«Ιστορίες οικολογικού ενδιαφέροντος»
1η: Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνδρας που μόλις είχε αγοράσει το δικό του σπίτι. Βρισκόταν σε μια υπέροχη τοποθεσία, πάνω στο βουνό κι ήταν περιτριγυρισμένο απ' ένα όμορφο δάσος. Ήταν μια κανονική μέρα. Κι, όπως πάντα, ο άνδρας διάβαζε την εφημερίδα του. Κατά την ανάγνωση, διάβασε κάτι που τον τρόμαξε πολύ. Ήταν μια κατάρα, βαθιά ριζωμένη στο δάσος. Από εκείνη την ημέρα συνέβαιναν διάφορα παραφυσικά περιστατικά στο σπίτι του. Άκουγε πόρτες να ανοιγοκλείνουν, φώτα να αναβοσβήνουν και πράγματα να πέφτουν από τα ράφια. Ο άνδρας άρχισε να φοβάται για την
ζωή του! Και τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα.
Επιτέλους για δυο μήνες δεν είχε ζήσει τίποτα παραφυσικό. Νόμιζε πως η κατάρα τον είχε πια αφήσει ήσυχο. Μια μέρα, όμως, πήγαινε για ύπνο ανήσυχος. Πριν ξαπλώσει στο κρεβάτι, άκουσε
το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπά. Όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε μια σκοτεινή φιγούρα να τον κοιτάει. Ο άνδρας κοκάλωσε από τον φόβο. Καθώς η φιγούρα σήκωσε το κεφάλι, ο άνδρας αντίκρισε τα κατακόκκινα μάτια του να
να τον κοιτούν επίμονα. Αυθόρμητα, έκλεισε αμέσως την πόρτα του.
Επιτέλους για δυο μήνες δεν είχε ζήσει τίποτα παραφυσικό. Νόμιζε πως η κατάρα τον είχε πια αφήσει ήσυχο. Μια μέρα, όμως, πήγαινε για ύπνο ανήσυχος. Πριν ξαπλώσει στο κρεβάτι, άκουσε
το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπά. Όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε μια σκοτεινή φιγούρα να τον κοιτάει. Ο άνδρας κοκάλωσε από τον φόβο. Καθώς η φιγούρα σήκωσε το κεφάλι, ο άνδρας αντίκρισε τα κατακόκκινα μάτια του να
να τον κοιτούν επίμονα. Αυθόρμητα, έκλεισε αμέσως την πόρτα του.
Εκείνη τη στιγμή πήρε την απόφαση να καλέσει ιερέα, για να ξορκίσει το σπίτι. Από τη μέρα που ο ιερέας διάβασε την ευχή για το σπίτι, η κατάρα απέφυγε να τον ενοχλήσει ξανά. Οπότε στο εξής ζούσε μια σχετικώς φυσιολογική ζωή. (Ν.Π.)
2η: Υπήρχε κάποτε μια πολιτεία, όπου ζούσαν πολλά ζώα κι είχε πεντακάθαρο αέρα. Τα νερά της ήταν καταγάλανα. Κολυμπούσαν εκεί πολλά και διαφορετικά ψάρια και φύτρωναν πανέμορφα λουλούδια.
Ξαφνικά κάποιος μεγάλος σκέφτηκε να χτίσει εκεί ένα εργοστάσιο. Έτσι τα λουλούδια μαράθηκαν, αλλά υπήρχε ακόμη η όμορφη λίμνη. Όταν, όμως, άρχισε να λειτουργεί το εργοστάσιο, η λίμνη κι ο αέρας μολύνθηκαν. Τελικά και οι άνθρωποι μολύνθηκαν κι αρρώστησαν όλοι. Μετά από λίγο καιρό κανείς δεν είχε το κουράγιο να παλέψει για τη ζωή του, πολύ περισσότερο αδυνατούσε ν' αγωνιστεί για την καθαριότητα της πολιτείας του. Όλοι εκτός από έναν! Αυτός ο άνθρωπος αποφάσισε να γκρεμίσει κρυφά το εργοστάσιο κι, όταν τα κατάφερε, οι υπόλοιποι άνθρωποι άρχισαν να γίνονται καλά. Έτσι όλα επανήλθαν στη φυσική τους κατάσταση.
(Κ.Κ-Ε.Μ.)
