«Η γραμμή τ' ορίζοντα!»
Ήμουν στο δωμάτιο αμίλητη, ακίνητη. Για ώρες, μέρες, ίσως μήνες. Έβλεπα χρώματα μουντά, σκούρα, θλιβερά! Δεν ξεχώριζα το χρώμα απ' το ταβάνι. Είτε έκλεινα τα μάτια είτε τα άνοιγα, ένα και το αυτό. Απόλυτο σκοτάδι! Της φύσης, του νου και της ψυχής. Ξάφνου η πόρτα άνοιξε αργά, σχεδόν βασανιστικά. Κανείς δεν ήταν πίσω της. Ίσως ο αέρας... Μα καλά πώς; Από πού έρχεται αέρας στο δωμάτιο μου; Αφού παράθυρα δεν υπάρχουν! Η πόρτα έκλεισε δυνατά. Μπαμ! Ακούστηκε τόσο δυνατά που αυτόματα τα χέρια κινήθηκαν προς τ' αυτιά. Το δωμάτιο κατέρρεε, γκρεμιζόταν. Η ντουλάπα θρυμματίστηκε σε χιλιάδες κομμάτια. Το πόμολο της πόρτας κύλησε και χάθηκε. Το τασάκι άρχισε να στροβιλίζεται. Τόσο γρήγορα, που νόμιζες θ' ανοίξει τρύπα προς ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν. Κι έτσι απλά σε δυο λεπτά μεταφέρθηκα από μια καταθλιπτική στιγμή σε μια κατάσταση «life or death»! Τι να κάνω εγώ τώρα; Παίρνω φόρα και πέφτω πάνω στην πόρτα. Με δύναμη. Αυτή ανοίγει.Πέφτω. Όλα μαύρα. Βρίσκομαι κάπου, δε ξέρω πού! Μα, δεν μπορώ ν' ανοίξω τα μάτια ή να κουνήσω τα χέρια. Ούτε οποιοδήποτε άλλο μέρος του σώματός μου. Μόνο ακούω. Νομίζω ακούω κελαηδίσματα πουλιών. Και τώρα που το σκέφτομαι θαρρώ πως ακουμπούσα γρασίδι. Γρασίδι; Παράξενο! Το δωμάτιο μου δεν έχει γρασίδι. Που είμαι; Σηκώνομαι απότομα. Βρίσκομαι σε δάσος. Ένα βαθύ, πυκνό, κάτασπρο δάσος. Σιγά σιγά, επιχειρώ να σταθώ στα πόδια μου. Έχω μείνει άναυδη από την ομορφιά που αντικρίζω. Μα είμαι μόνη, όπως πάντα. Παίρνω πολύ γρήγορα μιαν απόφαση: να προχωρήσω μήπως συναντήσω καμια ψυχή. Μα δεν μπορώ. Δε μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου. Το χιόνι είναι πολύ. Τα πόδια βουλιάζουν όλο και πιο πολύ. Παλεύω με νύχια και δόντια να μείνω στην επιφάνεια. Νιώθω πως πνίγομαι. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Τελικά έχασα την πάλη με το χιόνι. Βούλιαξα.
Μα...δεν είμαι μες στο χιόνι. Βρίσκομαι μέσα σε μία άσπρη κουβέρτα νοσοκομείου. Όχι πάλι! Πάλι εδώ; Πάλι σ' αυτό το δωμάτιο; Κι οι οροί να κρέμονται! Τα χάπια στοιχισμένα στη σειρά: πρωί – μεσημέρι - βράδυ. Τουλάχιστον αυτό το δωμάτιο έχει παράθυρο. Για να βλέπω τον κόσμο πώς προχωράει! Εγώ κι η διπλανή μου. Είναι κι αυτή ψυχοπαθής. Όχι σαν εμένα. Αυτή έχει διπολισμό. Εγώ έχω σχιζοφρένεια. Δεν πάει πολύς καιρός που διαγνώστηκα. Μα πάει πολύς καιρός που είμαι εδώ μέσα. Φυλακισμένος. Η ρουτίνα της καθημερινότητας με κουράζει, με διαλύει. Γι' αυτό κι εγώ επιλέγω τη φαντασίωση. Είτε σ' ένα χιονισμένο δάσος, είτε σε μια μακρινή ακτή ή οπουδήποτε. Κάπου αλλού, σίγουρα. Εδώ μέσα πάντως, όχι! Προτιμότερη η γραμμή τ' ορίζοντα!

Comments
Post a Comment