«Ο Παππούς μας, Φιλέας Φογκ»

 
 Όμορφο, γλυκό πρωινό. Ο ουρανός καταγάλανος, ενώ  απ' τα ανοιχτά παράθυρα ακούγονται τιτιβίσματα πουλιών και τ' απαλό θρόισμα των φύλλων.  Ξεμυτίζουμε απ' τη δρύινη εξώπορτα κι ο λαμπρός ήλιος μας προσφέρει τα δώρα του πλουσιοπάροχα. 
     Σήμερα η αδελφή μου κι εγώ αποφασίσαμε ν' ανακαλύψουμε τις περιβόητες -σχεδόν θρυλικές- μυστικές κρυψώνες στην αποθήκη του παππού. Εκεί, δηλαδή, που τόσον καιρό ίσως συμβαίνουν αλλόκοτα πράγματα. 
    Τόσα χρόνια, ο παππούς μας διηγείται την ίδια ιστορία -κάθε κρύα νύχτα του χειμώνα, κάθε βροχερή μέρα του φθινοπώρου, κάθε ζεστό απόγευμα του καλοκαιριού και κάθε ηλιόλουστο μεσημέρι της άνοιξης-. Όσες φορές κι αν την ακούσουμε, κάθε φορά αποτελεί μια νέα εμπειρία, ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά κάτι καινούριο, καθώς μοιάζει τελείως απίστευτη. 
   Ξεκινά πάντα κάπως έτσι: «Ήτανε, λέει, κάποτε μια μηχανή που, όταν ανέβαινα και πατούσα με δύναμη τα κουμπιά της, με πήγαινε ακριβώς όπου  επιθυμούσα. Την είχα σα φίλο στενό, σχεδόν κολλητό. Και πήγαινα δίπλα της τα βράδια, για να έχω συντροφιά κι όνειρα γλυκά.»
    Έτσι, μια και δυο, φοράμε τα παλτά μας και πάμε στην αποθήκη με αποφασιστικότητα και περιέργεια πρωτόγνωρη. Ελπίζουμε να βρούμε, ν' αντικρίσουμε τη μηχανή, που -κρατώντας του συντροφιά, όταν ήταν παιδί- έκανε ευτυχισμένο τον παππού, σε κάθε περίσταση.
    Βγαίνοντας απ' την πόρτα, εγώ νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά, μια και πέρα απ' τον ήλιο- φυσάει ένα ελαφρύ, κρύο αεράκι. Κόβω μία τουλίπα απ' την πρασινωπή πλέον αυλή (μια και πλησιάζει η άνοιξη) και την κρατώ στο χέρι. Ανοίγω αργά τη σιδερένια πόρτα της αποθήκης. Ο τσιριχτός ήχος μου χαϊδεύει μελωδικά τ' αυτιά, καθώς σέρνω τη θεόρατη πόρτα. Ο χώρος μέσα είναι σκοτεινός. Ανάβω έναν λαμπτήρα, κρεμασμένο απ' το ταβάνι της οροφής, για να βλέπω και ν' αναζητήσω τη μυστηριώδη μηχανή. Μετά από αρκετή ώρα, ξαφνικά τη βλέπω! Ένα μικρό αντικείμενο με πολλά κουμπιά: κόκκινα, κίτρινα, μπλε, πράσινα που αναβοσβήνουν. Δε γνωρίζω την πηγή της ενέργειας, αλλά είναι υπέροχη. Μάλιστα διαθέτει  κάτι σαν ανιχνευτή.
