«ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΗ ΝΟΡΒΗΓΙΑ»

Βγαίνοντας απ' το Σχολειό, συναντήσαμε έναν κύριο
που τον έλεγαν Γιώργη και 
καταγόταν απ' τη Νορβηγία.
Ο κυρ Γιώργης είχε δυό παιδιά,
τον Λεωνίδα και τον Ξενοφώντα.
Είχε χαρακτήρα ήρεμο
ταυτοχρόνως και μυστηριώδη.
Μας κάλεσε σπίτι του. Στην αρχή διστάσαμε να πάμε. Δεχτήκαμε, καθώς θέλαμε να τον γνωρίσουμε, ζώντας τον λιγάκι από κοντά. Μας φιλοξένησε με ανοιχτή καρδιά, ευγενικά, μ' αξιοπρέπεια.
Στη συνέχεια μας έβαλε σε μια μηχανή του Χρόνου που μας μετέφερε στην Νορβηγία.
Μας πήγε στην ωραιότερη παραλία της χώρας! Η ατμόσφαιρα τόσο γλυκιά, μ' ένα ζεστό αεράκι να μας χαϊδεύει απαλά και τα σύννεφα να κοιτούν και να μας χαμογελούν. Παρέα με τον λαμπρό ήλιο ενωμένα σε μια γλυκιά αρμονία, χόρευαν και τραγουδούσαν, σα μικρά παιδιά. Μας κρατούσαν υπέροχη συντροφιά  και μας γέμιζαν πρωτόγνωρη χαρά. Κατά τη βόλτα μας στην παραλία νιώσαμε μια μικρή πείνα. Ο κυρ Γιώργης μας οδήγησε στο εστιατόριο που έτρωγε, όταν ήταν μικρός. Περπατήσαμε λίγο ακόμη κι επιτέλους «φτάσαμε!», είπαμε όλοι. Καθίσαμε, παραγγείλαμε κι απολαύσαμε το φαγητό μας στο παραλιακό εστιατόριο. 
  Δεν ήμαστε μόνοι μας, όμως. Είχαμε παρέα τη θάλασσα να μας μιλά, τον ήλιο και τα σύννεφα να μας τραγουδούν. Μας κρατούσαν γλυκύτατη συντροφιά. Μετά λίγη ώρα τελειώσαμε τη βόλτα στη θάλασσα. Ο κυρ Γιώργης, με τα παιδιά του, ήθελαν να μας δείξουν πολλά ακόμη. 
   Κι εμείς θέλαμε, αλλά δεν προλαβαίναμε. Ήδη είχε νυχτώσει. Οι γονείς μας θ' ανησυχούσαν, σκεφτήκαμε. Στον γυρισμό, ακούσαμε μια τρυφερή φωνή να μας ρωτά πώς τα περάσαμε. Ψάχναμε να βρούμε ποιος μιλά και, ναι, ήταν το φεγγάρι. Εμείς, βεβαίως, δεν του απαντήσαμε, αφού νομίζαμε πως επρόκειτο για όνειρο. Άλλωστε δεν είχαμε συνηθίσει να μας μιλούν οι πλανήτες ή τ' αστέρια.
   Αφού γυρίσαμε στο χωριό, επιστρέψαμε στο σπίτι μας και την επομένη πίσω στο σχολειό. 
Κι εκεί ξεκινήσαμε να διηγούμαστε σε όλους τις γλυκιές μας περιπέτειες. Ήταν τόσο ωραία όσα άκουγαν, σχολίαζαν όλοι. Οπότε φυσιολογικά ελπίζαμε -και φυσικά θα θέλαμε πολύ- να το ξαναζήσουμε!
 Όμως, εμείς σκεφτόμαστε: «Σε μια αλλόκοτη πολιτεία, όπου οι άνθρωποι κοιμούνται ανάποδα κι οι νυχτερίδες ίσια, όπου οι άνθρωποι, όταν πεθαίνουν, βγάζουν φτερά και τα πουλιά τα χάνουν, όπου τα σπίτια είναι ανάποδα, όπου η θάλασσα είν' ουρανός κι ο ουρανός τρέπεται σε θάλασσα, όπου τ’ αστέρια είν' τα βότσαλα κι οι κόκκοι της άμμου μοιάζουνε μ' αστερισμούς, εκεί  θα θέλαμε να ταξιδέψουμε, την επόμενη φορά!
Κι αν κάπου, κάποιος, κάποτε αναρωτιόταν πώς και ζητούσαμε εκεί να πάμε, τότε με τόλμη περισσή θα τ' απαντούσα πως όρια η φαντασία δε γνωρίζει και χαλινάρι λογικής αδυνατείς να της περάσεις!
   Ένα ταξίδι ανάλογο, εύχομαι όλοι μας κάποτε να το τολμήσουμε! 

                   

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»