο Πύργο της Ραπουνζέλ. 
    Ο Τζάκομο έχει επίσης πολλούς φίλους: τη Χιονάτη, την Ωραία Κοιμωμένη, τον Πινόκιο, 
τον Ακέφαλο Καβαλάρη κι άλλους πολλούς ήρωες, παλιούς και νεώτερους στον κόσμο 
του μυστηρίου ή του παραμυθιού. Κι έχει κάνει τα πιο απίθανα με τους φίλους αυτούς! 
    Του λείπει, όμως, κάτι! Νιώθει ένα κενό μέσα του που δύσκολα θα γέμιζε ούτως ή άλλως, από οποιονδήποτε ή οτιδήποτε! Κι αναζητάει χρόνια λύση στο πρόβλημά του. Ταξίδεψε, γνώρισε και ρώτησε πολλούς! Διάφορα πλάσματα από διάφορους κόσμους, μα τίποτε ουσιώδες δε βρήκε! 
    Το τραγικότερο είναι πως δεν είχε επίγνωση! 
Δεν ήξερε, δηλαδή, τι αναζητούσε, σε ποια διάσταση, σε ποια μορφή, πότε και αν θα το έβρισκε ποτέ του! Αναζητώντας, λοιπόν, 
χρόνια πολλά αυτό που του έλειπε, βρέθηκε κάπως σ' έναν κόσμο πρωτότυπα μοναδικό! Λεγόταν «Χώρα του Πέρα ως Πέρα». 
Μια χώρα που δε έμοιαζε με καμία άλλη! 
    Εκεί δε γερνούσες, δεν πέθαινες, δεν αρρώσταινες και φυσικά δε στεναχωριόσουν ποτέ! Όλοι οι άνθρωποι εκεί ήταν ίσοι 
και δεν υπήρχε πόλεμος, διότι δεν υπήρχε 
λόγος να μαλώσει κανείς και με κανέναν. 
Όλοι ήταν τέλειοι και ένιωθαν τέλεια! Τουλάχιστον έτσι θεωρούσαν. 
Μέχρι που ο Τζάκομο βρήκε κάτι άλλο.
Μια κοπέλα διαφορετική απ' τους άλλους, από τον κόσμο του Τζάκομο ακόμη και τον δικό της. Ήταν κοντά στην ηλικία του Τζάκομο, 
ήταν πανέμορφη κι είχε μια τέλεια ζωή. 
Όμως κάτι της έλειπε. Μέσα της θεωρούσε πως, αφού όλα είναι τέλεια στη ζωή της, 
δεν υπήρχε νόημα να ζήσει άλλο. 
Δεν είχε κάποιον στόχο ή επιθυμία να εκπληρώσει! Όσα είχε στον κόσμο της ήταν τέλεια. Ο Τζάκομο, έκθαμβος από την ομορφιά της, προσπάθησε να την πλησιάσει και να της μιλήσει. Αυτή βρισκόταν καθισμένη στο πεζοδρόμιο, με στενοχωρημένο βλέμμα. 
Ο Τζάκομο κάθισε δίπλα της και σχολίασε: 
«Γιατί σ' έναν τέλειο κόσμο, σαν κι αυτόν να υπάρχει ένα κορίτσι τόσο όμορφο που κλαίει κι είναι στενοχωρημένο;» 
Το κορίτσι προσπάθησε να σκουπίσει τα δάκρυα απ' το πρόσωπό της κι απάντησε: 
«Ακριβώς! Όπως τα λες! Ένα κορίτσι, σ' έναν τέλειο κόσμο, τι νόημα έχει η ζωή της;»
Ο Τζάκομο παρέμεινε πλάι της, ενώ εκείνη ξεφόρτωνε τη στεναχώρια απ' την ψυχή της.
«Παρεμπιπτόντως, με λένε Ναταλία. Εσένα πώς σε λένε;»
«Ονομάζομαι Τζάκομο!»
«Χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία! Και συγγνώμη που γνωριστήκαμε με τόσο άσχημο τρόπο!»
«Δεν πειράζει καθόλου! Γιατί θεωρείς άσχημο το να έχεις αρνητικά συναισθήματα, αφού είναι κάτι φυσιολογικό;» 
«Δε συμφωνούμε, αλλά δεν πειράζει! Φαίνεται πως δεν είσαι από εδώ. Έχεις χλωμό πρόσωπο, αδύναμο σώμα και κουρασμένο βλέμμα. Από πού έρχεσαι;» 
«Αυτό δεν ήταν και ό,τι ευγενικότερο έχω ακούσει, αλλά ναι, έχεις δίκιο! Δεν κατάγομαι από εδώ. Έρχομαι από έναν πλανήτη μακρινό, ονόματι Γη.»