    Δίχως πια να φοβόμαστε (εγώ λίγο έτρεμα, αλλά φρόντισα να μη το δείξω, για να μη με πει και φοβητσιάρη η άλλη) κάθομαι πρώτος στη μηχανή ευτυχίας και πατάω το πράσινο κουμπί. Είναι, άλλωστε, τ' αγαπημένο μου χρώμα! Και τότε νιώθω σα να έχω κάνει το εμβόλιο πρόσφατης αρρώστιας. Κι όχι μόνο. Είναι πιο έντονο, σα να μας χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα και να παγώνει τον χρόνο μας. Έτσι αισθανθήκαμε, εγώ κι η αδελφή μου. Η κατάσταση διαρκεί μερικά δευτερόλεπτα, ωσότου φτάνουμε σ' άλλη διάσταση ή σ' άλλον αστεροειδή. Γνωρίζω αρκετά, αφού έχω διαβάσει γι' αυτήν στο μάθημα της αστρονομίας. Η αδελφή μου κατεβαίνει πρώτη απ' τη μηχανή και πατάει στην άγνωστη γη που «προσγειωθήκαμε». Έπειτα κατεβαίνω εγώ. Πριν προλάβω καλά καλά να δω που βρισκόμαστε, συνειδητοποιώ πως με κοιτά κάποιος. Ένας εξωγήινος -όχι, όπως νόμιζα, ένα πράσινο ανθρωπάκι ύψους λιγότερου από ένα μέτρο- με κοιτάει επίμονα. Τινάζομαι αμέσως ως πάνω, στον αέρα. Έχω τρομάξει πολύ. Μα, αυτό δεν κουνιέται καθόλου και συνεχίζει να με κοιτάει όλο αγάπη ή ευτυχία ή δεν ξέρω τι, μάλλον όλο ευχαρίστηση για κάτι. 
   Ξεπερνώντας τον φόβο μου, τον ρωτάω πολλά: για τον τόπο, πού βρισκόμαστε, τι είναι ο ίδιος, πώς και γιατί βρεθήκαμε εκεί. Το πλάσμα μιλά αργά κι απαντά στις ερωτήσεις μου με κάπως αλλόκοτο τρόπο και γλώσσα.
    Λέει:«你好。你怎麼樣和你怎麼樣..., Ουπς, γεια σας! Εγώ είμαι Τατζίλβιος κι αυτός είναι ο Τάτζιλβιν πλανήτης μου. Είμαι ανώτερο είδος και με λένε Τουν. Βρίσκεστε στη διάσταση Χ ή αλλιώς 6η διάσταση. Μάλλον σας έφερε ο Τζίλιαν ο Θεός μας, για να μείνετε εδώ και να σας υπηρετούμε. Αχ, κάποτε υπήρχε ένα παιδί σαν κι εσάς. Ερχόταν εδώ και βασίλευε. Μια μέρα δεν τον ξαναείδαμε. Χάθηκε, δεν ξέρουμε πώς, από τότε!» 
    Κοίταξα απορημένα την αδελφή μου. Τόση ώρα παρακολουθούσε σιωπηλά τα λόγια του Τουν. Ξαφνικά πετάχτηκε κι είπε: «Μα, το παιδί αυτό ήταν... ο παππούς μας!» Την κοίταξα βαθιά στα μάτια και το συνειδητοποίησα κι εγώ. Ήταν ο παππούς. Ο Τουν εντωμεταξύ κοιτούσε και δεν καταλάβαινε. Εμείς, όμως, είχαμε ανακαλύψει τη μεγάλη αλήθεια!
    Αργότερα χαιρετήσαμε τον Τατζίλβιο και ανεβήκαμε γρήγορα στη μηχανή. Αυτήν τη φορά πάτησα το κόκκινο κουμπί. Είναι το αγαπημένο χρώμα της αδελφής μου. Ξανάνιωσα το ίδιο τσίμπημα κι είδα το πάγωμα του χρόνου. Σε κλάσματα δευτερολέπτου φτάσαμε στην κρύα αποθηκούλα του σπιτιού μας. Δίχως πολύ σκέψη κατεβήκαμε από το μηχάνημα και τρέξαμε στο σπίτι. 
Ωστόσο δεν αναφέραμε τίποτε στον παππού. Ούτε ομολογήσαμε σε κανέναν άλλο το μυστικό ταξίδι μας στον Τάτζιλβιν. Το ταξίδι, όμως, γράφτηκε μ' ανεξίτηλο μελάνι στη βραχύχρονη μνήμη μου. Από τότε το ίνδαλμά μου έγινε ο Παππούς -ο Φιλέας Φογκ μας-! Φανταστείτε τώρα τι ακολούθησε ως συνέχεια...

Comments

Popular posts from this blog

«Στο επανιδείν!»

Καληνύχτα, κόσμε άδικε!

«Ίσως δεν είμαστε ένα χάος. Θυμήσου!»