3η: Υπήρχε κάποτε μία πολιτεία, όπου ζούσαν πολλοί άνθρωποι εκεί. Ήταν χαρούμενοι και τρισευτυχισμένοι. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένας επιχειρηματίας που έγινε δήμαρχος σ' αυτήν την πολιτεία. Αμέσως ανακοίνωσε πως θα έφτιαχνε πολλά εργοστάσια, για να πλουτίσει η πόλη τους. Όταν κατασκευάστηκαν τα εργοστάσια, η ζωή τον ανθρώπων άλλαξε τελείως, φυσικά προς το χειρότερο. Τα εργοστάσια ελευθέρωναν στην ατμόσφαιρα καυσαέρια κι απόβλητα. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ζήσουν σ' ένα τέτοιο κλίμα! Έτσι κάποιοι εγκατέλειψαν την πόλη, ενώ κάποιοι άλλοι δεν ήθελαν. Στη συνέχεια οι κάτοικοι που έμειναν έκαναν μια συνέλευση. Συζήτησαν για το θέμα αυτό και προσπάθησαν να βρουν μια λύση. Τότε κάποιος πρότεινε να ξαναψηφίσουν για έναν νέο δήμαρχο που θα έφερνε ένα καλύτερο αύριο. Αφού ψήφισαν, εκλέχτηκε ένας άλλος δήμαρχος που υποσχέθηκε πως θα καθαριστεί όλη η πόλη και τ' απόβλητα όλα θα τα ανακύκλωναν. Πράγματι καθάρισε η πόλη κι έκλεισαν τα εργοστάσια. Έτσι έγιναν όλα, όπως πρώτα. Οι άνθρωποι -που είχαν φύγει- ξαναγύρισαν κι η πόλη έγινε και πάλι χαρούμενη (Α.Ε-Δ.Γ.)
4ο: Παλιά υπήρχε ένα πεντακάθαρο ποτάμι, που βρισκόταν δίπλα σ' ένα χωριό. Οι άνθρωποι εκεί πήγαιναν καθημερινά, για να πάρουν νερό να πιούν, να πλυθούν και να ποτίσουν τα σπαρτά τους. Όλοι οι άνθρωποι στο χωριό ήταν χαρούμενοι, χαμογελαστοί κι ευτυχισμένοι.
Μια μέρα ήρθε ένας κακός άνθρωπος με πονηρά, δόλια κι άρα καταραμένα σχέδια. Το κακούργο σχέδιό του ήταν να χτίσει ένα εργοστάσιο, δίπλα ακριβώς απ' το όμορφο ποτάμι, για να πετάει τις άχρηστες ουσίες του. Οι άνθρωποι απογοητεύτηκαν όταν το άκουσαν αυτό. Το ποτάμι -μετά από καιρό- και η ατμόσφαιρα τριγύρω είχαν μολυνθεί. Τα παιδιά δεν έβγαιναν έξω, διότι το περιβάλλον βρωμούσε άθλια, καπνό και σαπίλα. Επικίνδυνες αναθυμιάσεις ελευθερώνονταν στην ατμόσφαιρα από τις καμινάδες του εργοστασίου και όλοι φοβούνταν για τη ζωή και την υγεία τους. Επίσης τα παιδιά βαριούνταν τρομερά, επειδή ήταν αναγκασμένα να μένουν διαρκώς μέσα στα σπίτια τους.
Μα μέρα ο πρόεδρος του χωριού αποφάσισε να κάνει κάτι γι' αυτό. Μαζεύτηκαν όλοι στο εργοστάσιο, για να τους πείσουν να το κλείσουν. Τα κατάφεραν -μετά από πολλές ώρες και διαπραγματεύσεις-. Ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου, τους υποσχέθηκε μια χάρη, επειδή κατάλαβε πόσο κακό έκανε στην πόλη κι ένιωσε τύψεις.
Οι κάτοικοι του χωριού πρότειναν στους εργάτες να τους βοηθήσουν να καθαρίσουν τον χώρο με τα σκουπίδια και κυρίως το ποτάμι. Τώρα το ποτάμι είναι καθαρό όπως ήταν πριν, και δεν υπάρχει ίχνος σκουπιδιών στον χώρο. Επίσης τα παιδιά είναι πια ελεύθερα να παίζουν στη φύση και να απολαμβάνουν τον καθαρό αέρα, όπως παλιότερα. Έτσι η ισορροπία επέστρεψε στην όμορφη πολιτεία κι όλοι ζούσαν ξανά πολύ χαρούμενοι. (Ι.Ζ.-Θ.Μ.)

Comments
Post a Comment