Μόλις η Ναταλία άκουσε πως ο Τζάκομο έρχεται απ' τη Γη, χλώμιασε κι έμεινε έκπληκτη.» 
«Μιλάς για τη Γη, την αληθινή Γη; Υπάρχει ακόμη αυτός ο πλανήτης; Νόμιζα πως είχε απομείνει σε θρύλους και παραμύθια μόνο! Είναι, αλήθεια, έτσι όπως την περιγράφουν;»
«Εάν περιγράφουν τη Γη ως έναν τόπο που άλλοτε μοιάζει μ' Όνειρο και άλλοτε μ' Εφιάλτη, τότε ναι, είναι αλήθεια!»
«Όμως, πώς βρέθηκες στη 'Χώρα του Πέρα ως Πέρα'; Είναι αδύνατο να έρθει κανείς εδώ, πόσο μάλλον κάποιος απ' τη Γη.» 
«Θες να σου πω το μυστικό μου; Τελοσπάντων, όπως και να 'χει, θα σου το πω. Ακόμη κι αν δε με πιστέψεις, η δύναμή μου, το εισιτήριο που μου επιτρέπει να ταξιδεύω είναι η Φαντασία μου.» «Τι; Πώς; Δε σε πιστεύω! Ποια φαντασία, καλέ;» «Αφού δε με πιστεύεις, για να σου το αποδείξω, θα σε πάω όπου θες εσύ.» 
«Πάντα ονειρευόμουν να πάω στη Γη. Ποτέ δεν έχω δει πώς γίνεται κάτι κακό.»
«Αν και μου φαίνεται περίεργη η επιθυμία σου δεν μπορώ παρά να σου την εκπληρώσω.» 
Έτσι η Ναταλία κι ο Τζάκομο πιάστηκαν χέρι χέρι, έκλεισαν τα μάτια ερμητικά και στη στιγμή βρέθηκαν στη Γη. Ωστόσο, κάτι είχε πάει στραβά: όλα γύρω τους ήταν γκρίζα. Μαύροι καπνοί κάλυπταν τα πάντα. Ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος μάλλον είχε ήδη συντελεστεί. Η Γη έμοιαζε πλέον απολύτως κατεστραμμένη. Ο Τζάκομο έχασε το έδαφος κάτω απ' τα πόδια του. Ο κόσμος του είχε πλέον ερημώσει! 
«Και τώρα τι θα κάνω; Το σπίτι μου έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Κι αυτό που βλέπω σίγουρα δεν είναι στη φαντασία μου! Ο πλανήτης μου έχει μετατραπεί σε κόλαση!»
«Μην ανησυχείς, θα βρούμε λύση στο πρόβλημα!», σχολίασε ο Τζάκομο.
«Μαζί θα το κάνουμε!», είπε η Ναταλία.
Κι έπειτα τα παιδιά συνειδητοποίησαν πως βαθιά μέσα τους είχαν βρει το κομμάτι που τους έλειπε. «Μέσα μου νιώθω πως ό,τι μου έλειπε είσαι εσύ, Νάταλι!» 
«Το ίδιο κι εμένα, Τζάκομο! Είσαι το μόνο άτομο που μου συμπαραστάθηκε ποτέ.» 
«Υπάρχει, όμως, πρόβλημα. Δεν είμαστε από ίδιους κόσμους. Ο ένας είναι του Ονείρου. Κι ο δικός μου δεν είναι απλώς Εφιάλτης, αλλά Κόλαση!» 
«Δεν πειράζει! Θα ήθελα πολύ να έρθεις να ζήσεις μαζί μου, στη 'Χώρα του Πέρα ως Πέρα'!» 
 «Αυτό είναι ένα όνειρο ζωής που τώρα πια μοιάζει να μπορεί να γίνει πραγματικότητα!» 
Από τότε η Ναταλία κι ο Τζάκομο ζήσαν μαζί αιώνια στη «Χώρα του Πέρα ως Πέρα» πολύ καλά κι εμείς καλύτερα! Ή μήπως όχι; (Γ.Μ.)

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»